Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Sandra.



Our next Queen
Will be dressed in rags.
A bearer of wishes unfulfilled
A dreamer of unoffered things petty
Her holiness, flesh
Her scepter, flesh
Her counsel, silence.

Our next Kingdom
Will starve.
They will know our hunger
As a state default
They will know our scorn
As royal attention
And a handful of praise
As the payment of service.

Our next King
Will be dead and alone.
His kiss will taste bitter and forced
And his smile will be lost
In the folds of disdain.
A meager lord of mistrust
By choice incapable of missing
The princely days
When he was willing to give
More than enough
When he was willing to spend
Everything.

'Tis for others to want for completion
Through alien skin and words that are wind
'Tis for others to cling to the hoping
That everything might be enough.
Our next war will be for nothing
And our efforts, for us.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Regret.



I want to lean on the prow
Of an anchored ship
Set to sail come morning
Set to sail for a land I don't know
Whose language I don't know
Who does not know my own.

With cigarette in hand
And some smoke in the night
There's always fire within
And a need for forgiveness
For all those things that no one
Ever considers to be wrong.

I want to leave everything
Start anew in a corner of earth
That only exists for beginnings
Me and a thousand nameless brothers
Bound to the same vague escape
Sworn to the same deliverance.

But I know that come dawn
My place in the prow will be empty
I'll be buying tobacco ashore
In the set price of docked salesmen
With the same coin that everyone uses;
Maybe I'll buy a map with the change.

In the whole wide world there's no place
No place I can die a different man
No place I will not wish for ships once again
There's not a single land to teach me
The crippling feeling of regret
For leaving everything behind.
Not a single mound of earth or flesh
To make me feel that, once, I was someone
Whose loss was irreparable enough
That no cigarette, ship or faraway land
Could ever hope to wash away.

House rules.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Red Night



Το ντουλάπι μου παραβιάστηκε. Έμεινε μέσα μόνο ένα μαγνητάκι από ένα σουβλατζίδικο. Ελπίζω να ήταν περισσότερα από ένα άτομα που το έκαναν. Δε μπορώ να φανταστώ ποιος θα κρατούσε για τον εαυτό του σημειώσεις για τον καρκίνο του μαστού, ένα βιβλίο του Μαρκέζ κι ένα ζευγάρι παπούτσια, τόσο γεμάτα αίμα και αντισηπτικό που ακόμα και η φωτιά που θα τα έκαιγε, έπρεπε να καεί για λόγους υγιεινής. Δε νομίζω πως υπάρχει άτομο με τέτοιο εύρος ενδιαφερόντων. Ακόμα κι εγώ που ήμουν ο κάτοχος, σιχαινόμουν αυτά τα κωλοπάπουτσα. Τα κρατούσα μόνο για να τα πετάξω. Είχε συμβολισμό μέσα, δεν ήταν τόσο ηλίθιο όσο ακούγεται.

Η 16χρονη αθίγγανη φωνάζει πως πονάει. Η Σομαλή με την αποκόλληση πλακούντα που μας έκανε να ντυνόμαστε τροχάδην προς το χειρουργείο, άρχισε επιτέλους να ρίχνει την πίεση. Η Ελληνίδα με το αλλεργικό σοκ, προτιμά να κοιμάται με το φως ανοιχτό. Αυτό το αποκρουστικό μπλε φως που βρίσκει κανείς μόνο σε σχολεία τις πρώτες ώρες της μέρας και σε νοσοκομεία τις τελευταίες της νύχτας. Αυτό το γαμημένο φως που με σκοτώνει.

Κοιτούσα τα χέρια μου. Ο ιδρώτας σε αφήνει να διακρίνεις το δέρμα σε σημεία, κάτω από τα λευκά γάντια. Στην αρχή, γιατί μετά καμιά ματιά δε φτάνει κάτω από το αίμα. Αυτά τα γάντια κάνουν όλα τα χέρια να φαίνονται όμορφα. Και το αίμα κάνει όλα τα χέρια να φαίνονται χρήσιμα. Κοιτούσα τα χέρια μου, το λευκό και το κόκκινο και κρατιόμουν να μη γελάσω. Απ' έξω φαίνονται όλα τόσο σημαντικά, τόσο σοβαρά. Ντύνεσαι με μια στολή που έχει περάσει από κλιβάνους και ακτινοβολίες, φοράς μια μάσκα που δεν αφήνει τα κατάλοιπα της ανάσας σου να αγγίξουν τίποτα, φοράς τα λευκά γάντια σου και είσαι έτοιμος να ανταποδώσεις για λίγο το νόημα της ζωής σου. Ήθελα τόσο πολύ να γελάσω. Ήθελα να φωνάξω κάτω από τη μάσκα "τι μαλακίες κάνουμε εδώ;" και να γελάσω, να σηκωθούμε όλοι να φύγουμε, οι σοβαροί, οι αναίσθητοι, οι αναισθητοποιημένοι, όλοι, να σηκωθούμε να φύγουμε και να προλάβουμε να κάνουμε κάτι με το χρόνο που μας έμεινε. Κάτι που δε θα ήταν γεμάτο προσποιητές σημαντικότητες.

Αν μάθαμε κάτι στην βραχύβια παραμονή μας εδώ, είναι να ξεχνάμε και να μετονομάζουμε την αρρώστια γύρω μας. Μάθαμε να πιστεύουμε πως το φυσικό είναι όμορφο, γιατί καταφέραμε να κλείσουμε το φυσικό έξω και μακρυά μας. Κι όλα όσα βλέπουμε μέσα από τηλεσκόπια, μικροσκόπια και μάτια που δεν κλαίνε εκλιπαρώντας για λίγες ενδορφίνες, τα ονομάσαμε θαύματα.

Είμαι ένα δωμάτιο δίπλα από ένα τέτοιο θαύμα. Ένα θαύμα που αυτή τη στιγμή ουρλιάζει το όνομά μου, από έναν πόνο που σε δύο ώρες, όλοι θα θεωρούμε πανέμορφο. Έναν πόνο που θα αναπαράγει πόνο που θα αναπαράγει πόνο, όπως τα πάντα στη φύση ξέρουν να κάνουν και να ξεχνούν.

Και όταν φοράω τα γάντια μου και μπαίνω μέσα στον πόνο αυτό, όταν τον κάνω μετρήσιμο, τον κάνω εκατοστά και ώρες και σταγόνες ανά λεπτό, κρατιέμαι να μην ρωτήσω "γιατί τα κάνουμε όλα αυτά ρε κορίτσι μου;"

Αλλά δε το κάνω. Λέω το παραμύθι, κρατάω τα νούμερα για τον εαυτό μου και αλλάζω γάντια.

Ξανά και ξανά και ξανά.