Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Out in the open.




Σε μια ωρίτσα οδεύω προς αεροδρόμιο και από εκεί για τα Καρπάθια. Σλάβικα φύλα έρχομαι. Ουηνκ.

Τα λέμε στις 3/8.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Επισημάνσεις.



Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον post από τον ClouD.
Νομίζω πως θα μπορούσα να το φιλοξενήσω στο δικό μου μέσα σε εισαγωγικά και με την πηγή αντί για το "post της μέρας", αλλά γενικά για πράος άνθρωπος ο προαναφερθείσας κύριος έχει ωραίο blog και είπα να το διαφημίσω πιο έντονα με αφορμή την postάρα αυτή.

Here comes the electricity.

Photobucket

Μια κόκκινη λάμπα σε ένα μαύρο κουτί
και ένα μικρό μεταλλικό δίχτυ που φιλάει τα χείλη της Τάνιας
και έξι χορδές που απειλούν τον κόσμο ακίνητες
και τέσσερις που θα τον ξαναχτίσουν
και χάλκινες βροντές και κοσμικές μεμβράνες.

Η κόκκινη λάμπα ανάβει, το μαύρο κουτί βουίζει
Οι έξι χορδές γκρεμίζουν τις πολυκατοικίες, καίνε τους κήπους
Οι τέσσερις άλλες φτιάχνουν μονολιθικά καταφύγια
Και ο ουρανός βάλλει με τα κανόνια του το σύμπαν
Λίγο πριν η Τάνια αρχίσει να τραγουδά
Και όλα σταματούν
Και όλα αρχίζουν

Αυτό το κορίτσι που κλαίει και τραγουδάει
Αυτή η γυναίκα που γελάει όταν η σιωπή επιτρέπει ανάσες
Φωνητικές χορδές που πάλλονται στο ρυθμό της αρχαίας πόλης
Των αρχαίων πόλεων
Και στίχοι που είναι λόγια απλά μα ανείπωτα
Τσιγάρα που καίγονται μόνα τους και αλκοόλ που εξατμίζεις εσύ
Στάχτες τσιγάρου στις στάχτες των πόλεων

Οι χορδές πολεμάνε με λύσσα και άμιλλα
Ο κόσμος καίγεται
Για την Τάνια
Ο κόσμος καίγεται για να τραγουδήσει η Τάνια
Πρέπει να μυρίσει θειάφι, πρέπει να μαυρίσουν κόκκαλα
Μια επίκληση στο ρυθμό των τυμπάνων του Κόσμου
Για την Τάνια
Για την Τάνια που αν δεν τραγουδήσει, όλα θα είναι αμετάκλητα

Αλλά η Τάνια τραγουδάει
Η Τάνια φιλά το μικρόφωνο και σκίζει το όραμα του χαμού
Και όλα είναι δέος
Και όλα είναι η ανελέητη ομορφιά.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Μεθαδόνη.



Τα χείλη άσπρισαν λίγο στο σημείο που τα έσφιξε μεταξύ τους.
Σκούπισε τσαντισμένη τα μάτια της, παρασέρνοντας μαζί με τα τεκμήρια της θλίψης και αρκετή ποσότητα σκιάς. Με δάχτυλα που σταμάτησαν να τρέμουν μόλις το βλέμμα της έπεσε πάνω τους, έπιασε το πακέτο τσιγάρων μέσα στην τσάντα. Έπιασε ένα από το λευκό του φίλτρο και το τράβηξε έξω αργά, περιστρέφοντάς το με τα όμορφα, μακρυά της δάχτυλα.

Το κλικ του αναπτήρα, η φωτιά, το τσιτσίρισμα του καπνού.
H εκπνοή.
Όλα στο πρόγραμμα.
Και σε λίγες μέρες και υπό έλεγχο.

