Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Discordia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Discordia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Pyre.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

The Sandbox.



I close my eyes and watch the fires
Soft and dim and hungry
A wall of snakes that yearns for snow
Creatures of rage more tame than angry

A wall of snakes that yearns for snow
 A wildfire season turning slow.

I close my eyes and think of you
Soft and dim and battered
A bed of longing for ever more
Soft feathers burnt and steel wings shattered

A bed of longing for ever more
 Another war within a war.

I close my eyes and my heart races
Loud and hard and wild
Before the sun comes crashing down
Before the sinking world has smiled

Before the sun comes crashing down
 I'll sing a song for you
And drown.

I close my eyes and curse the waves
Soft and warm and calling
A place to hide my life within
The earth afar, my body lolling

A place to hide my life within
Letting me out for one last sin.

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

For absent friends.


Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ενυδρείο.













Είσαι εσύ. Είσαι κομμάτια. Είναι νύχτα. Χέυδεν, Πατησίων, Σολωμού, Αχαρνών. Στα ωραία. Και είσαι κομμάτια. Έλεγες πριν καν γαμήσεις πρώτη φορά ότι η ομορφιά υπάρχει παντού, μπορείς να τη βρεις σε μια ρόδα αυτοκινήτου βουτηγμένη μέχρι τη μέση στα σκατόνερα. Ισχύει, αλλά επειδή το έλεγες τότε που το λεγες, έλεγες μαλακίες.

Ύπνος στη στάση του λεωφορείου. Οι κάδοι βρωμάνε κάτουρο, έχουν επάνω αφίσες που δε θα ξεκολλήσουν ποτέ, σαν αφροδίσιο ή σαν τις μαλακίες που θυμάσαι κατά καιρούς. Απέναντι περνάει ένα κοριτσάκι από το ανατολικό μπλοκ. Ανήλικο είναι, αλλά ξέρεις τη φάση. Ένας τύπος κλαίει πάνω σε κάτι κούτες, δίπλα σε κάτι παλιά σκυλοσκατά. Εσύ περνάς, ψέμματα, εσύ διασχίζεις.

Έχει κάτι ασπρόμαυρα Α3 που βουλώνουν τα φρεάτια, το νερό βρωμάει. Η πλατεία είναι φωτισμένη, τσάμπα ρεύμα. Κάνα δυο σε κόβουν, οι μισοί ασφαλίτες, οι άλλοι μισοί σουγιά, μαλάκες όλοι. Τι θα σου κάνουν; Έχεις προλάβει.

Αύριο θα 'σαι κάπου με κάποια κοπελίτσα και θα πίνεις καπουτσίνο μέτριο. Και θα μιλάτε για ιδέες, θα της λες ότι ακόμα και μια σαμπρέλα καουτσούκ γεμάτη σκατά μπορεί να είναι ωραία. Η μισή θα θέλει να συμφωνήσει, η άλλη μισή θα πίνει και αυτή καπουτσίνο όμως. Ένα κρεββάτι ολόκληρη και η πρώτη τζούρα ξένη, αλλουνού. Του τύπου που ξερνάει στον κάδο και σκουπίζεται στο μανίκι του. Αυτού που μιλάει ευγενικά στον περιπτερά που θέλει να σκοτώσει.

Όλοι οι δρόμοι τα ίδια σκατά, ζέχνουν την ίδια εξωτική ομορφιά. Αφού δεν είσαι για εδώ. Όλα τα συλλέγεις και τίποτα δεν είναι δικό σου. Θα θυμάσαι τον τύπο που πάλευε κάνα δεκάλεπτο να βρει φλέβα μαζί με πλίνθινα σοκάκια σε κάποια χώρα παραπέρα. Θα θυμάσαι βραδιές όπερας μαζί με νοικιασμένα αμάξια που οδηγούσες μέσα από καταυλισμούς. Ο μισός πεθαμένος, ο άλλος μισός ξεσκονόπανο για τα περασμένα. Ολόκληρος κανένας.

Αράζεις σε καταλήψεις. Πιάνεις κουβέντες με μπάτσους. Ακούς γιατί οι γυναίκες είναι πουτάνες από τους λέκτορες στην πιάτσα ταξί. Μαθαίνεις και το ξέρεις, μαθαίνεις όλα τα λάθη με την ελπίδα να προλάβεις να κάνεις την εις άτοπον απαγωγή. Αύριο θα ερωτευτείς κάποια ξεπλυμμένη, κάποια πυρηνοκέφαλη, κάποια μακρυμαλλούσα, κάποια πρασινομάτα και δε θα θες να συλλέξεις, θα θες να σε περισυλλέξουν και να χαμογελάς ακόμα, θα θες να σε απαγάγουν οι φωνές τους όταν τις κάνεις να τελειώνουν. Και η πρώτη τζούρα θα 'ναι πάλι γη.

