
Το ντουλάπι μου παραβιάστηκε. Έμεινε μέσα μόνο ένα μαγνητάκι από ένα σουβλατζίδικο. Ελπίζω να ήταν περισσότερα από ένα άτομα που το έκαναν. Δε μπορώ να φανταστώ ποιος θα κρατούσε για τον εαυτό του σημειώσεις για τον καρκίνο του μαστού, ένα βιβλίο του Μαρκέζ κι ένα ζευγάρι παπούτσια, τόσο γεμάτα αίμα και αντισηπτικό που ακόμα και η φωτιά που θα τα έκαιγε, έπρεπε να καεί για λόγους υγιεινής. Δε νομίζω πως υπάρχει άτομο με τέτοιο εύρος ενδιαφερόντων. Ακόμα κι εγώ που ήμουν ο κάτοχος, σιχαινόμουν αυτά τα κωλοπάπουτσα. Τα κρατούσα μόνο για να τα πετάξω. Είχε συμβολισμό μέσα, δεν ήταν τόσο ηλίθιο όσο ακούγεται.
Η 16χρονη αθίγγανη φωνάζει πως πονάει. Η Σομαλή με την αποκόλληση πλακούντα που μας έκανε να ντυνόμαστε τροχάδην προς το χειρουργείο, άρχισε επιτέλους να ρίχνει την πίεση. Η Ελληνίδα με το αλλεργικό σοκ, προτιμά να κοιμάται με το φως ανοιχτό. Αυτό το αποκρουστικό μπλε φως που βρίσκει κανείς μόνο σε σχολεία τις πρώτες ώρες της μέρας και σε νοσοκομεία τις τελευταίες της νύχτας. Αυτό το γαμημένο φως που με σκοτώνει.
Κοιτούσα τα χέρια μου. Ο ιδρώτας σε αφήνει να διακρίνεις το δέρμα σε σημεία, κάτω από τα λευκά γάντια. Στην αρχή, γιατί μετά καμιά ματιά δε φτάνει κάτω από το αίμα. Αυτά τα γάντια κάνουν όλα τα χέρια να φαίνονται όμορφα. Και το αίμα κάνει όλα τα χέρια να φαίνονται χρήσιμα. Κοιτούσα τα χέρια μου, το λευκό και το κόκκινο και κρατιόμουν να μη γελάσω. Απ' έξω φαίνονται όλα τόσο σημαντικά, τόσο σοβαρά. Ντύνεσαι με μια στολή που έχει περάσει από κλιβάνους και ακτινοβολίες, φοράς μια μάσκα που δεν αφήνει τα κατάλοιπα της ανάσας σου να αγγίξουν τίποτα, φοράς τα λευκά γάντια σου και είσαι έτοιμος να ανταποδώσεις για λίγο το νόημα της ζωής σου. Ήθελα τόσο πολύ να γελάσω. Ήθελα να φωνάξω κάτω από τη μάσκα "τι μαλακίες κάνουμε εδώ;" και να γελάσω, να σηκωθούμε όλοι να φύγουμε, οι σοβαροί, οι αναίσθητοι, οι αναισθητοποιημένοι, όλοι, να σηκωθούμε να φύγουμε και να προλάβουμε να κάνουμε κάτι με το χρόνο που μας έμεινε. Κάτι που δε θα ήταν γεμάτο προσποιητές σημαντικότητες.
Αν μάθαμε κάτι στην βραχύβια παραμονή μας εδώ, είναι να ξεχνάμε και να μετονομάζουμε την αρρώστια γύρω μας. Μάθαμε να πιστεύουμε πως το φυσικό είναι όμορφο, γιατί καταφέραμε να κλείσουμε το φυσικό έξω και μακρυά μας. Κι όλα όσα βλέπουμε μέσα από τηλεσκόπια, μικροσκόπια και μάτια που δεν κλαίνε εκλιπαρώντας για λίγες ενδορφίνες, τα ονομάσαμε θαύματα.
Είμαι ένα δωμάτιο δίπλα από ένα τέτοιο θαύμα. Ένα θαύμα που αυτή τη στιγμή ουρλιάζει το όνομά μου, από έναν πόνο που σε δύο ώρες, όλοι θα θεωρούμε πανέμορφο. Έναν πόνο που θα αναπαράγει πόνο που θα αναπαράγει πόνο, όπως τα πάντα στη φύση ξέρουν να κάνουν και να ξεχνούν.
Και όταν φοράω τα γάντια μου και μπαίνω μέσα στον πόνο αυτό, όταν τον κάνω μετρήσιμο, τον κάνω εκατοστά και ώρες και σταγόνες ανά λεπτό, κρατιέμαι να μην ρωτήσω "γιατί τα κάνουμε όλα αυτά ρε κορίτσι μου;"
Αλλά δε το κάνω. Λέω το παραμύθι, κρατάω τα νούμερα για τον εαυτό μου και αλλάζω γάντια.
Ξανά και ξανά και ξανά.

