Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα . Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα . Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Fernsehturm.





We were born in the city of dreams
By the rivers of smiling cinders
And the gusts of breath
That the sky had no need for.

But the frostbit aorta
Was not measured for life
It would only pump ether
And a thick stench of gold.

We were not of the winged ones
But we mastered the ground
And the harsh art of gravity
For the fallen to learn.

We did not tread on rainbows
Nor did the light carry us on
But we learned of forevers
And devised greater nevers.

But to live and let leave
We could never assume
And to leave and let live
Could we ever permit?

On the choices of grandeur we did nothing
Right control and left freedom, we stalled
For the beckoned resolution to rain on our hearts
That beat slowly, transparent and polar.
This is not of the city of temples
This is not of the skydomes of good
Not one river flows here, not one spring
Not an ocean, or desert or foe would engulf us.

Only dust from the veins ripped asunder
Only ice on the eyelids remain
Yet the warmth that we suffer's not sun
And the breath on the pillow's not death
But an end far more subtle and grinding
Like the moon as it gleams on the white of your eyes
Like the leaves when the wind breaks formation
Just like when in the morning you change
And adorn my wet scars with your ethanol lips.

We were born in the city of dreams
We did not tread on rainbows
But we learned of forevers
And we turned them to bronze.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Αφορισμός #37


Η γνώση περί της διαφοράς του να ξεχνάς και του να μη θυμάσαι
είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γνώση της διαφοράς
ανάμεσα στο νόημα και τον σκοπό.

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Αφορισμός #36



Κάτι που απ' την πρώτη κι όλας στιγμή
δε σου ανήκει ποτέ
και εκείνη την ύστατη
δε το χάνεις για πάντα.

Ένας ορισμός, για μία λέξη.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Give me a chance.



I might return a miracle.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Απορίες IIb

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

=)



Για ό,τι δεν ήταν θύμησες
Είχε έναν λεπτοδείκτη
Ένα κουβάρι λέξεις
Και ένα χειρότερο ενδεχόμενο.

Για ό,τι δεν είχε αρχίσει
Είχε νερό και χάπια
Κάποιους κανόνες και ένα σφυρί
Και κάτι να αποκλείσει.

Για όσα δεν ήταν άγκυρες
Είχε πυξίδες και χάρτες
Τιμόνια δεμένα
Και στρώματα στ' αμπάρι.

Για όσα δεν είχαν παρόν
Να μπορεί να θυμάται
Δεν είχε μετάνοιες
Μονάχα αφορμές.

Γι' αυτό κι εγώ
Θα προσπαθήσω
Να κλείσω την πόρτα
Δίχως να κάνει ηχώ.

Μια μονόδρομη σκέψη
Ακόμα
Δυστυχώς
Δε θα κάνει διαφορά.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Sleeping Peel.



Ήρθες τη νύχτα και με ρώτησες γιατί δεν σκέφτηκα ποτέ που πήγαν οι σύντομοι μονόλογοι πριν κλείσουν τα φώτα. Το σκέφτηκα, απλώς δεν το είπα. Ήρθες και μου πες όμορφα λόγια, που πιστεύω και πιστεύεις και πιστεύουμε, προσωπικές διαθήκες που είναι κάθε φορά καινές, μα ευτυχώς, ευτυχώς σωστά ορθογραφημένες. Και θυμήθηκα πόσο λάθος πράττουν τα κατά τα άλλα ενδεή όντα στο μικρό πεδίο βολής μου -που είναι παρ' όλα αυτά ιδιαίτερα άβολο- και ξανά, ξανά το μαξιλάρι της περιφρόνησης αναδύθηκε απ' αυτές τις γωνιές που τα λευκά αιμοσφαίρια αποτελούν την αποστειρωμένη αυτοκρατορία μιας υπερβολικά λειτουργικής λογικής. Μα το βλέμμα κάτω απ' τα βλέφαρα δεν πρόλαβε να σκληρύνει, τα τείχη γίνονται διαπερατές μεμβράνες στο κρεββάτι, ξέρεις, και μέσα απ' τις δισεκατομμύρια κερκόπορτες μικρά κομμάτια πέρασαν και συναρμολόγησαν ακόμη μια απορία: γιατί δε τους συμπονάς; Και η απροδιάθετη λογική, έσπευσε να απαντήσει "γιατί αν θυμηθώ τους λόγους να το κάνω, θα βρω τα αδέρφια τους και μέσα εδώ". Και ύστερα ήρθες και με ρώτησες, γιατί δε σκέφτηκα ποτέ που πάνε οι σύντομοι μονόλογοι μετά τη γέννεση της διαθήκης, που πάνε οι ευχές, οι προσμονές και οι προφητείες και γιατί τίποτα ποτέ δεν γίνεται όπως ευχόμαστε να γίνει αν όλα είναι στο χέρι μας, αν όλα είναι υπό έλεγχο, αν όλα είναι εντάξει -και τρόμαξα και σκέφτηκα "μας συμπονά, μας βρήκε" και αμέσως όπως πάντα όλα έγιναν φωτιά και μάρμαρο κι ατσάλι και από χίλιες γωνιές τα πάντα φώναζαν "διέλυσε και κάψε" γιατί μονάχα αυτό είναι καλύτερο απ' το να συμπονάσαι και να συμπονάς, μονάχα αυτό σου μένει αν δεν οικτίρεσαι αρκετά ώστε να ξέρεις πως όσο σωστός κι αν είναι ο δρόμος σου, εσύ θα είσαι πάντα ανεπαρκής για να τον περπατήσεις, όσο ψηλά κι αν φτάνεις για να κρεμάς τους στόχους, τα λεπτεπίλεπτα σου δάχτυλα δε θα αντέξουν ποτέ να τεντώσουν τη χορδή του τόξου αρκετά. Παράταιρα πλάσματα σε έναν κόσμο αρμονίας όπου η λογική μας είναι πάντα η ξεκούρδιστη χορδή, παράξενα πλάσματα με πόδια που μας υψώνουν στα χάη μα που σπάνε με το πρώτο βήμα ή με το πρώτο άλμα, συντρίβονται και πέφτουμε πίσω στο αρμονικό ελλιπές που μας τυλίγει, όντα που η ματιά τους φτάνει μακρύτερα από εκεί που μπορούν να ταξιδέψουν. Οι μικροί και οι περιφρονημένοι δεν προσπαθούν ποτέ να φτάσουν εκεί, οι μικροί και οι περιφρονημένοι συμπονούν -έστω και εν αγνοία τους- το δικό τους μικρό πεδίο βολής -που είναι όντως φοβερά βολικό- μέχρι να έρθει κάποιος σαν εμάς, με τους κρυστάλλινους ουρανοξύστες του για πόδια να τους φτύσει από ψηλά, πριν συντριβεί κι αυτός και πέσει πλάι στις δικές τους κοινές κενές διαθήκες, τις δίχως ευχές, προσμονές ή προφητείες. Και στα συντρίμμια μας που σκαλίζουν, ανακαλύπτουν τους σύντομους μονολόγους που κάναμε πριν κλείσουν τα φώτα και κάποιοι τους θαυμάζουν, κάποιοι απορούν, όσοι ήταν σαν εμάς θυμούνται και κάποιοι τους τιτλοφορούν -μα όλοι ανεξαιρέτως, μας συμπονούν. Και χθες τη νύχτα που ήρθες και με ρώτησες πως και δε σκέφτηκα που πάνε οι σύντομοι μονόλογοι, που πάνε οι μακρόσυρτες σειρές επί σειρών καταγραφής λινών και βαμβακερών πράξεων, που πάνε τα θρύψαλα των σιωπών, οι ευχές, οι προσμονές και οι προφητείες, ήθελα να σου πω "το σκέφτηκα", μα δεν είχα συμπόνοια για τον εαυτό μου να το κάνω.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Not(e)pad.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Atlantic.