Είχε έναν μεγάλο πανικό μέσα της. Μια αίσθηση πως υπήρχε εκεί βαθειά στο στέρνο της κάτι, κάτι που ως τώρα ήταν διπλωμένο και ζεστό, μα τώρα κρύωσε και άρχισε να ξετυλίγεται και απλωνόταν, απλωνόταν στους ορίζοντες του στέρνου της ασταμάτητα. Την άγχωνε αυτό, προσπάθησε πολλές φορές να το παραλληλίσει με κάτι, να του φτιάξει μια εικόνα και να το αντιστοιχήσει με αυτήν, αλλά μάταια. Σκέφτηκε πολλές φορές τον βασιλιά που ζει σε μια καλύβα στην έρημο, μα η καλύβα του γκρεμίζεται και πλέον δεν έχει την πολυτέλεια να μη νοιάζεται για το βασίλειό του, σκέφτηκε τον νομπελίστα που πήρε σύνταξη και δεν ήξερε τι να κάνει πια με τον μεγάλο του χρόνο, αλλά τίποτα από αυτά δεν παραλληλίστηκε ποτέ εντελώς με την αίσθηση άγχους μέσα της.

Χθες το βράδυ, είχε καθήσει ανάσκελα στο κρεββάτι της και σκεφτόταν. Είχε φτάσει σε ένα ισχυρό στάδιο εκλογίκευσης όλων των αποτελεσμάτων, είχε φτιάξει ένα πυκνό αλλά λειτουργικό σύστημα αίτιων και αιτιατών, είχε μια απάντηση στο κάθε "γιατί". Μόνο δύο πράγματα δε μπορούσε να ελέγξει: πρώτον, την ανάγκη της να νοιώσει πως αγαπιέται από κάποιον και δεύτερον, μια ευχή που δεν ήξερε από ποια παιδική χαρά ερχόταν, να ήταν τα πράγματα αλλιώς.

Το δεύτερο την έθλιβε πάρα πολύ. Ήταν εντελώς ηλίθιο, σε όλη της τη ζωή υπήρξε κυνική και ρεαλίστρια, ήξερε πως τα πράγματα είναι έτσι όπως είναι και αν σου αρέσουν. Αυτή τη φορά (υπέθετε), τα πράγματα ήταν και πάλι όπως ήταν, αλλά αυτή είχε καταφέρει να τα βιώσει διαφορετικά. Ένοιωθε πως τόσο καιρό, είχε στα χέρια της ένα κομμάτι ξερής λάσπης και έπαιζε μαζί του όπως θα έπαιζε με χρυσό. Και ήταν σαφές πως ήταν έτσι πια, δεν έψαχνε να βρει ούτε ψίχουλα χρυσού στη λάσπη, ούτε ένοιωθε πια τόσο άσχημα για το λάθος που είχε κάνει -στο μέλλον θα πρόσεχε. Αυτό που πονούσε, ήταν πως παρά το ότι η αφορμή ήταν ψεύτικη, αυτά που είχε περάσει, ήταν αληθινά. Και πάλι, ήξερε πως όλες αυτές οι εμπειρίες δεν ήταν κάτι μοναδικό, εξάλλου πήγαινε ήδη πολύς καιρός που τις είχε ζήσει. Ένοιωθε την ίδια θλίψη για τις φορές που όντως κρατούσε στα χέρια της χρυσό, τις έλειπαν στιγμές που όντως είχαν αμφίδρομη ουσία και δεν ήταν απλώς χαρούμενα όνειρα. Και ήξερε πως θα ξαναζούσε τέτοιες στιγμές, ήταν σχεδόν καταδικασμένη να ζει τέτοιες στιγμές, αλλά την πείραζε... τι την πείραζε; Το ξέχασε. Προσπάθησε να θυμηθεί. Α ναι, ότι τώρα δεν τις είχε. Το οποίο θα διορθωνόταν εύκολα αν-

Αν ένοιωθε πως κάποιος την αγαπούσε. Ήξερε βέβαια πως είχε φίλους που το έκαναν αυτό, ήξερε πως αρκεί να έλεγε "δεν είμαι καλά" και αμέσως θα περιστοιχίζονταν από ανθρώπους γεμάτους μυαλό, κατανόηση και ουσιαστική θέρμη (ήταν σχεδόν ένας χρόνος από τότε που τα άφησε αυτά για τη μεγάλη ψευδαίσθηση) που θα την έκαναν όντως να θυμηθεί ποια είναι, τι κουβαλάει, τι έχει περάσει και τι έχει καταφέρει. Αρκούσαν αυτές οι 3 λέξεις τρυφερής ομολογίας για να καταλάβει πάλι απ' την αρχή πως απλώς έκανε μια λάθος επένδυση αγαθών που δε χάνονται.

