Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

10 διάσημες ατάκες...



...από χαρακτήρες τραγουδιών:


I'm actually very much convinced that everything glittering is in fact gold.
-The Lady

My loony bun is fine.
-Benny Lava

John, go do my will.
-God

I've lost control again...
-She

We are all just prisoners here, and of our own device if I may add.
-The Captain

Come on Eric Adams, I'm waving you on.
-The Fallen One, standing in flames.

Don't be afraid, I'll give you immortality and grace for your soul.
-The First angel

I don't care.
-Pierre

I have come to be your transformer.
-The Goat

Δέκα φράγκα κάνει, στο αφήνω εφτά.
-Ένας γέρος έμπορος στο Αλγέρι

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Veritas vos liberabit.



Σε αυτή την καταχώρηση, προκαλούμαι από ένα παραπληγικό να παίξω ένα παιχνίδι. Πρέπει να γράψω 4 πράγματα, εκ των οποίων μόνο το ένα είναι αληθές.

1. Έχω online κατάστημα με συλλεκτικούς GI-Joe στο eBay.
2. Είχα πηδηχτεί με την πρώτη ξαδέρφη μου όταν ήμουν 15.
3. Δεν ξέρω να δένω τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
4. Έχω φάει σχεδόν όλους τους γνωστούς γευστικούς συνδυασμούς βάφλας.

Προκαλώ σε αυτό το παιχνίδι την garnele και την pooka.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Blasphemies.

Photobucket

Photobucket

Photobucket

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

Αφορισμός #5



Όσο υποχωρείς και βηματίζεις προς τα πίσω,
τόσο πλησιάζεις εκεί απ' όπου ξεκίνησες.
Και θυμάσαι ποιος είσαι μόλις φτάσεις
πάλι
στην αρχή
-εκεί που οι υποχωρήσεις σταματούν.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Kindly refill.



The warmth is leaving the thin glass walls. Abandoning the sleek, transparent palissades, it slips inside my fingers.
Thermodynamics. Isn't that kind of law that brings us here again? Can't hear you.
I wish she could unwrap her mouth from 'round my shaft. I wish I could just snap my fingers and she vanished.
The long-term intimacy of strangers -alienation is the strongest bond between us, it's shared by the whole world.
But she is so much the same. Another sip. Another sip. Another sip. Synchronization -I bet I don't taste sweeter.
She came to me and smiled. She came and gazed at me as if I was supposed to interact. With smiles and gazes?
What the fuck.
She told me her name was something, but I only heard "ordinary".
She told me various things that ought to make me feel flattered. I only heard "bad taste".
And then she touched me, and then the mathematics bloomed.
The patterns spread and flanked and dominated her, the numbers and the chances, the routes and the restraints.
The routine equations.
Goddamn, why did I ever bother, she's still just muscles, hormones and psychology.
She doesn't really ask me whether I am afraid of living, she doesn't really thrash me down her pits...
She's just a non-electrical, uncharged, unnerved machinery supply.
Goddamn, why did I even bother to think up to this line.
This service kills me. Suffocates me. Bores me to the core.
So let the body heave on its reactions while I go strolling on the happy days.
I'll leave this cold dystopia, this crumbled future that only weighs as much as dogfood glory.
I will go back, electrocute the faded memories, the faded proof of brighter moments.
I'll try to stand again over the raging Atlantic, stand on the western end of my continental mother.
I'll try to see the foam exploding on the rocks again, I'll try to hear the big white seagulls raiding the breeze.
Until it ends, until my nerves discharge electrolytes, until oxytocin whips out the wet reward of one tongue lashing flesh.
Until it ends, I will be innocent again. Until it ends, I will be needless of her lust -needless in a holier way.
Alas, it never lasts long enough, does it? A question asked to anyone, regardless of their gender.
And so we're back, beneath our polished ceiling and our ordered environment, with bloody heels upon the unpredictable.
Don't kiss my lips, goddamn, I've just seen them suck me for God's sake. And don't touch my face, don't act tender.
I, I do not love you.
Not that you do, you're just intoxicated with a false bravado, a foolish faith you're letting yourself get hurt.
Bitch, I'm not even hurting you.
Don't think -kindly refill this- that your weak blend of sacrifice and good, good will impresses anyone.
You're not my Jesus -hell, even Jesus himself is not. And you're not some antihero for tolerating me.
It's just a choice for both of us, it makes you stupid, it makes me bored. Punkt. That's all there is to it.
So love. Do leave the tenderness aside. Do live the act as if it was really the case. We've come this far, we tread on the dreams of our good days every fucking moment. We suffocate the visions of our paradise lost with every breath that hauls small molecules of oxygen inside.
What I'm trying to say is, we hate this. We never wanted it to end this way.
But this doesn't mean we're some sort of Shakespearian lovers whose love is gasoline and circumstances fire.
We're Epicurean. Biomechanical hedonists, who hopefully invest in style. So if you're planning on despairing, crying, breaking, going mad, humanely loving me -do so in style.
I ask of nothing else, of anyone, anymore.
Kindly refill –let’s drink to the Atlantic.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