Μου λείπεις με έναν τρόπο που είχα ξεχάσει
Που αμφίδρομα αδικεί τις θύμισες και το παρόν
Και που εγείρει πλαγιασμένες εικόνες
Από ωκεανούς, φούχτες μ' αέρα
Και φωτισμένες από φωτιά παλάμες
Από ραντεβού που περιμένεις να ανακληθούν
Τη στιγμή που θα ξυπνήσεις.

Είναι αμβλεία η μοναξιά σήμερα όπως τότε
Μα χωρίς το πικρό και οικείο χαμόγελο
Της απέλπιδης θέλησης.
Είναι μάλλον η μνήμη, των βημάτων σου εδώ
Των κεριών κι ενός ονείρου από σεντόνια
Των πρώτων δακρύων και πρώτων χαμών
Όταν απ' την κορυφή του μαινόμενου κύματος
Τα δάχτυλά μου έφταναν τη μικρή σου παλάμη.

Σε περιμένω χωρίς να ελπίζω πως θα σε δω
Και της προσμονής η αγωνία είναι μόνο
Σαν τη φορά που ντύνεται κάποιος κομψά
Για να κάνει πιο μεγάλη εντύπωση
Καθώς ο κόσμος θα τον κοιτά να περιμένει
Κάποιον που ήταν εξ' αρχής φανερό
Πως δε θα 'ρθει.

Εσύ όμως, βιάσου.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Eldorado.



Μια μέρα ένας περιπλανώμενος ιππότης, συνάντησε στο δρόμο του έναν γέρο χωρικό που κουβαλούσε στις πλάτες του έναν μεγάλο σάκο από πλεγμένα χόρτα. Ο σάκος ήταν πολύ ογκώδης για τις στενές πλάτες του μικροκαμωμένου γέρου και πρέπει να ήταν και πολύ βαρύς, γιατί ο γέρος παραπατούσε συχνά πάνω στα λυγισμένα του γόνατα και κάτω από τη σκυφτή του πλάτη, προσπαθώντας να κρατήσει τα βήματά του ίσια. Το μπαστούνι που κρατούσε μάλλον έδειχνε να εμποδίζει παρά να βοηθά τη θλιβερή πορεία του κακόμοιρου γέροντα.

Ο ιππότης ξεπέζεψε και τον πλησίασε με σταθερό βήμα.

-Γέροντα, βλέπω πως κουβαλάς βαρύ φορτίο. Εγώ είμαι νέος και ξεκούραστος και το άτι μου είναι δυνατό. Δώσε μου για λίγο τον σάκο σου να τον φορτώσω πάνω του και έλα να καθήσεις μπροστά από μένα στη σέλα να μεταφέρουμε το φορτίο σου παρέα.

Ο γέρος χωρικός, συνηθισμένος περισσότερο σε ληστές παρά σε βοήθειες, κοίταξε λίγο καχύποπτα τον ιππότη και σφίγγοντας τη μαγκούρα του, κοντοστάθηκε.

-Από το Θεό να το βρεις το καλό που μου προσφέρεις νέε ιππότη, αλλά να με συγχωρείς, δε μπορώ να το δεχτώ. Καλή σου μέρα.

Και ξεκίνησε πάλι να περπατά κουτσά-στραβά με τον σάκο στην πλάτη.

Ο ιππότης, με την απορία ζωγραφισμένη εκεί που πριν λίγο ήταν ζωγραφισμένο το χαμόγελό του, έτρεξε πάλι πίσω από τον γέρο.