Το πρόβλημα όμως, ήταν πως δεν ήθελε να χρειάζεται κάτι τέτοιο. Είχε ήδη μιλήσει σε δύο ανθρώπους που την αγαπούσαν και τους είχε αδικήσει και συγκινήθηκε βαθειά από το πόσο πηγαία και αληθινά την συγχώρεσαν και θα ήταν έτοιμοι να της σταθούν αν το ζητούσε. Και πήρε μια ακόμα βαθύτερη ρουφηξιά όταν σκέφτηκε πως τους είχε αδικήσει για την ίδια ψευδαίσθηση που αδίκησε τον εαυτό της. Αλλά όπως και να είχε, δεν ήθελε να χρειάζεται κάτι τέτοιο. Δεν ήθελε να χρειάζεται "αγάπη" και δεν ήθελε να χρειάζεται στήριξη. "Πιο εύκολα κρεμιέσαι απ' ότι στέκεσαι" επαναλάμβανε συνεχώς μέσα της, προσπαθώντας να θυμάται πάντα πως είχε σταθεί και σε χειρότερες, πιο αληθινές καταστάσεις. Είχε χάσει σημαντικά πράγματα στο παρελθόν, πραγματικά σημαντικά, είχε στερηθεί απτές πραγματικότητες. Δε χρειαζόταν βοήθεια τώρα για να ξεπεράσει το γεγονός πως ξύπνησε από ένα ωραίο όνειρο.

Έπρεπε απλώς να θυμηθεί πως και ο κόσμος στον ξύπνιο της, είχε φροντίσει να είναι πλούσιος. Θα έπαιρνε λίγο χρόνο γιατί το όνειρο ήταν βαθύ και κράτησε πολύ, αλλά στο τέλος, ήξερε, θα κατέληγε να της θυμίζουν οι φίλοι της πως κάποτε το είδε.

Μέχρι τότε, θα απολάμβανε την αίσθηση της θλίψης με τη στυγνή υποσυνείδητη εκμετάλλευση μιας εφηβείας που είχε μόνιμα ετοιμοπόλεμη.

Σκέφτηκε για λίγο πως ήταν σα να παίρνεις φωτογραφίες το πτώμα σου και χαμογέλασε λίγο ένοχα που ήταν ικανή να βγάλει και ρέστα από όλο αυτό.

Έσβησε το τσιγάρο πάνω στο άγχος της.
Δυστυχώς, όλα θα πήγαιναν και πάλι καλά.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Faeriedust.



Υπάρχει κάπου στον κόσμο, κοντά στον πυρήνα της γης, μια τεράστια αποθήκη γεμάτη συγγνώμες που ποτέ δεν ειπώθηκαν. Κοντόχοντροι και δύστροποι νάνοι τις τυλίγουν σε ιλουστρασιόν συσκευασίες και με ένα συρραπτικό τους κοτσάρουν μια αριθμημένη ταμπελίτσα σε Ισλανδικούς ρούνους. Είναι αμέτρητες αυτές οι συγγνώμες, πολλές από αυτές είναι νέες και δίχως συνείδηση του ρόλου τους, άλλες είναι γριές και δακρύζουν που ποτέ δεν έσταξαν το αδύναμο βάλσαμό τους επάνω στις πληγές που ο μακρινός τους ιδιοκτήτης άνοιξε σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα.

Τις μικρές συγγνώμες, συνήθως τις αποζητάνε και φεύγουν από τα ράφια. Το κάλεσμά τους είναι μια γρήγορη συνειδητοποίηση, όταν τα νευριασμένα δίποδα ηρεμούν και το μυαλό τους δουλεύει συνολικά και όχι σα μηχανή παραγωγής λεπίδων σάλιου. Έτσι, οι νεογέννητες οφειλόμενες συγγνώμες, συνήθως κάθονται για λίγα λεπτά ή λίγες εβδομάδες το πολύ στο ράφι και μετά, με άγαρμπες και απότομες χειρονομίες, οι αρμόδιοι νάνοι τις στέλνουν πίσω στη γη με ψηλοκρεμαστές κλωτσιές από το Ακρωτήρι του Κόσμου.