The cats of Ulthar.



Ι.


Λέγεται, πως στην Ulthar, που στέκει πέρα από τον ποταμό Skai, κανείς δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα -και αυτό μπορώ πράγματι να το πιστέψω, καθώς κοιτώ αυτή που κάθεται γουργουρίζοντας μπροστά στο τζάκι. Γιατί η γάτα είναι αινιγματικό πλάσμα και κοντά σε παράξενα πράγματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Είναι η ψυχή της παλιάς Αιγύπτου και φέρει μύθους από ξεχασμένες πόλεις στην Meroe και στο Ophir. Συγγενεύει με τους αφέντες της ζούγκλας και είναι κληρονόμος των μυστικών της αρχαίας και σκότιας Αφρικής. Η Σφίγγα είναι εξαδέρφη της και μιλά την γλώσσα της -αλλά είναι αρχαιότερη από την Σφίγγα και θυμάται αυτά που εκείνη έχει ξεχάσει.

Στην Ulthar, πριν οι αρχές απαγορεύσουν το φόνο των γάτων, ζούσε εκεί ένα ζευγάρι, ένας γέρος και η γυναίκα του, που έβρισκαν χαρά στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν τις γάτες των γειτόνων τους. Γιατί το έκαναν αυτό, δεν μπορώ να ξέρω -ίσως επειδή πολλοί μισούν τη φωνή της γάτας τη νύχτα και θορυβούνται με τον τρόπο που οι γάτες τρέχουν αθόρυβα σε κήπους και αυλές το σούρουπο. Αλλά όποιος και αν ήταν ο λόγος, ο γέρος αυτός και η γυναίκα του, απολάμβαναν το παγίδευμα και τον φόνο κάθε γάτας που έφτανε κοντά στο καλύβι τους -και από κάποιους ήχους που άκουγε κανείς στο σκοτάδι, πολλοί συγχωριανοί τους πίστευαν πως η μέθοδος του φόνου ήταν ιδιαίτερα περίεργη. Αλλά αυτό δεν το συζητούσαν με τον γέρο και τη γυναίκα του εξ' αιτίας της συνήθους έκφρασης των δύο και επειδή το καλύβι τους ήταν τόσο μικρό και κρυμμένο στα σκοτάδια κάτω από τις ιτιές και πίσω από την παραμελημένη του αυλή. Στην πραγματικότητα, όσο και αν οι συγχωριανοί τους μισούσαν το γέρικο ζευγάρι, άλλο τόσο και περισσότερο τους φοβούνταν. Και αντί να τους επιπλήξουν ως άγριους δολοφόνους, απλώς φρόντιζαν να μην παραστρατήσει κάποιο αγαπημένο κατοικίδιο προς το απομονωμένο καλύβι κάτω από τις ιτιές. Όταν μέσω κάποιας αναπόφευκτης παράλειψης, κάποια γάτα έλειπε και ακούγονταν ήχοι μέσα στη νύχτα, ο απωλέσας θα θρηνούσε ανήμπορος ή θα παρηγορούσε τον εαυτό του ευχαριστώντας τη Μοίρα που δεν ήταν κάποιο από τα παιδιά του που εξαφανίστηκε έτσι. Γιατί οι κάτοικοι της Ulthar ήταν απλοί άνθρωποι και δεν ήξεραν πότε και από που πρωτοήρθαν οι γάτες.

ΙΙ.

