Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Passenger seat.

 Δεν είχα λέξεις
Κι ας μιλούσα πολύ.
Δεν είχα λέξεις
Κι ας τις χρειαζόμουν όλες.

Δεν είχα λέξεις
Γιατί πίστεψα στη σιωπή.
Δεν είχα λέξεις
Γιατί τις έκρυβαν τα ημερολόγια.

Χίλιες φορές κοίταξα
Και όλες τους, σε Είδα.
Χίλιες φορές τον ίδιο δρόμο
Από την ίδια μία αρχή του.

"Φτάσαμε" είπα και έλεγα ψέμματα:
Ποτέ δεν φτάσαμε ολόκληροι.

Κι έπρεπε να σε ξυπνήσω.
Και δεν θέλω πια να κοιμηθώ.

Δεν είχα λέξεις
Συγγνώμη
Δεν είχα λέξεις
Μόνο αυτές που έφτιαξαν οι τρελοί
Οι πεινασμένοι
Λέξεις που εφηύραμε
Για να ακούγονται πάνω απ' τον θόρυβο του κόσμου
Αν τύχαινε ποτέ και μίκραινε όπως απόψε
Έστω για λίγο, έστω και τώρα, πάντα ξανά.

Χίλιες φορές να χαθώ
Είναι το ίδιο ανεξήγητο που με βρίσκει
Χίλιες φορές να μου χαριστείς
Δεν θα 'χω λέξεις ποτέ
Τις ίδιες που δεν έχεις κι εσύ
Αυτές που σαν εμάς, τις φυλάμε ανείπωτες
Πολύτιμες όχι παρ' όλο
Μα επειδή είναι περιττές.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

XIX

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/a3/Giant_prominence_on_the_sun_erupted.jpg

Είδα σήμερα στον ύπνο μου
Ότι σε έσερνα απ' τα μαλλιά
Λες και δεν ήξερες να φεύγεις
Λες και δεν ήξερες να περπατάς.
Και θυμάμαι να σκέφτομαι
Πως μερικά όνειρα δεν τελειώνουν
Θυμάμαι να λέω πως η αιωνιότητα
Δεν είναι αυτό που διαρκεί για πάντα
Μόνο αυτό που επαναλαμβάνεται.
Θα μπορούσα να σου μιλήσω τώρα
Για το πώς όλα αυτά είναι λέξεις
Φτηνής τετραδιάστατης χλεύης
Και πως η αιωνιότητα υπάρχει
Σε χίλιες μορφές -απλώς όχι για εμάς.

Είδα σήμερα στον ύπνο μου
Ότι έκλαιγες στα κρυφά
Λες και δεν ήξερα πως μπορείς
Λες και δεν ήξερα πως ευθύνομαι.
Και θυμάμαι να σκέφτομαι
Πως στα όνειρα δεν τελειώνουμε
Θυμάμαι να λέω πως ο ύπνος
Είναι το τελευταίο παράνομο καταφύγιο
Ένα μικρό κάστρο από κόκκους δευτερολέπτων.
Θα μπορούσα να σου μιλήσω τώρα
Για το πώς όλα αυτά είναι λέξεις
Λέξεις όπως εσύ, όπως εγώ
Και πως μερικοί άνθρωποι
Μιλάνε στον ύπνο τους.

Σήμερα δε θα ξανακοιμηθώ ποτέ
Χθες δεν θα είμαι ποτέ ξύπνιος
Και αύριο
Αύριο ήμουν εγώ το όνειρο.

Είδα σήμερα στον ύπνο μου
Ότι είπα μονάχα λίγες λέξεις
Λες και ήξερες να ακούς
Λες και ήξερες να πιστεύεις.
Και θυμάμαι να σκέφτομαι
Πώς οι νεκροί μπορούν να βοηθούν
Και πως ένα μνήμα στο φως
Μπορεί να είναι ένα μήνυμα τη νύχτα.
Σήμερα δε θα κοιμηθώ
Ποτέ ξανά με κανέναν
Κι αν δω στον ξύπνιο μου κάποιο όνειρο
Θα το σύρω απ' τα μαλλιά ως τον ήλιο
Λες και θα ξέρει να μην καίγεται
Λες και θα ξέρει να μην κλάψει
Όταν δει πώς εδώ δεν έχει σκιά.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Than serve in Heaven.



The savage truth is that the goodness that we preach
Revolves around the notion of an absent evil
Involves the blind spot of a will that perceives
Itself as something self-excluding
Dissolves in words that are too many or too few
To constitute a structure impervious to thirst.

The mindless youth is burdened with the blame
Regarding chance assaults on chance itself
Concerning its own with perpetuating
The temporary
Converting the reality of flesh to a core belief
Of egotistic selflessness, immune to evolution.

Draw blood then soothe; the seeds of peace
Take root in conflict, loss and absence
Kill enough of yourself so the rest may grow
Lose enough of your god so the ape may find shelter
Never forget not to remember
And the path will turn into a way.

The savage truth is that the apotheosis we seek
Is still undeserved by our incoherent, limping psyche
And runs its humble course through avenues of tissue
Residing in our primate language, in our wet, raw tongue
And into sinew and muscle and tendon and nerve
This passing temple is itself the only idol it can hold.

For your skin is the conduit of will
For your words are the last true commandments
For the absence of evil is to acknowledge the flesh
The half-circle to reason: the means to a beginning
Of a kingdom that's come and will ever become;
So swallow the tail of your serpentine thoughts
For only a beast that is fed is truly your own.