Οι μεγάλες συγγνώμες, είναι μια άλλη ιστορία. Συνήθως αυτές ζούνε χωρίς ο ιδιοκτήτης τους να έχει αναρωτηθεί ποτέ αν υπάρχουν. Ο μύθος λέει, πως όταν οι μεγάλες συγγνώμες στο κέντρο της γης γίνουν πάρα πολλές, ο κόσμος θα βαρύνει από θλίψη και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να χτίζονται στα σπίτια τους για να πεθάνουν ανενόχλητοι. Οι περισσότερες από αυτές τις συγγνώμες είναι φοβερά ηλικιωμένες, γιατί ωρίμασαν μέσα στην αγάπη και φυλακίστηκαν ανείπωτες μέσα στην ασυνειδησία του λάθους. Γι' αυτό είναι τόσο λυπημένες, όχι επειδή κανείς δεν ξέρει πως υπάρχουν, αλλά επειδή λυπούνται αυτούς που δεν τις αναζήτησαν ποτέ. Αυτές οι συγγνώμες, βαραίνουν τον κόσμο μας και χρειάζεται να είναι κάποιος νάνος πολύ δυνατός και μια συνειδητοποίηση πολύ ξεχωριστή για να λυτρωθούν και αυτές και ο κάτοχος.

Χθες τη νύχτα, ήμουν στο Ακρωτήρι του Κόσμου. Είναι ένας τεράστιος σιδηροδρομικός σταθμός, μέσα στη μέση μιας ερημιάς. Υπάρχει εκεί μόνο ένας μεθυσμένος οδοκαθαριστής και ένας τρελός γέρος που γελάει μανιακά και απελπισμένα. Είναι πολύ ζεστά εκεί, επειδή είναι κοντά στον πυρήνα, αλλά ο ουρανός είναι γεμάτος αστραπές. Δεν άντεξα πολύ σε εκείνο το μέρος και πήγα στο μέρος που κοιμούνταν οι νάνοι, ένα έρημο αεροδρόμιο. Εκεί, ξαπλωμένος στο κρύο πάτωμα και παρατηρώντας τις λάμπες από μπλε λάβα, σκέφτηκα πολύ. Και μια ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου, μια ιδέα τόσο βίαιη, που αμέσως πετάχτηκα όρθιος και πήγα στο θάλαμο σημειωμένο με τον Ισλανδικό ρούνο με τον οποίο ξεκινάει το όνομά μου.

Υπάρχει εδώ μέσα, βαθειά στον πυρήνα, μια συγγνώμη που δεν ήξερα πως περίμενε και έκλαιγε. Νόμιζα πως δεν την χρωστούσα, γιατί στον κόσμο που μένω, δεν έχει σημασία αν κάποιος δυστυχεί για σένα, αρκεί να τα έχεις κάνει όλα όπως δικαιούσαι -από εκεί και πέρα, είναι απλώς ο τρόπος που η Φύση μας δουλεύει.

Έπρεπε να μου συμβεί για να μάθω: το να μην κάνεις λάθος, δεν είναι το ίδιο με το να μην κάνεις κακό.

Από το Ακρωτήρι του Κόσμου και έναν γερό ζερβοπόδαρο νάνο, αυτή η βαθειά και μεγάλη συγγνώμη πάει στην Κατερίνα.

Μακάρι να φτάσει έγκαιρα, πριν ο κόσμος βαρύνει κι άλλο από θλίψη.

Παρένθεσης τέλος.