-Μα γιατί; Δε μου κάνει κανέναν κόπο και εσύ, γέροντα, φαίνεσαι κουρασμένος. Και εγώ θα ήμουν κουρασμένος αν κουβαλούσα αυτό τον βαρύ σάκο, πόσο μάλλον εσύ που έχεις ζήσει και τόσο περισσότερο αυτή την βασανιστική ζωή που ο Θεός μας χαρίζει.

Ο γέρος έκανε μερικά βήματα παραπέρα πριν απαντήσει, χωρίς να σταματήσει να απομακρύνεται:

-Μπορώ και μόνος μου.

Ο ιππότης άρχισε να θυμώνει.

-Δεν είπε κανείς πως δεν μπορείς ξεροκέφαλε γέρο, το βλέπω πως μπορείς. Είμαι βέβαιος πως αυτό το κάνεις από όταν εγώ ήμουνα παιδάκι και έπαιζα με ξύλινα σπαθιά. Δε το προτείνω επειδή είσαι ανήμπορος, το προτείνω για να μην κουράζεσαι.

-Έχω συνηθίσει.

Ο ιππότης σκέφτηκε να κάνει στα γόνατα του γέρου ό,τι έκανε και στους άπιστους στους Αγίους Τόπους, τότε ο παλιόγερος δε θα μπορούσε να πει ότι θα τα κατάφερνε και χωρίς αυτόν. Μα ο θυμός πέρασε γρήγορα, ο ιππότης παραμέρισε πάλι τον εγωισμό του και παρακαλώντας τον Θεό για κουράγιο, ξαναπλησίασε το γέρο.

-Λοιπόν, έλα, πάμε.

Έπιασε το σάκο και έκανε να τον πάρει από τις πλάτες του γέρου. Μια φοβερή μαγκουριά προσγειώθηκε σαν αστραπή στο κεφάλι του ιππότη και τον έκανε να πισωπατήσει.

Κρατώντας με το ένα χέρι το κεφάλι του και προτάσσοντας το άλλο σε άμυνα, ο ιππότης κοίταξε έξαλλος τον γέρο που τον κοιτούσε με ένα βλέμμα φοβερής ευθιξίας.

-Είσαι με τα καλά σου διαβολόγερε;;; Γλύτωσα από τους άπιστους στην πολιορκία της Δαμασκού για να με ξεκάνεις εσύ στον ίδιο μου τον τόπο με το μπαστούνι σου; Δεν ήξερα να φοράω το κράνος μου όταν είναι να βοηθάω τους γέροντες και τις γυναίκες!

Ο γέρος δεν είπε τίποτα, παρά ξεκίνησε πάλι να προχωράει.

-Στάσου γερό-ξεκούτη, στάσου επιτέλους! Δεν είμαι ληστής, δε με βλέπεις;

-Τεύτονας είσαι, χειρότερος από ληστή. Φύγε γιατί θα σου βαθουλώσω την πανοπλία σου με το μπαστούνι μου, ακούς; Φύγε!

-Μα για το καλό σου νοιάζομαι, με το μέρος σου είμαι! Έλα, αν φοβάσαι μη σου κλέψω τίποτα από το σάκο, κάτσε πίσω μου και κράτα τον πάνω σου.

Ο γέρος δεν απάντησε τίποτα.
Ο ιππότης ήθελε από τη μία να τον σκοτώσει παραπάνω από μία φορά, αλλά από την άλλη δεν ήθελε να αφήσει τον γέρο άνθρωπο να κουράζεται έτσι άδικα. Μπορούσε πράγματι ο τρελόγερος να τον κουβαλάει τον σάκο, το 'χε αποδείξει, αλλά πόσο χαζό ήταν να το ξανακάνει με τον ίδιο κουραστικό τρόπο ενώ δίπλα του έστεκε ένας νέος ιππότης με το αγέρωχο του υποζύγιο; Ο ιππότης σκέφτηκε λίγο και μηχανεύτηκε ένα τέχνασμα για να πείσει τον πεισματάρη γέρο -το οποίο δεν ήταν παρά να πει όλη την αλήθεια.
Έτρεξε πάλι από πίσω του.

-Γέροντα...

Σιωπή.

-Γέροντα.

Καμία απόκριση.

-Ε! ΠΑΛΑΒΕ ΑΝΘΡΩΠΕ! ΑΚΟΥΣ;
-Μα τι θες επιτέλους παλικάρι μου; Γιατί δε με αφήνεις στην ησυχία μου;
-Άκου... Δεν ήμουν απόλυτα ειλικρινής μαζί σου... Εγώ... Ε ΣΤΑΣΟΥ ΛΙΓΟ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

Ο γέρος απίθωσε τον σάκο στο χώμα. Περιφρονητικά στάθηκε και έκανε νόημα στον ιππότη να συνεχίσει.

-Λοιπόν... Δεν είναι ότι ήθελα να σε βοήθησω... Δηλαδή δεν είναι μόνο αυτό.
-ΝΑ ΜΕ ΚΛΕΨΕΙΣ ΗΘΕΛΕΣ ΛΟΙΠΟΝ, ΟΡΙΣΤΕ, ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΧΕΣΑΙ!!!
-Όχι βρε διαβολόγερε, δεν ήθελα να σε κλέψω! Απλώς ήθελα και εγώ τα ανταλλάγματά μου...
-Να σε πληρώσω;;; Αμ δε σφάξανε, δεν είμαι δα και τόσο γέρος και ανήμπορος! Όπως σου 'πα, μια χαρά τα καταφέρνω και μοναχός μου!
-Θα σταματήσεις επιτέλους; Αυτό που εγώ εννοώ ως αντάλλαγμα, είναι η συντροφιά σου. Περιπλανώμαι πολύ καιρό μόνος.