Δεν ξέρεις αν υπάρχει φυγή. Δεν ξέρεις τι είναι, δεν ξέρεις πως βγαίνει κανείς εκεί από Βικτώρια, δε σε νοιάζει. Δεν έχεις από τι να φύγεις. Έχεις καβάτζα τα ξύδια σου, τις άκρες σου, τα κοριτσάκια στα σεντόνια σου, τον καπουτσίνο στο ψυγείο σου που ξηγιέται ποίηση σε κιλοβατώρες. Θα βρεις κάτι να κλάψεις άμα δεις ότι πας να το χάσεις, θα βρεις καμιά μαλακία να γελάσεις για να νοιώσεις κομμάτι του παζλ. Έχεις πράγματα να πεις. Έχεις τόσα πράγματα να πεις. Θυμήσου τα, σίγουρα έχεις. Σίγουρα έχεις. Όλοι έχουν.

Ζευγαράκια χαζεύουν την Ακρόπολη. Η Διονυσίου Αρειοπαγίτου έχει γίνει τράπεζα σπέρματος, σιχαίνεσαι να αναπνεύσεις την ανθρωπίλα που κρεμάστηκε πάνω στον εαυτό της σαν αυνανισμένο σφαχτάρι. Αλλά αυτό έχουμε, αυτό κάνουμε, δε γαμιέται. Ευτυχία. Λειτουργεί, αλλά δεν υπάρχει αντιπροσωπεία. Δεν υπάρχει εγγύηση. Θα το πεις στη γκοθού που σε κόβει σε λίγο, θα σε πιπώσει δίπλα στο θερινό σινεμά και μετά θα λέτε μαλακίες με Μαλαματίνες. Θα γυρίσεις σπίτι και αν είσαι τυχερός θα 'χεις ξεχάσει τι χρειάστηκε να σκέφτεσαι για να χύσεις.

Έξω απ' τα μετρόπολις σου ζητάνε ψιλά. Δίνεις, σε ευχαριστούν, σε ευχαριστούν ειλικρινά, να 'σαι καλά ρε 'συ, είσαι ωραίος, είσαι ωραίος. Κοιτάς και τα μάτια σου λάμπουν και δεν είναι συμπόνοια, είναι θαπεθάνεις, θαπεθάνεις, θαπεθάνεις, πάρε 50 λεπτά, θαπεθάνεις, θαπεθάνεις. Τελείωνε. Έχεις 50 λεπτά να πεθάνεις.

Σε όλους τους τοίχους, σε όλους τους γαμημένους τοίχους, έχει γράμματα. Έχει λέξεις. Παντού. Πόσο να κοιτάς το πεζοδρόμιο; Κι αυτοί οι τύποι που τις γράψανε, τώρα τι σκατά κάνουν; Την πίνουν και αναλύουν τα κινηματικά τους; Πηδάνε καμιά πάνκισσα που έχει να σηκωθεί πρωί να πάει σπίτι να ξυπνήσει την αδερφή της για το σχολείο; Και μετά τι, θα 'χουν περάσει κάνα δυο δεκαριές χρόνια και θα διαβάζει η επόμενη βάρδια τις ίδιες προκηρύξεις; Θα μου ζητάνε οι γιοι των ίδιων μπάτσων ταυτότητα; Θα θυμάμαι τι σου ψιθύρισα το πρωί πριν φύγεις; Θα θυμάμαι πόση ζάχαρη ήθελες στον καπουτσίνο σου μικρή μου και πόσο μέσα έπρεπε να μπω για να πονέσεις;

