Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Βορά

Θα πουν για μενα πως δεν έκανα πολλά.
Πως δεν ξεβράστηκα στις όχθες των ονείρων
Πως ακολούθησα τον δρόμο τον πλατύ
Πως έφαγα μόνο απ'το κάρπισμα των στείρων.

Θα πουν για μένα πως δεν έκλαιγα πολύ
Πως δεν χρειάστηκε ποτέ να λύσω μάγια
Πως δεν περπάτησα ποτέ μες στη βροχή
Κι απ' τα καράβια προτιμούσα τα καρνάγια.

Θα πουν πως έζησα μιαν ήσυχη ζωή
Και πως δεν ήλπιζα ποτέ ούτε ευχόμουν.
Κανείς δεν με έψαξε ποτέ μες στη γιορτή
Ήτανε σίγουροι, θα πουν, πως δε θα ερχόμουν.

Θα πουν για μένα πως δεν έζησα αρκετά
Και πως ξοδεύτηκα σε τοίχους να με χτίζω
Ποτέ δεν πήγα όσο έπρεπε μακριά
Και έτσι δεν έμαθα ποτέ πώς να γυρίζω.

Θα πουν για μένα πως δε μου άρεσε το φως
Και πως με βόλευε τα τζάμια να μαυρίζω:
"Δεν ήξερε η νύχτα ότι έχει δόντια, ο αγαθός;"
Μα στο σκοτάδι εγώ ο ίδιος με ταΐζω.

Θα πουν για μένα πως δεν ήμουν αρκετά
Πως θα μπορούσα άλλα τόσα να 'χω γίνει
Πως αν πουλούσα τις πληγές μου για χαρά
Ίσως μονάχος να μην είχα απομείνει.

Μην τους ακούς, εσύ που ζεις ακόμα ανάμεσά τους.
Ποτέ δεν έμαθα τον δρόμο τον πλατύ
Ποτέ δεν χώρεσα στα ξέπνοα πανιά τους.
Και αν δεν περπάτησα μαζί τους στη βροχή
Είναι γιατί βρωμάνε, όταν μουσκεύουν, τα όνειρά τους.

Θα πουν για μένα πως δεν ήξερα να ζω
Με γέλιο πως δεν ήξερα τις μέρες να στολίζω
Και δεν κατάλαβαν ποτέ πως κι αν πεινώ
Κάλλιο με κόκκινες μπουκιές τις νύχτες να ταΐζω.

Θα πουν για σένα πως δεν ήξερα να σ' αγαπώ
Και το σκοτάδι μου πως με όρκισε στο ψέμα.
Στη δόλια νύχτα τους, το φως φέγγει θαμπό
Κι έχουν ξεχάσει τ' άστρα που τους έκαψαν το βλέμμα.

Μην τους ακούς, εσύ που ζεις ακόμα ανάμεσά τους.
Όπου κι αν πήγα, πάντα εδώ ξαναγυρνώ
Στη γη όπου σκιάζουν, διπλωμένα, τα φτερά τους.
Κι όπου γιορτάσαν τη σπορά, ποτέ δεν μ' είδες να περνώ
Γιατί βρωμάνε, όταν ανθίζουν, τα όνειρά τους.

Μην τους ακούς, εσύ που ζεις ακόμα ανάμεσά τους.
Δεν έλειψα ποτέ, ούτε ανάσα, απ' τη γιορτή
Κι αν δεν με γνώρισαν ποτέ, ήμουν μπροστά τους.
Και τρέμω, κάποτε, μην ζήσω όπως αυτοί
Και μην πεθάνω όπως γεννιούνται τα παιδιά τους.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

I was gentle.

When their first evening came
I did not flinch
I did not run
But offered all my mornings
Extinguished my small sun
And I was gentle.

And when their first night came
I was not frightened
And did not reach for fire
But laid down all my days
Put out my own dim moon
And I was gentle.

And when true darkness fell
I was not angry
Nor did I feel the light was owed
I joined the dark with my own
Weighed with my young dead stars
And I was gentle.

And when the morning came
I was elated to be richer
An altar worthier of sunsets
But in the light they ran
And they hid and they cowered
And still, I was gentle.

I built myself into a thing unlit
No sun, no moon, no stars, no fire
All gone but scent and touch and words
And still it was too bright
And still it was too warm
Though I was gentle.

So now when the days begin to fall
I rudely shine my brightest
Unkindly burn my hottest
And make the shadows deeper for them all
I doubt they'll know this is my one way left
Of being gentle.

And should the winter bring them back
Should they retrace their course upon the snow
I really, really, gently hope
They do not face me now at all
And know to stand behind me
Where they might think me gentle, still.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Χίλιες καμιά νύχτες.