Ο γέρος τον κοίταξε περίεργος.

-Η συντροφιά μου;
-Ναι.
-Μόνο αυτό;
-Ναι.
-Δε θες λεφτά;
-Όχι.

Ο γέρος έδειχνε να το σκέφτεται.

-...Δηλαδή, δεν είναι ότι εγώ σε έχω ανάγκη;
-Όχι, εσύ δε με έχεις ανάγκη. Απλώς μπορώ να σε ξεκουράσω, τίποτα παραπάνω.

Ο γέρος φωτοβόλησε από περηφάνεια.

-Εσύ με έχεις ανάγκη λοιπόν, ε Τεύτονα;
-Όχι γέρο, ούτε εγώ σε έχω ανάγκη. Απλώς μπορείς να με ξεκουράσεις.
-Πρώτη φορά μου το λένε αυτό.
-Αναρωτιέμαι γιατί, έχεις τόσο γοητευτική προσωπικότητα.
-Βρε άει στο διάολο, θα με ειρωνευτείς κι όλας. Θα μπορούσα να 'μαι πατέρας σου.
-Ο Θεός με λυπήθηκε. Θα 'ρθεις μαζί μου λοιπόν;

Ο γέρος κοίταξε μια φορά τον ιππότη και μια φορά τον σάκο. Κοίταξε το άλογο και τον δρόμο μπροστά. Ξανακοίταξε τον ιππότη και γύρισε και κοίταξε για πολλή ώρα πίσω του, το δρόμο που είχε κάνει ως εκεί. Αναστενάζοντας, γύρισε και είπε στον ιππότη,

-Άκουσε να δεις. Αν είχαμε ξεκινήσει μαζί, δε θα σου έκανα τον δύσκολο τώρα. Αλλά μόνος μου ξεκίνησα και μόνος μου πρέπει να τελειώσω.

Ο ιππότης προσπάθησε να καταλάβει τη λογική του γέρου.

-Γιατί "πρέπει";
-Γιατί είμαι περήφανος!
-Μα δεν είμαι ανάγκη, διευκόλυνση είμαι. Ξέρω ότι μπορείς και χωρίς εμένα. Και εγώ μπορώ χωρίς συντροφιά, μα θα 'ναι καλύτερα και για τους δυο μας αν...

Ο γέρος ζεύτηκε πάλι το σάκο του.

-Σε ευχαριστώ ευγενικέ μου ιππότη. Αν θες να με διευκολύνεις και θες τη συντροφιά μου, περίμενέ με στο πανδοχείο του επόμενου χωριού. Εσύ θα φτάσεις πριν από μένα. Αν κάνεις υπομονή, εκεί θα μου πάρεις κάτι να φάω και εγώ θα είμαι εκεί να σου κάνω παρέα. Αλλά ως εκεί, θα φτάσουμε χώρια.

Ο ιππότης σκεφτόταν ταυτόχρονα και αρμονικά, πρώτον πως η βλακεία είναι αήττητη και δεύτερον πως έστω και βλακώδης, αυτός ο τρόπος που πρότεινε ο γέρος ήταν ένας συμβιβασμός σχετικά δίκαιος. Κοίταξε αναστενάζοντας τον γέρο που τραβούσε μπροστά φορτωμένος και χαμογέλασε λυπημένα με το πόσο δέσμιος μιας ποταπής ηλίθιας σκέψης ήταν ένας τόσο περήφανος άνθρωπος. Ανέβηκε στο άλογό του και προσπέρασε αργά τον σκυφτό γέροντα.

-Στο επανιδείν γέροντα! Θα σε περιμένω στο πανδοχείο.
-Εντάξει. Μη και γυρίσεις να με βρεις, θα έρθω εγώ εκεί.

Ο ιππότης έκανε το άλογο να καλπάσει πριν ο πειρασμός να δείρει τον γέρο τον κατακλύσει.

~

Πολλές ώρες μετά, ο ιππότης καθόταν μόνος του στο έρημο πανδοχείο και έπινε το στυφό κρασί που του αναπλήρωνε κάθε τόσο ο χοντρός πανδοχέας. Ο γέρος δεν είχε φανεί ακόμα και ο ιππότης είχε σταματήσει να τον περιμένει εδώ και ώρα. Καθόταν απλώς στο τραπέζι του και έπινε κρασί γιατί δεν είχε πια ούτε σπίτι να γυρίσει, ούτε σταυροφορία προς την οποία να ξεκινήσει. Το νόημα είχε εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί από την τσαλακωμένη ύπαρξη του ιππότη πριν αυτός κουραστεί -αυτό ήταν και το πιο λυπηρό.

Ενώ ο ιππότης έκανε αυτές τις σκέψεις, ο γέρος μπήκε στο πανδοχείο με τον σάκο του στην πλάτη. Παραπάτησε ανάμεσα στα τραπέζια, με μόνο σταθερό σημείο την γκρινιάρικη έκφραση στο πρόσωπό του, ώσπου έφτασε μπροστά στο τραπέζι με τον ιππότη, που σκυφτός, ατένιζε κάτι μακρυνό στον πάτο του ποτηριού του.

Ο υπόκωφος γδούπος του σάκου στο τραπέζι, έκανε τον ιππότη να σηκώσει το κεφάλι του.

-Ήρθες τρελόγερε; Δεν το περίμενα.
-Αφού στο είπα, δεν στο είπα;
-Νόμιζα ότι το είπες μόνο και μόνο για να σε αφήσω ήσυχο.
-Μη με θυμώνεις γιατί θα πιάσω πάλι το μπαστούνι μου. Εσείς οι κατσαρόληδες νομίζετε πως μόνο εσείς έχετε λόγο τιμής.