Πόσα χρόνια μπορεί ένας άνθρωπος να πίνει την ίδια μπύρα; Να ζητάει τα ίδια πράγματα, να πληρώνει με τα ίδια χέρια, να γερνάει στο ίδιο δέρμα; Πόσες διαφορετικές κολώνιες νομίζεις ότι υπάρχουν και πόσα χρώματα μαλλιών και πόσα ονόματα και πόσες συλλαβές στις ίδιες οδούς; Πόσες λέξεις νομίζεις ότι σου 'χουν μείνει αβίαστες; Πόσες ρόδες χωμένες σε σκατά και πόσους καφέδες στη βεράντα μπορεί να θυμάται κανείς, πόσες γεύσεις που στάξανε στη γλώσσα σου ανάμεσα απ' τα πόδια, πόσα χαμόγελα που έβγαλες από πάνω σου σαν ξεραμένο αίμα όταν η πληγή δεν είχε άλλο να δώσει;

Αύριο την ξέρεις τη φάση. Πρώτα οι καύλες, μετά τα σάλια, μετά τα δάκρυα. Το πρωί βλέμμα "γάμησέ τα" στον καθρέφτη, το κοινό κοινότυπο μυστικό που το 'χουν όλοι σημαία στους καφετί πνεύμονές τους. Χέυδεν, Πατησίων, Αχαρνών, Βασιλίσσης Όλγας, Κάρολου Κουν, Πολυτεχνείου, Σκουφά, Λένορμαν, Ηφαίστου. Κάπνισε όσο θες, τα ονόματα δεν πρόκειται να κάτσουν στα κουτάκια τους στο ράφι όσα πακέτα κι αν φύγουν. Ο μισός δε θα κοιμάται ποτέ μόνος, ο άλλος μισός πάντα έτσι θα ξημερώνεται.

Δε γαμιέται. Έχεις τίποτα άλλο να κάνεις;
Τράβα για την επόμενη στιγμή να μιλάς για τις προηγούμενες. Ζήτα τον καπουτσίνο μέτριο, πίστεψέ τες πως κανείς δε τις γάμησε έτσι πριν, φάε τα φράγκα σου σε μπύρες με τους ανθρώπους που λένε ότι σ' αγαπούν για όσο το λένε.

Καλού-κακού όμως κράτα κάνα 50λεπτο καβάτζα.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

If you had me tomorrow.



Στίχοι με κλικ στην εικόνα.


Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Colloque Sentimental.





Μια μελοποίηση του Colloque Sentimental.
Μετάφραση Gertrude Hall.

Die YiN Doktrin: Σύνθεση, ερμηνεία, Holborn κίτρινος.
Prussian Shuffle: Ερμηνεία, distortions, μίξη, καφέδες.

In the deserted park, silent and vast,
Erewhile two shadowy [glimmering] figures passed.

Their lips were colorless, and dead their eyes;
Their words were scarce more audible than sighs.

In the deserted park, silent and vast,
Two spectres conjured up the buried past.

"Our ancient ecstasy, do you recall?"
"Why, pray, should I remember it at all?"

"Does still your heart at mention of me glow?
Do still you see my soul in slumber?" "No!"

"Ah, blessed, blissful days when our lips met!
You loved me so!" "Quite likely, — I forget."

"How sweet was hope, the sky how blue and fair!"
"The sky grew black, the hope became despair."

Thus walked they 'mid the frozen weeds, these dead,
And Night alone o'erheard the things they said.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Heh.





Swallow the now
And sleep to the ending
Of a dream lost to birth
And the what-could-have-beens.

Whispers of skin
The smell of her hair
And the fingers that dance
On the plains of my face.

Be what you will
But be here for me
I'll drain out your sorrow
And call it my own.

Be what you will
A lonely second more
And I'll dream of a tomorrow
Forgotten long ago.

There is a distance
Measured in breaths
Deserts empty of words
Further than despair.

My thoughts are for you
But the end is mine
And the night closes in
Drowning me in silence.

Be what you will
But be somewhere for me
For all we could have done
And all that could have been.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