Μια μέρα ένα καραβάνι με περίεργους νομάδες από το Νότο, μπήκε στα καλντερίμια της Ulthar. Μελαμψοί ήταν και δεν έμοιαζαν με τους άλλους περαστικούς ταξιδιώτες που περνούσαν από την μικρή πόλη δυο φορές το χρόνο. Στο παζάρι έλεγαν τη μοίρα για ασήμι και αγόραζαν πολύχρωμες χάντρες από τους εμπόρους. Ποια ήταν η πατρίδα αυτών των περιπλανητών, κανείς δεν ήξερε, αλλά φαίνεται πως είχαν παράξενες προσευχές και είχαν ζωγραφίσει στις πλευρές από τις άμαξές τους περίεργα σχέδια με σώματα ανθρώπων και κεφάλια από γάτες, γεράκια, κριούς και λιοντάρια. Και ο οδηγός του καραβανιού φορούσε μια κάσκα με δυο κέρατα και έναν περίεργο δίσκο στερεωμένο ανάμεσά τους.

Υπήρχε σε αυτό το περίεργο καραβάνι ένα μικρό αγόρι, χωρίς μάνα ή πατέρα, αλλά μόνο με ένα μικρό μαύρο γατάκι για παρέα. Η πανώλη του είχε πάρει πολλά, αλλά του άφησε αυτό το μικρό χνουδωτό πραγματάκι να απαλύνει τον πόνο του -και όταν κάποιος είναι παιδί, μπορεί να βρει μεγάλη παρηγοριά στη ζωντάνια και στα παιχνίδια ενός μικρού μαύρου γατιού. Έτσι το αγόρι που οι μελαμψοί άνθρωποι φώναζαν Menes, χαμογελούσε συχνότερα απ' ότι δάκρυζε καθώς καθόταν παίζοντας με το γατάκι του μπροστά σε μια περίτεχνα ζωγραφισμένη άμαξα.

Το τρίτο πρωινό της παραμονής των περιπλανητών στην Ulthar, ο Menes δεν έβρισκε το γατάκι του. Και καθώς έκλαιγε δυνατά στο παζάρι, κάποιοι χωρικοί του είπαν για τον γέρο και την γυναίκα του και τους ήχους που ακούγονταν τη νύχτα. Και όταν άκουσε αυτά τα πράγματα, το κλάμα του έδωσε τη θέση του στον διαλογισμό και εν τέλει στην προσευχή. Σήκωσε τα χέρια του προς τον ήλιο και προσευχήθηκε σε μια παράξενη γλώσσα που κανείς χωρικός δεν καταλάβαινε -αν και κανείς δεν προσπάθησε ιδιαίτερα να καταλάβει, καθώς η προσοχή όλων ήταν στραμμένη στον ουρανό και στα περίεργα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα. Ήταν περίεργο, μα καθώς το αγόρι πρόφερε τις ικεσίες του, φαινόταν σαν να σχηματίζονται σε αυτά αέρινες φιγούρες από κερασφόρα πλάσματα στεφανωμένα με δίσκους. Η φύση είναι γεμάτη από τέτοιες ψευδαισθήσεις για να εντυπωσιάζει τους ονειροπόλους.

ΙΙΙ.

Εκείνη τη νύχτα οι ταξιδιώτες έφυγαν από την Ulthar και κανείς δεν τους ξανάδε ποτέ. Και οι κάτοικοι προβληματίστηκαν όταν είδαν πως σε όλη την πόλη δεν υπήρχε γάτα για δείγμα. Από κάθε σπίτι, οι γάτες είχαν εξαφανιστεί, μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρι, με ρίγες, κίτρινες και λευκές. Ο γερο-Kranon, ο δήμαρχος, ορκιζόταν πως οι μελαμψοί άνθρωποι τις πήραν όλες μαζί τους για να εκδικηθούν το γατάκι του Menes και καταράστηκε το καραβάνι και το αγόρι. Αλλά η Nith, η συμβολαιογράφος, δήλωσε πως ο γέρος και η γυναίκα του ήταν πολύ πιο ύποπτοι -γιατί το μίσος τους για της γάτες ήταν διαβόητο και αυξανόμενο. Αλλά και πάλι, κανείς δεν τολμούσε να παραπονεθεί στο γέρικο ζευγάρι ούτε ακόμα και όταν ο μικρός Atal, ο γιος του πανδοχέα, ορκίστηκε πως είδε όλες τις γάτες της Ulthar το σούρουπο σε εκείνη την καταραμένη αυλή να βηματίζουν πολύ αργά και νωχελικά σε ένα κύκλο γύρω από το καλύβι, δύο-δύο, σαν σε κάποια παράσταση ή ανήκουστη τελετή. Οι χωρικοί δεν ήξεραν πόσα να πιστέψουν από όσα έλεγε ένα τόσο μικρό παιδί και ενώ φοβούνταν πως το γέρικο ζευγάρι είχε παρασύρει και αποπλανήσει τις γάτες προς το χαμό τους, αποφάσισαν να μην επιπλήξουν τον γέρο μέχρι να τον συναντήσουν τυχαία αυτοπροσώπως έξω στην σκοτεινή και απωθητική αυλή του.