Για το βράχο, το Πέτρινο, τα χαμένα εργαστήρια, το σπαγκέτι και το κρασί, το Πωλείται, τις λέξεις από "φ", τις όμορφες, τις πανέμορφες στιγμές που αλλάζουν κόσμους, τα αυτοκίνητα στην Πανεπιστημίου, τους ανάπηρους στο Μετρό, τις γαλαρίες των ΚΤΕΛ, τα ρακόμελα, τα ρακόμελα φτιαγμένα με αγάπη, την 5η σεζόν μιας γκομενίστικης σειράς, για το αδικημένο Βερολίνο και τα χαμένα αεροπλάνα, για τον πρωινό καφέ με τα μπισκοτάκια δίπλα στο χόστελ, για τα κερασμένα ποτά σε μεταλόμπαρα της Κομοτηνής, για τα μακρινά ταξίδια, για τις κλωτσιές και το ροχαλητό, για τις αγκαλιές μέσα στη μέση της νύχτας, για το ντους, για τα κάστρα και το Pierrot Le Fou, για το Fountain που ποτέ δεν ιδώθηκε, για τον ιμάμη και για το ζεστό νερό που στην Αθήνα δεν τελειώνει ποτέ, για τα ταξί της Γερμανίας, για τα ρολόγια που παίζουν μουσική κάθε τέταρτο, για το σπασμένο κάτω δεξί πόδι του κρεββατιού και τη διαγώνια ριγμένη κουβέρτα στον καναπέ, για τα εφτά κλικ στο διακόπτη μέχρι τα φωτάκια να μείνουν στάσιμα, τα πανέμορφα φωτάκια, για τις τσέχικες μπυραρίες και για την αναζήτηση υπότιτλων, για τον Blaise Pascal και τον Jean Genet, για το Laisse Tomber Les Filles και για τα λευκά δόντια και τον μαύρο καφέ.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Αφορισμός #7



Η θερμοκρασία δωματίου, μας θυμίζει πως παρά την όποια μεταβολή, το μεταβαλλόμενο στοιχείο θα επιστρέψει αργά ή γρήγορα στην φυσική του κατάσταση -απαράλλαχτο δομικά.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Λιθάνθρακας



Το τραγούδι άλλαξε.

Η μελαγχολική μελωδία άρχισε να ξετυλίγεται αργά-αργά, ανακλούσε αιωρούμενη στα καθίσματα, στο μοχλό των ταχυτήτων, στην οροφή -μόνο για λίγο- και κουβαριαζόταν εν τέλει, μια μπερδεμένη μάζα από νότες, στο πίσω κάθισμα.

Πέντε μικροί οδοδείκτες αγκάλιασαν σαν σάρκινη μέδουσα τον μοχλό, μετέδωσαν τη σχέση και το αυτοκίνητο όρμησε μπροστά γρηγορότερα.

Οι στίχοι αναπηδούσαν πάνω στα βλέφαρα και τα χείλη, χώνονταν στα αυτιά και κρέμονταν για λίγο από τον εγκεφαλικό ιππόκαμπο πριν διαλυθούν σε πολλές μικρές μαύρες τρύπες φτηνών όρκων:

Like flies round the orchard that had covered your soul,their empire increasing
And your country
deserted
by yourself...
Παραήταν αστείο για να χαμογελάσει. Αρκέστηκε στο να κοιτάξει μπροστά, τα μυριάδες απαλά φωτάκια στο χώμα, που σκότωναν τα άλλα στον ουρανό. Ή που δημιουργούσαν αυτή την εντύπωση έστω, ποτέ ένα φωτάκι στο χώμα δε θα μπορούσε να σβήσει ένα αστέρι -μόνο αν ξεχνούσε κανείς πως το αστέρι ήταν εκεί και άφηνε το θαμπό, φτηνό φως να τον κατακλύσει. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ να είχε πληρώσει με κιλοβατώρες αντί για αλήθειες...

And the gestures can kill us
Moreover destroy!

And there is one jugdement only.
Ένα χαμόγελο ήρθε να τον βρει. Έκλεισε το παράθυρο για να ακούει καλύτερα. Τα μικρά φωτάκια γύρω του χόρευαν σε κάθε στροφή που τον ανέβαζε προς την κορυφή. Τον περικύκλωναν ομαδικά, στις ισομετρημένες αποστάσεις τους, σχημάτιζαν φάλαγγες, μεραρχίες και έμπαιναν σε τροχιές που όριζε το μικρό ασφάλτινο πεπρωμένο με τις λακούβες και τις ελλειπείς προστατευτικές μπάρες. Κοίταξε τον μαύρο ουρανό και ξανά τα φωτάκια στο χώμα. "Θα μου κλάσετε τα αρχίδια" είπε χαμογελώντας στραβά.

I caught the slow cords
And dry ice fogging your mind...


Έκλεισε τα μάτια ενώ έπαιρνε τη στροφή. Όταν τα άνοιξε, ήταν εκεί που υπολόγισε πως θα βρισκόταν. "Καιρός ήταν" σκέφτηκε.