RNVP





Είναι ο φόβος που μας κάνει να πίνουμε όταν έχουμε ήδη μεθύσει.
Είναι ο φόβος που κάνει τους γονείς να παίρνουν τα παιδιά απ' το σχολείο.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να ξυπνάμε τη νύχτα και να χαϊδεύουμε τον άνθρωπο δίπλα μας.
Είναι ο φόβος που μας κάνει υποκειμενικούς, υποχωρητικούς, ελαστικούς, αξιόπιστους, ευγενικούς, απρόβλεπτους, αγενείς, καλούς ή κακούς, ψεύτικους.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να σηκώνουμε το τηλέφωνο.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να ερωτευόμαστε.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να λέμε "μη φύγεις", "ποτέ", "για πάντα", "αλήθεια".
Είναι ο φόβος που μας κάνει να μην κοιμόμαστε πριν ανατείλει ο ήλιος.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να μην βρίσκουμε λόγο να σηκωθούμε απ' το κρεβάτι.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να εφευρίσκουμε επιχειρήματα, να δημιουργούμε τέχνη, να ανοίγουμε κουβέντες, να σιωπούμε στον έρωτα, να κλαίμε όταν δεν είμαστε μόνοι μας.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να νοιαζόμαστε για όποιον δεν θαυμάζουμε.
Και είναι ο φόβος που προτιμάμε απλώς να μας αγαπούν αυτοί που μας νοιάζουν.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να θέλουμε και ο φόβος που μας κάνει να ευχόμαστε.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να μην προσπαθούμε και ο φόβος που μας κάνει να ζητάμε.
Είναι ο φόβος που μας κινεί, είναι ο φόβος που μας ορίζει.
Είναι ο φόβος που μας μας κάνει να πιστεύουμε πως οτιδήποτε έχει σημασία.

Είναι ο φόβος μήπως αυτό το αιώνιο
Το αμετάκλητα πανομοιότυπο κάθε φορά κάτι, χαθεί.

Το αίμα και οι ψυχές, όλα στο διάβολο:
Δεν έχω πια το χρόνο να φοβάμαι
Και σταματώ.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Fernsehturm.





We were born in the city of dreams
By the rivers of smiling cinders
And the gusts of breath
That the sky had no need for.

But the frostbit aorta
Was not measured for life
It would only pump ether
And a thick stench of gold.

We were not of the winged ones
But we mastered the ground
And the harsh art of gravity
For the fallen to learn.

We did not tread on rainbows
Nor did the light carry us on
But we learned of forevers
And devised greater nevers.

But to live and let leave
We could never assume
And to leave and let live
Could we ever permit?

On the choices of grandeur we did nothing
Right control and left freedom, we stalled
For the beckoned resolution to rain on our hearts
That beat slowly, transparent and polar.
This is not of the city of temples
This is not of the skydomes of good
Not one river flows here, not one spring
Not an ocean, or desert or foe would engulf us.

Only dust from the veins ripped asunder
Only ice on the eyelids remain
Yet the warmth that we suffer's not sun
And the breath on the pillow's not death
But an end far more subtle and grinding
Like the moon as it gleams on the white of your eyes
Like the leaves when the wind breaks formation
Just like when in the morning you change
And adorn my wet scars with your ethanol lips.

We were born in the city of dreams
We did not tread on rainbows
But we learned of forevers
And we turned them to bronze.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Stormbringer.


Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2001

Gaudio Pentacles.

Musick for the massez IV.


Intravenereal.


Musick for the massez III.


Jóéjt Erzsébet


Musick for the massez II.


Mr. Nobody




Good morning, dear Mr. Nobody
You haven't changed one bit
How do you do Mr. Nobody?
Who were you meant to be?

Come sit with me, Mr. Nobody
Your face, familiar and old
Face of a man in the subway
Charmless and distant and cold

Do you have a name Mr. Nobody?
Do you have a purpose at all?
When were you born Mr. Nobody?
When did you learn to crawl?

Have you been loved Mr. Nobody?
Have you been touched without shame?
Oh, I'll be your friend Mr Nobody
But, please, remind me your name

From where do you come Mr. Nobody?
You don't have a past I suppose
And where do you go Mr. Nobody
When I blink and my eyelids close?

Are you the world Mr. Nobody?
How many of you are out there?
Can you recall Mr. Nobody
How was it when you still cared?

Come sit with me, Mr. Nobody
You will be gone before long
What would you be Mr. Nobody
If you could somehow belong?

How will you leave Mr. Nobody?
Do you have use for goodbyes?
How do you fade Mr. Nobody?
How does a nobody die?

Musick for the massez.



Orchestral.



Lyrical

Simple little dreams of completion
From the cracking seams drips the loss
Simple cureless lives in remission
Fingers on the ground, cletch the cross

Slow decline bears impositions
For the flaws of flesh to endure
Severed from the strain of volition
Let the human touch be impure

Falling on the knees soon to fetter
Failing hopes and lost ever since
In a shattered hand rests the scepter
Dead amongst the dying's the prince

Follow up the days to departure
No more days but twilights instead
And the causeless world stands enraptured
By those between the living and dead

Once upon a time we stopped living
And the pain has gone ever since
Those of you not bent on still grieving
Bow your splintered necks to the prince