Ο ιππότης χαμογέλασε.

-Τελικά τι κουβαλούσες που ήταν τόσο πολύτιμο;

Ο γέρος άδειασε τον σάκο στο πάτωμα δίπλα στην καρέκλα, που γέμισε χαλίκια, πέτρες και μικρά λιθάρια. Ο ιππότης ήταν πλέον βέβαιος πως ο γέρος ήταν ολοκληρωτικά

-...Τρελός. Είσαι εντελώς τρελός.
-Χεχεχεχεχεχε....
-Αυτά φοβόσουν μη σου κλέψω;
-Δε φοβόμουν μη με κλέψεις, ανησυχούσα μήπως θέλεις να με κλέψεις. Όπως βλέπεις, δεν είχα τίποτα που να θες.
-Και γιατί τα κουβαλάς αυτά τρελόγερε;
-Για να ξέρω ανά πάσα στιγμή πως μπορώ. Ανεξάρτητα από το αν ένας ευγενικός και δυνατός ιππότης προσφερθεί να με βοηθήσει, εγώ πρέπει να μπορώ να το κάνω μόνος μου.

Ο ιππότης σιώπησε. Θαύμαζε τη δύναμη του γέρου μα ήταν απελπιστικά ανόητο αυτό το σκεπτικό. Στο τέλος, μούγκρισε νυσταγμένα:

-Απλώς φοβάσαι γέρο.
-Εγώ; Εγώ φοβάμαι; Τι φοβάμαι;
-Φοβάσαι πως το να κάνεις κάτι μια, δύο, δέκα φορές, δεν αρκεί ως απόδειξη για να ξέρεις πως μπορείς να το ξανακάνεις όποτε θελήσεις. Είναι σα να σου λέω εγώ πως δεν πιστεύω στον εαυτό μου και πως δεν είμαι άξιος της Τάξης μου. Και εσύ θα μου πεις πως το αν είμαι άξιος ή όχι, το απέδειξα στους Αγίους Τόπους και πάρα πολύ δίκιο θα 'χεις. Αυτό σου έλεγα και εγώ στο μονοπάτι ώρες πριν, πως έχεις κουβαλήσει τόσες φορές το φορτίο σου, το να δεχτείς βοήθεια δε σημαίνει πως δεν μπορείς να τις ξανακουβαλήσεις. Φοβάσαι πως το να δεχτείς τη συντροφιά κάποιου όταν είσαι στις δυσκολίες σου, είναι σα να παραδέχεσαι πως δε θα μπορούσες να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Αλλά δεν είναι έτσι γέροντα. Το να δεχόσουν τη βοήθειά μου στο μονοπάτι, αν έπρεπε οπωσδήποτε να σημαίνει κάτι, θα σήμαινε πως έχεις επιτέλους αποδεχτεί πως αρκετά κουράστηκες και πως δε μένει τίποτε άλλο να αποδείξεις σε κανέναν, πόσο μάλλον στον εαυτό σου.

Ο ιππότης σώπασε και ο γέρος δεν απάντησε.
Πέρασαν έτσι αρκετές στιγμές, μέχρι που ο γέρος φώναξε ξαφνικά

-Και εσύ ωραίος ιππότης είσαι, να με αφήνεις έτσι φορτωμένο σα μουλάρι μόνο και μόνο επειδή σου 'πα εγώ να το κάνεις!

Ο ιππότης έβαλε το χέρι του στη λαβή του σπαθιού του, μα πριν προλάβει να το τραβήξει, το κεφάλι του έπεσε βαρύ πάνω στο τραπέζι και τον πήρε ο ύπνος. Στον ύπνο του είδε πως την επόμενη μέρα, ο γέρος ήταν ακόμα εκεί.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

For the love of the End.



This story goes as any other story's gone already
There's really no pioneering anymore it seems
This story has an ending, that much is certain
And the beginning, well, is not that much of use
Or could it somehow aid us to portend
The mystic signs and secret sighs
Towards that loved End?

This story winds through all our knowledge
And swindles of our wisdom one small bit
This story is a story fit for parties, I daresay
And its beginning, well, it tends to bend the lips
Of those senile enough to comprehend
Its mystic joys and secret aches
That build towards the End.

This story really makes no difference, that's for sure
It doesn't change or end or save the world in any way
This story is a story mainly mortal -as everything is, really
And its beginning, is sometimes wise to reconsider
Or so I'm told, by those who used to apprehend
Such mystic wars and secret wounds
Against and by the End.

You see, this story is but words and gestures and expression
It doesn't reach at all the nether regions of one's mind
This is a story mainly to kill time -a fairietale for grownups
And its beginning, does indeed achieve such righteous kills
Or so is my belief, in its weak vigour to defend
Such mystic hunts and secret gains
Against a futile End.

But that tale told, I have not only sang in tuneless words
It doesn't end where do the broken boundaries of lips
This is a story firstly savored and then shared
And its beginning, endless and vast, can never change
And what is changeless is not mortal nor depends
On mystic thoughts and secret fears
Or on receding Ends.

And though the story is but words and dust and shadows
And all that syllables and verbs and nouns may claim, is air
And can be fought against, with different words or silence
Its bright beginning shall not fall, not to the blowing of winds
Deaf to the false and simple belief it needs to be mended
With mystic cold and secret void
Stands never to be Ended.