Έτσι η Ulthar κοιμήθηκε με άδειο θυμό εκείνη τη νύχτα και όταν όλοι ξύπνησαν το επόμενο πρωί -ιδού! Όλες οι γάτες ήταν πίσω στη θέση τους. Μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρι, με ρίγες, κίτρινες και λευκές, καμία δεν έλειπε. Πολύ λαμπερό ήταν το τρίχωμά τους και πολύ χοντρές φαινόντουσαν οι γάτες και θορυβώδες ήταν το γουργουρητό τους. Οι χωρικοί μιλούσαν μεταξύ τους για το συμβάν και δεν ήταν λίγη η κατάπληξή τους. Ο γερο-Kranon επέμενε πως ήταν το καραβάνι που είχε απαγάγει τις γάτες, γιατί ποτέ καμία γάτα δεν γύρισε ζωντανή από το καλύβι των γέρων. Και όλοι συμφωνούσαν πως η άρνηση όλων των γάτων να φάνε τις μερίδες τους ή να πιουν το γάλα τους, ήταν υπερβολικά παράξενη. Και για δυο ολόκληρες μέρες οι νωθρές γάτες της Ulthar δεν άγγιξαν το φαγητό, αλλά λαγοκοιμόντουσαν κάτω από τον ήλιο ή μπροστά στο τζάκι.

Είχε περάσει μια βδομάδα πριν οι χωρικοί προσέξουν πως δεν φαινόντουσαν πια φώτα από το καλύβι κάτω από τις ιτιές. Τότε η Nith παρατήρησε πως κανείς δεν είχε δει τον γέρο και την γυναίκα του από τη νύχτα που οι γάτες έφυγαν από τα σπίτια. Άλλη μια βδομάδα πέρασε και ο δήμαρχος αποφάσισε να παραμερίσει το φόβο του και να επισκεφθεί το περίεργα σιωπηλό σπιτικό όπως είχε καθήκον να κάνει. Φρόντισε παρ' όλα αυτά να πάρει μαζί του τον Shang τον σιδερά και τον Thul τον λατόμο. Και όταν έσπασαν την ξύλινη πόρτα βρήκαν μονάχα τούτο: δυο πεντακάθαρα ξεψαχνισμένους σκελετούς στο πάτωμα και μερικά σκαθάρια στις γωνίες.

Υπήρξε πολύ κουβέντα στο συμβούλιο της Ulthar. Ο Zath, ο ιατροδικαστής λογομάχησε πολύ με τη Nith, και ο Kranon, o Shang και ο Thul ήταν πλημμυρισμένοι από ερωτήματα. Ακόμα και ο μικρός Atal, ο γιος του πανδοχέα, ανακρίθηκε και του έδωσαν γλυκά για ανταμοιβή. Μίλησαν για τον γέρο και τη γυναίκα του για το καραβάνι με τους μελαμψούς νομάδες, για τον μικρό Menes και το μαύρο γατάκι του, για την προσευχή του και τον ουρανό, για την απουσία κάθε γάτας εκείνη τη νύχτα και για τα ευρήματα στο καλύβι κάτω από τις ιτιές.

Και στο τέλος, το συμβούλιο πέρασε αυτόν τον αξιοσημείωτο νόμο που συζητείται από εμπόρους στη Hatheg και λέγεται από ταξιδιώτες στη Nir: πως στην Ulthar, κανείς δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα.

~

Η ιστορία είναι του H.P. Lovecraft. Η μετάφραση είναι από εμένα, προσπαθώντας να μείνω πιστός στο πρωτότυπο. Το φύλο των πρωταγωνιστών είναι τυχαίο, όπως είναι και των πόλεων.