Σιγά-σιγά το τοπίο καθάριζε. Αργά αλλά σταθερά, τα μικρά φωτάκια, τα χωμένα στο χώμα εκεί χαμηλά, θάμπωναν. 'Ετσι, κρατώντας μια απόσταση, το αδύναμο φως τους δεν ενισχύονταν από την καμπυλότητα του κερατοειδή του και δεν πλημμύριζε το βλέμμα του.

I see all too clearly now
Why you should be discarded...


Μπορούσε να ξεχωρίσει το περίγραμμά τους τώρα. Ήταν μικρές λάμπες, μικρές λάμπες που έφεγγαν κλέβοντας τον μεγάλο Ηλεκτρισμό. Θυμήθηκε λίγο την ανατομία μιας λάμπας, χρειαζόταν κενό, το απόλυτο τίποτα και λίγη άρνηση στη φύση τους, την αντίσταση. Σιγά-σιγά το πείσμα τους, τις γέμιζε θέρμη και έλαμπαν αδύναμα -και αν είχε κανείς τα μάτια του λίγο υγρά ή διψασμένα, του φαινόταν πως είχε βρει έναν φάρο.

Having had my cup filled up with your lies and your makeup...

Έμεναν μόλις δύο στροφές για την κορυφή. Χαϊδεύοντας το υπάκουο τιμόνι, έστριψε το αυτοκίνητο και έβαλε ανάμεσα σε αυτόν και τις λάμπες τον δεξί του καθρέφτη. Έλαμπαν ακόμα πιο θαμπά εκεί μέσα, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν να το δει για να το ξέρει. Κοίταξε μόνο μια φορά τον αριστερό και ήταν σαν την ανάσα που παίρνει κανείς πριν κατεβεί απ'το τραίνο.

You were nothing...

Η τελευταία στροφή έφερε τα χωμάτινα φωτάκια στην πλάτη του. Έφτασε στην άκρη της μικρής αλέας που υπήρχε στην κορυφή, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στη νύχτα ακούγοντας τον τελευταίο στίχο που κατάφερε να διασχίσει το σκοτάδι και να φτάσει σε αυτόν.

Thinking you're something.

Η μελαγχολική μελωδία δεν ακουγόταν ως εκεί που είχε περπατήσει.
Εκεί είχε μόνο σιωπή, δροσιά και σκοτάδι.
Κοίταξε πρώτα τα μικρά φωτάκια και ύστερα τα μεγάλα αστέρια.
Με λίγη αγάπη για τα πρώτα και λίγο σκέρτσο προς τα δεύτερα, φύσηξε τον καπνό του πάνω και στα δύο.

Μόλις που πρόλαβε να διώξει τον οίκτο από το χαμόγελό του όταν είδε τα φώτα να κρύβονται μεμιάς πίσω από τον καπνό.
Έσφιξε το τσιγάρο στη χούφτα του και γύρισε να φύγει.
Στο αυτοκίνητο, το τραγούδι είχε αλλάξει.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Ζώα.



Βρίσκονται παντού. Ντυμένα με το διακριτικά φανταχτερό ύφασμα μιας εναλλακτικής τοποθέτησης, μιας αποστασιοποίησης από τη μάζα αλλά και τους επικριτές αυτής, επιτηδευμένα ατημέλητα ή πλήρως εναρμονισμένα με τις επιταγές μιας απαράδεκτης οικουμενικά αντιμόδας, κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αφήνοντας κουτσουλιές με άρωμα μοναδικότητας, μαρκάροντας την μικροσκοπική περιοχή που καταλαμβάνει ο χαρακτήρας τους με ντεμοντέ κάτουρο -πως χωράει τόσο μεγάλος Εγωισμός σε τόσο μικρό χαρακτήρα;

Οι διαδικασίες αυθυποβολής των ζώων είναι πολλά τεχνοτροπικά επιπέδα παραπάνω από τις ανθρώπινες. Είναι τρομακτικά επιμελημένος ο τρόπος που δομείται το ψέμα της ύπαρξής τους, φοβερά ενστικτώδης (με όλη την μεθοδική τελειότητα που φέρει το ένστικτο) η τεκμηρίωση του ψέμματος αυτού με ασημαντότητες που γυαλίζονται τόσο ώστε να τυφλώνουν το θεατή και να μη διαφαίνεται το κούφιο σώμα τους. Και εν τέλει, η πίστη στο αυτοδομούμενο ψέμα, η απόλυτη παραδοχή όλων των ασαφών προτερημάτων, η "μεγάλη ιδέα για τον εαυτό", φτάνει σε τέτοιο στάδιο μη-αναγκαιότητας απόδειξης στο μικρό τους μυαλό, που ακόμα και ο πιο δύσπιστος περαστικός, θα πέσει για κάποιο καιρό στο δίχτυ της ίδιας πίστης.