Υπάρχει ένας κύριος στο βαγόνι μου
Με στολή παραλλαγής και κουρασμένο βλέμμα
Είναι κρυμμένος, όπως κι εγώ, από το πρώτο φως
Βαθειά κάτω απ' τη γη, στο θολό ενδιάμεσο
Της παλιάς νύχτας και της νέας, ολόιδιας ημέρας.

Και σίγουρα θα έρθει μια στιγμή στη ζωή του
Από αυτές, της ημινηφάλιας ανασκόπησης
Όταν μεταξύ σοβαρού και αστείου
Ρωτάμε δυνατά πότε περάσαν τόσες ανατολές
Και πόσο από εμάς αδειάσαμε μέσα τους.

Και σίγουρα, σίγουρα, θα θέλει να το πει
Στον άνθρωπο που θα είναι δίπλα του τότε
"Θυμάμαι εκείνη τη μέρα, ακόμα δεν είχε ξημερώσει
Και στεκόμουν όρθιος στο βαγόνι και μετρούσα
Πόσα άλλα μέρη υπήρχαν που θα ήθελα να είμαι."

Και σίγουρα, σίγουρα, μέσα του θα ξέρει
Ότι κανείς δεν θα νοιαστεί πραγματικά.

Κανείς δεν νοιάζεται για τις ξένες ιστορίες
Για τις πρωινές στιγμές που δεν επέζησε ο ίδιος
Κι αν από ευγένεια τις ακούει, θα τις ξεχάσει
Και αν μέσω δικών του ιστοριών τις συγκρίνει
Δεν βρίσκει τίποτα κοινό, όπως με όλα τα κοινότυπα.

Πες πόσο θες οι ιστορίες σου να αλλάξουν τον κόσμο
Και πώς καμία ανάμνηση δεν ξεθωριάζει στα αλήθεια
Και πως κανένα παραμύθι δεν κάνει το επόμενο παλιό
Μα σίγουρα, σίγουρα μέσα σου θα ξέρεις
Κανείς, ποτέ, δεν νοιάζεται.

Στο μέσο προσδόκιμο της φούσκας μας
Τίποτα πέρα από την επικάλυψη δεν φέρει κύρος
Κανένα γεγονός, ποτέ, δεν θα είναι κοσμογονικό
Παρά μόνο για τους παρόντες ή/και τους μάρτυρες
Γιατί όσοι έλειπαν, δεν θα νοιαστούν.

Όπως κι αυτούς δε θα τους μνημονεύσει κανείς.

Η μεγαλύτερη χαρά σου και η βαθύτερη λύπη σου
Όλα όσα σε όρισαν και σε οδήγησαν εδώ
Αυτά που άφησες να σε γκρεμίσουν
Απλώς γιατί ήλπιζες να το αξίζουν εν τέλει
Είναι για πάντα, για όλους, ασήμαντα.

Υπάρχει ένας κύριος στο βαγόνι μου
Που θα προτιμούσα να κοιμάται
Και να μην έχει πράγματα να πει
Είναι δύσκολο να τραγουδάς ωραία
Όταν έχουν όλοι έναν στίχο να θυμηθούν.

Και σίγουρα, έχεις ήδη αναρωτηθεί
Πόσα θα 'χες προλάβει να δεις
Αν δεν είχες διαβάσει τις λέξεις μου
Και σίγουρα, σίγουρα μέσα σου θα ξέρεις
Πόσο πολύ δεν νοιάζεσαι γι' αυτές
Κι από που ήρθαν.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Darkness given hunger.

The omnivore river has eaten through bone.

This is no world where victory applies
These are no times when wars truly end
Yet I smile as I put out my cigarette
On iridescent wings and broken mandibles
I smile as I still stand
Inedible and whole.

I knew then, when my days were happy
That the child would be slain
The flesh would be poisoned
The sight would be tainted
I knew then, before the insects came
That to wake is to lose
That to rise is to break.

The omnivore night has eaten through herself.

And now I stand right where it began
No more a promise to carrion
No more a billion bites to nothingness
Under my heels lies an army
Under my wounds rages new blood
On my shoulder rides immunity
And my blunted years are stained
With my tutor's ichor.

The omnivore river did eat to the bone
But there's a small piece of darkness in there
Deep in the heart of my marrow
A darkness with a taste of its own
A blind, relentless anti-will to persevere
A symbiont that drains me in order to survive
And the buzzing river tasted much like my blood.

-

This is no world where victory applies
Nor are these times where wars may end
But I'm back on a road with a horizon
I am back on my way, away.
And though sometimes I wonder
When will this skin belong to me no longer
I cannot wait, not anymore:
I serve a darkness given hunger
And I have rivers to eat.