This story is the weakest shade of one red blazing Sun
And all the ether words are blown away in crimson heat
And though they cool the hearts and cloud the minds of swords
They falter weak before the vast and endless pyre of a beginning
Careless of whence winds blow or what small words pretend
For mystic selves or secret foes
Can't bring it to an End.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Απορίες IV



Αν συνεχίσω να φεύγω εγώ, αλλά απομακρύνεσαι πρώτη
θα μου το χρεώσεις ποτέ ισοπαλία;

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Επί της αρχής.



Είδα στον ύπνο μου μεγάλα πανιά
Κατάρτια ψηλά και πέλαγα μαύρα
Και τα μπλεξα όλα, τιμόνια, ναυάγια
Και θύελλες, όλα, στου αφρού το λευκό.

Είδα στον ύπνο μου τη λευκή μου παλάμη
Να κρατά το σπαθί, με αίμα βαμμένο
Μπροστά μου κορμιά -μα εγώ κοιτούσα πίσω
Τη σκόνη που άφηνε το δικό σου φευγιό.

Είδα ξανά τις μεγάλες τις πόλεις
Συντροφιά μου κρατούσε μια αδιάφορη κάποια
Προσπαθούσα πολύ, αλήθεια, προσπαθούσα!
Μα χάιδευα πάλι πιότερο τη λαβή του σπαθιού.

Κι έτσι, είδα στον ύπνο μου μεγάλα πανιά
Φτερά από ατσάλι και ψηλούς ουρανούς
Κι όλα εκεί ξεχαστήκαν, τα σπαθιά και ναυάγια
Να σε βρω: το στερνό, για τον κόσμο μου, όπλο.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

This is what happens.



-Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;
-Δε με έπαιρνε ο ύπνος πάλι.
-Γιατί όχι; Αφού νύσταζες.
-Τη σκεφτόμουν.
-Πάλι;
-Μου 'χει λείψει.
-Πάντα σου έλειπε.
-Τώρα μου λείπει περισσότερο.
-Τώρα που την έχεις;
-Τώρα που με έχει.
-Το ίδιο δεν είναι;
-Θα έμενα ξύπνιος αν δεν ήταν;
-Σωστά.

-Το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι ε.
-Ποιο;
-Οι αντιστοιχίες με τον υλικό κόσμο.
-Να σκεφτώ πρόστυχα;
-Μεταξύ άλλων. Αν και άλλο σκεφτόμουν.
-Τι;
-Το κάπνισμα.
-Μας τα 'χεις πρήξει με το κάπνισμα.
-Για κάποιο λόγο φέρνει τις πρωτεύουσες πιο κοντά.
-Ο καρκίνος δε γνωρίζει σύνορα.
-Πολύ πετυχημένο καλαμπουράκι.
-Ξυνέ.

-Λοιπόν σκεφτόμουν...
-Πλάκα κάνεις.
-...τους χάρτες.
-Σαφή σε βρίσκω.
-Σκεφτόμουν πως ο άνθρωπος που φτάνοντας στον προορισμό του, δεν πετάει το χάρτη του, δεν είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης.
-Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας "προορισμός".
-Άσε τις ανθρώπινες μαλακίες. Ένα πράμα σημαίνει.
-Είσαι βέβαιος;
-Θα ήμουν ξύπνιος αλλιώς;
-Σωστά.

-Έχεις δει πίνακα του Kandinsky;
-Βεβαίως. Προτιμώ τα πρώιμα, πριν τον Καβαλάρη.
-Ναι. Κάπως έτσι είναι το κεφάλι μου.
-Πολύχρωμο;
-Εξίσου δυνατό καλαμπουράκι.
-Ε τι εννοείς.
-Εννοώ σαφέστατα ορισμένο, ευκρινές...
-...πολύχρωμο...
-...και γενικά πολύ συγκεκριμένο επί μέρους.
-Ωραίο ακούγεται.
-Ναι, αλλά συνολικά δε βγάζει νόημα.
-Συνεχίζει να ακούγεται ωραίο.
-Σωστά.
-Θα 'μενες ξύπνιος αλλιώς;

-Έχω πλήρη συνείδηση πως ξεχνάω όλα τα πριν.
-Σε ενοχλεί;
-Δε νοιώθω τίποτα, όχι.
-Τότε γιατί το σκέφτεσαι;
-Με εκπλήσσει.
-Τι σε εκπλήσσει;
-Νοιώθω πως είναι αναμνήσεις κάποιου άλλου.
-Είναι δύσκολο;
-Όχι. Είναι σα να τα έχω δει όλα σε ταινία.
-Ή να τα έχεις διαβάσει.
-Ναι, κάτι τέτοιο.
-Και δε νοιώθεις πως τα αδικείς;
-Με έφεραν ως εδώ.
-Και;
-Δεν υπάρχει τίποτα που να τα τιμά περισσότερο.
-Χμ.
-Το ότι τα ξεχνάω, είναι το μεγαλύτερο δείγμα ευγνωμοσύνης.
-Μαγευτικής ηλιθιότητας σκεπτικό.
-Μοιάζει αθώο ε.
-Ναι. Μα γι' αυτό σε πιστεύω.

-Και το μέλλον;
-Ουαί σε όποιον παρεμβληθεί, αυτό δε λες;
-Αυτό λέω.
-Δε φοβάσαι, αυτό δε λέει;
-Αυτό λέει.
-Ε τράβα κοιμήσου ρε αγόρι μου να στρώσεις δέρμα.
-Λες ε.
-Ναι, όλα εδώ θα 'ναι και αύριο.
-Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας "αύριο".
-Τώρα ποιος αρχίζει τις ανθρώπινες μαλακίες;
-Ένα πράμα ε...;
-Ένα πράμα. Άντε, πάρε τη γάτα και τράβα για ύπνο.