Ξεγελιόμαστε όταν συγχέουμε την ελαφρότητα με την ευτυχία, τον αυθορμητισμό με τη ζωή και το επιπόλαιο με το χαριτωμένο. Ξεγελιόμαστε όταν κρίνουμε ένα βιβλίο από το φανταχτερό εξώφυλλο, ξεγελιόμαστε όταν νομίζουμε πως οι μυρωδιές μας χορταίνουν. Ξεγελιόμαστε όταν αναδιαμορφώνουμε τα κριτήρια που θέσαμε για να χωρέσουν το αδιάφορο μα θορυβώδες "υφίσταμαι" ενός ζώου -θέτουμε τα ίδια κριτήρια και για τον εαυτό μας και όταν αυτά παρακάμπτονται, αδικούμαστε και οι ίδιοι.

Ας θυμόμαστε: όσο ατελέσφορη και αδόκιμη ηθικά και πρακτικά είναι η συγχώρεση κάποιου για τη φύση του, άλλο τόσο αδύνατη είναι γι' αυτόν που χαράμισε τη δική του φύση -σε ένα ζώο.

Αρμοδιότητες.



Ο Θάνατος έβαλε το χέρι του πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού και έκοψε μια στροφή το τιμόνι αριστερά. Πάρκαρε με λίγο ζόρι ανάμεσα στο μπλε Renault και τον πράσινο κάδο, άφησε τα alarm αναμμένα καλού-κακού γιατί απέναντι είχε στροφή λεωφορείου και κλείδωσε με το τηλεχειριστήριο.

Τον τελευταίο μήνα είχε φάει 800, ναι, 800 Χαρνομ (Χαρόντειο Νόμισμα, περίπου 32,737 ευρώ μέση τιμή συναλλάγματος) σε κλήσεις για παράνομο παρκάρισμα, χρήση λεωφορειόδρομου πριν τις 21:00 και παράβαση ορίου ταχύτητας. Άσε δε πόσους τροχονόμους έπρεπε να δρεπανιάσει πριν του πάρουν τις πινακίδες, δεν καταλάβαιναν ποτέ και σε καμία χώρα πως έπρεπε να περάσει με κόκκινο, ήταν η δουλειά του να προκαλέσει ατύχημα. Τίποτα αυτοί, πινακίδες και αυτόφωρο. Τους τραβούσε και αυτός μια δρεπανιά, καρδιακή προσβολή λέγανε οι ασπρομπουμπούληδες με τα γυαλιά και τα στηθοσκόπια, όλα καλά. Μόνο σε αλκοτέστ δεν τον είχανε γράψει, χαλούσε τα μηχανήματα με την ανάσα του. Αλλά και να μην το έκανε, δεν ήταν και κανένας οπαδός του αλκοόλ, που και που κανένα ουζάκι με τον Γαβριήλ ή υποβρύχια με τον Οξαποδώ, τελευταία τα 'χε κόψει και αυτά γιατί ο μεν Γαβριήλ δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα όταν έπινε, ο δε Αποκάτω, δεν έπινε μπυρόβοτκες και "τέτοια πουστριλίκια" όπως έλεγε, όοοχι. Απόσταγμα μανδραγόρα μέσα σε οινόπνευμα, έπινες ένα και έβλεπες το αφεντικό, φαντάρο.

Τώρα όμως ήταν σε υπηρεσία. Νηφάλιος και καλοντυμένος, χτύπησε το κουδούνι του κυρίου Ιωάννη Κορδονούρη και περίμενε. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και ο κύριος Κορδονούρης ήταν ο τελευταίος στη λίστα. Ο Θάνατος είχε μόνο αυτή τη δουλειά και να περάσει από το ΙΚΕΑ γιατί ο τελευταίος νοικάρης του, ένας ευγενής από τη Ρουμανία, ήθελε μια δρύινη κάσα στην κρεββατοκάμαρά του. Ο Θάνατος όσο και αν παραξενεύτηκε, δεν έφερε καμία αντίρρηση, μιας και είχε να σταυρώσ- ...να βρει νοικάρη από τότε που είχε κάνει κράτηση για μια διανυκτέρευση ο Λάζαρος.