-Καληνύχτα.
-Από κοντά.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #18


Είδα στον ύπνο μου

πως είχα έρθει σπίτι σου για να πεθάνω.

Το κακό είναι ότι δε τα κατάφερα.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

206



-Τη λατρεύω αυτή την πόλη.
-Τι της βρίσκεις;
-Είναι κίτρινη και γυαλίζει.

Σηκώνει το χέρι κάθετα στην βροχή και σε πλήρη συμφωνία με το κρύο. Μπαίνει στο ταξί, φοράει το ζώνη του και νοιώθει τις σταγόνες στο πρόσωπό του.

-Μεσογείων.

Βλέπει την αντανάκλαση των ήλιων φθορισμού και φεγγαριών πυρακτώσεως στα μαύρα ασφάλτινα κανάλια. Νοιώθει τον οδηγό λίγο πιο πέρα, μυρίζει την πρώτη εκπνοή των φθηνών του τσιγάρων και τη ρουφά βαθειά.

-Ξέρετε πόσο έληξε ο αγώνας;
-Μπα, δεν έχω ιδέα.

Δεν νοιάζεται ιδιαίτερα, ήθελε μόνο να ακούσει τη φωνή της αναγκαστικής συντροφιάς του. Σήμερα του φαντάζει τόσο ευχάριστη. Τόσο που τον φαντάζεται να αγκαλιάζει τον δεκάχρονο γιο του στο τέλος της βάρδιας, μυρίζοντας κολώνια και γυρνώντας το θερμοστάτη λίγο παραπάνω -τόσο που σχεδόν ξεχνά όλους τους λόγους που η ζωή είναι γι' αυτόν χάρισμα και όχι δικαίωμα.

Σταγόνες στο τζάμι.
Χρυσές ρυτίδες φωτός στο οδόστρωμα.
Χαζεύει, χαζεύει την τρυφερότητα της βίας του κόσμου.
Χαζεύει την ομορφιά του χαμού, γιατί τώρα το μπορεί.
Γιατί τώρα τα έχει όλα -απ' την αρχή.

"Δε σε σκέφτομαι" μουρμουρίζει με το αχνό του χαμόγελο.
"Δε σε σκέφτομαι γιατί σε έχω -και μόνο τώρα καταλαβαίνω εσένα που μου το έλεγες και μούτρωνα, γιατί τώρα μπαίνω στις παρυφές της μη-αναγκαιότητας που μας ορίζει όταν είμαστε κοντά. Δε σε σκέφτομαι γιατί θα είσαι πάντα πέντε βήματα μπροστά από εμένα μα χωρίς να με περιμένεις και χωρίς να τρέξω, θα ξεκινάμε πάντα ισόπαλοι."

-Εδώ όπου σας βολεύει με αφήνετε.

Κατεβαίνει. Το νερό είναι παντού.

"Δε σε σκέφτομαι -με κοιτώ και σε βλέπω."

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Returnal.



"I cannot really know", said she.
"We might have been anywhere, anyhow.
It could have been under a single olive tree
right after the first ticks of the clock.
And I can't know whether it would mean silence
or the beginnings of a different kind of noise.
And we could be anything, from lovers to flowers
From soil to tempests and everything in between
And all that could have been."

"Could it have meant the world?", says he.

"It could have meant nothing at all.
Perhaps we were there holding fugitive hands
should we were banished into living, punished
for trespassing into completion.
Or maybe we actually chose to venture outside
seeking another shuffle of the cards to deal with
again -and isn't that more of a prayer than a sin?"

"At least it could have been."

"We might not even coexist then.
We might not even matter to each other if we did.
We might have walked a million pavestoned alleys
drunk, singing songs in tongues now incoherent."

"I could have killed you in my stupor, or I could not
You could have lived a million times again before me
You could have ended back here a thousand years ago
For were we ever able, to actually begin? Oh well..."

"Perhaps we could have been."

"Now that you stand with me, stay close.
Like the diminutive seconds wash through me
you too flood me with everything that could once be."

"I cannot know, it might be anything, anyhow."

"As it might have been, when we and the world could.
Before the grinding hands of the Clock began to matter.
Like the towering receding seconds which drown me
You too, equally vast and passing, rush within -speak
Of all that could have been."

"I can remember you everywhere."

"Even where we have never lived or died?"

"Or anything in between. I can tell you of us and of then
For I can speak of anything that could have been
If only time and space are the petty tools of what-was-not.
I will draw you a map, to the places we've seen and seen not
So you go back or forward and meet me for the first time again
And though I know already, tell me by the scent of your skin
Of everything that could have been."

"You know that we don't last forever. Not even us."

"I know the world is one great slow eclipse."

"But there is time beyond our time, space beyond the breath.
And there, we could have been forever, together or apart.
We could have had a house, with white little walls -or without
We could have had one tiny bed for the both of us -or none
It could have been in any place and any time -or not
Imrryr, Damascus, Tanelorn, Berlin.."

"And all that could have been?"

"It could. Or maybe not. Who knows?"
"I cannot know. We might have been..."
"Anywhere, anytime, anyhow."
"You might have called me sister, daughter, lover."
"You might have called me brother, father, son."
"I might have seen you in the street, my bed, or nowhere."
"I might have seen you in my dreams, my hopes, the TV screen..."
"But-"
"But all that could have been."

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Silkeborg.



Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω
Πέρα απ' τον όμορφο ωκεανό των λευκών σεντονιών
Πέρα απ'τις ζεστές θύελλες των χεριών μας
Ξέρεις πως είναι ο κόσμος;

Εκεί έξω ο κόσμος δυστυχεί
Εκεί έξω το παρελθόν δεν κυλά
Δεν βρέχει πάνω σε όλους η ζωή
Σε κανέναν χρόνο, παρά σε μια φτωχή υποτακτική
Φτωχοί υποτακτικοί, υπό τακτική
Έχουν μονάχα μια γέννηση και ένα τέλος
Σύνολο δυο χαμόγελα αν τύχει να ζυγώσουν.

Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω
Εκεί που η ανάσα σου δε φτάνει ζεστή
Πέρα απ' το ρεύμα των βλεφαρισμών σου
Ξέρεις τι συμβαίνει;

Εκεί έξω ο κόσμος δε ζει όπως εμείς
Εκεί έξω τα μαξιλάρια είναι ατσαλάκωτα
Και τα ποτήρια είναι πάντα πλυμμένα
Κανένας πληθυντικός, κανένας βαθύς ενικός
Παρά μόνον κάμποσα ονόματα, επίθετα, επιρρήματα
Οι σφαγίτιδες φλέβες πεθαίνουν στην ψάθα
Και οι άδειες παλάμες στη φόδρα.

Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω
Εκεί που εμείς είμαστε παράξενοι;
Έξω απ' όλους τους καιρούς που μ' αγαπάς
Ξέρεις πως είναι ο κόσμος;

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Terhoven.



Αγκάλιασε το φίλτρο με τα χείλη του.

-Έχεις αρχίσει να καπνίζεις πολύ.
-Από συνήθεια.

Μια φλίδα πέτρας χάνεται εν ονόματι της τριβής.
Γυρνά και την κοιτά.

-Σε γενικές γραμμές θα έχεις προσέξει πως μου αρέσει να ξεκινάω προτάσεις με τη φράση "σε γενικές γραμμές". Ως τώρα αυτό συνέβαινε κυρίως επειδή διακατεχόμουν από μια αίσθηση, πως να το πω, αυτόματης προσπάθειας απόδοσης δικαιοσύνης; Ήθελα ρε παιδί μου να αποφύγω κάποιου είδους γενίκευση, τις καλές φορές για να 'μαι δίκαιος, τις κακές για να 'χω παραθυράκι.
-Καταλαβαίνω.
-Μα τώρα πια αλλάξανε τα πράματα. Πλέον το λέω επειδή μ' αρέσει να αλατίζω πληγές και το αλάτι στην προκειμένη είναι η ειρωνεία.
-Και ποια είναι η πληγή;
-Σιγά-σιγά, μη βιάζεσαι.

Παίρνει μια βαθειά ανάσα γεμάτη βενζόλιο, νικοτίνη και εξαχνωμένη πίσσα.

-Τέλος πάντων. Να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να πω. Απλώς μ' αρέσει να με ακούω όταν είμαι μαζί σου και μου αρέσει να με ακούς. Γιατί ξέρω πως με προσέχεις και πως σε κρατώ απ' τα δικά σου.
-Ποια δικά μου;
-Τα δικά σου.
-Καταλαβαίνω.
-Για κανένα λόγο, μα δεν πειράζει, ούτε εγώ μπορώ να 'μαι βέβαιος.
-Ξέρεις ό,τι μιλάς μόνος σου ε;
-Ναι.
-Όχι, εννοώ, ξέρεις πως δεν είμαι καν εδώ; Πως μιλάς με τον εαυτό σου;
-Ναι...
-Και πως αν ήμουν εδώ μπορεί να μην έλεγα καν τέτοια πράγματα;
-...
-Μπορεί να μην έλεγες καν τέτοια πράγματα. Μπορεί να σε αγκάλιαζα λίγο, ή να με φιλούσες πολύ. Ή απλώς να καθόμασταν και να κοιταζόμασταν μέχρι να με ρωτήσεις πάλι "τι;" για να βεβαιωθείς πως είσαι ξύπνιος.
-Πως το ξέρεις αυτό;
-Ε μεταξύ μας είμαστε...
-Πέφτω έξω;
-Σε γενικές γραμμές;
-Χεχ.
-Σε γενικές γραμμές και μόνο ανά στιγμές ίσως όχι. Μάλλον όχι. Μα έχω υπάρξει εκεί.
-Και θα-
-Και θα ξαναυπάρξω, ναι. Πολλές φορές. Όλες τις φορές.
-Μ.
-Μα κάποιες στιγμές...

Τζούρα.

-...κάποιες στιγμές, δεν είμαι. Γυρνάω πλευρό στο κρεββάτι του κόσμου. Και ας είναι το χέρι σου δυο τρέμουλα πιο 'κει, για λίγες στιγμές δε με αγγίζεις. Κι ίσως και να μη θέλω, όπως μπορεί εσύ να μη θες να σε κοιτώ σαν ξεσπαθώνεις για να αποτελειώσεις ό,τι σου κληρονόμησαν τα παλιά εγκόσμια.
-Πάντα μαζί σου με βρίσκει όμως το πρωί.
-Να το θυμάσαι αυτό, ναι.

Ο μέσος εκτινάσσει την καπνίζουσα γόπα στο κενό.

-Τελικά η πληγή ποια είναι;
-Οι γραμμές στις παλάμες. Όταν αυτές αδειάζουν.

Ανασηκώνεται να τον φιλήσει -με όλους τους τρόπους.
Εκείνος ξυπνά και κοιτά την καφετιά γάτα στο στέρνο του.
Της χαμογελά. Την χαϊδεύει.

-Τι έγινε, τσούρμο θα μας βρίσκουν τα πρωινά;

Εκείνη απλώς γουργουρίζει ήρεμη.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Αφορισμός #Ε



-Δε χρειάζομαι να με φροντίζεις.
-Γι' αυτό το κάνω.