Ανυπομονώντας να ξεμπερδέψει με τις αγγαρείες της μέρας και να ψήσει τους κολλητούς για κανένα μπάρμπεκιου στον Φλεγεθών, ο Θάνατος ξαναχτύπησε επίμονα το κουδούνι. Μια γυναικεία φωνή απάντησε από το βάθος "έρχομαιιιι" και λίγα δευτερόλεπτα μετά μια πανέμορφη νεαρή ξανθιά έστεκε στο κατώφλι.

-Καλησπέρα! Μπορώ να σας βοηθήσω;
-Του κυρίου Ιωάννη Κορδονούρη, σωστά; Του μεσίτη;
-Του ίδιου. Εσείς ποιος είστε;
-Ονομάζομαι Χάρης Παγανής, είμαι εδώ για μια επείγουσα υπόθεση.
-Επείγουσα υπόθεση ε. Περάστε κύριε Παγανή, μην στέκεστε εκεί. Φοβάμαι πως έχω δυσάρεστα νέα.
-Μπορείτε να με λέτε Χάρη.
-Χάρηκα, είμαι η Χριστίνα. Από 'δω.

Μπήκαν στο καθιστικό, η Χριστίνα του έγνεψε προς τον καναπέ ενώ αυτή βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα.

-Τι επαγγέλεσθε κύριε Παγανή;
-Χάρης. Είμαι συμβολαιογράφος.
-Συμβολαιογράφος; Του πατέρα μου;
-Αν εννοείτε τον κύριο Κορδονούρη, όχι, δεν έχω την τιμή. Απλώς συνεργάζομαι με κάποιο δικηγορικό γραφείο και πρέπει να συζητήσω μαζί του κάποια παλαιά υπόθεση μεταβίβασης όπου...
-Αρκεί, αρκεί, κατάλαβα. Φοβάμαι όμως πως ο κόπος σας να έρθετε ως εδώ πήγε χαμένος. Βλέπετε ο πατέρας μου πέθανε προχθές το απόγευμα.

Μετά από ένα μικρό διάστημα επεξεργασίας, μετάφρασης και αφομοίωσης της πρωτάκουστης αυτής για τα παγωμένα αυτιά του φράσης, ο Θάνατος ρώτησε όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε:

-Μα πως είναι δυνατόν;

Η κοπέλα σήκωσε τα χέρια της σε μια ερωτηματική χειρονομία.

-Και εμείς αυτό αναρωτιόμαστε! 60 χρονών άνθρωπος, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, φυσιολογικότατες εξετάσεις και ακμαιότατος -και όμως, το 'παθε το καρδιακό!
-Σαν τον τροχονόμο στην Κηφισσίας, μονολόγησε ο Θάνατος.
-Με συγχωρείτε, πως είπατε;
-Χμ; Τίποτα, τίποτα, όπως ερχόμουν κάποιος τροχονόμος... μα ας τ' αφήσουμε αυτά. Συλλυπητήρια για το χαμό σας.
-Ευχαριστώ... Αν μπορώ να σας βοηθήσω εγώ σε κάτι...
-Όχι, όχι, μην ενοχλείστε, με αυτά τα δεδομένα δεν υπάρχει ουσιαστικά λόγος να συνεχιστεί η υπόθεση... Οπότε να σας αφήνω, έχω παρκάρει και κάπως πρόχειρα...
-Εντάξει. Καλή σας ημέρα και ελπίζω να μη χάσατε πολύ χρόνο.
-Μην ανησυχείτε, μην ανησυχείτε. Αντίο σας!

Ο Θάνατος βγήκε έξω στον ήλιο. Μια φοβερή γκριμάτσα ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Περπάτησε λίγο πέρα-δώθε στο πεζοδρόμιο σε κατάσταση υπερέντασης. Τέλος, έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του κουστουμιού του και έβγαλε το 3ης γενιάς κινητό του.

-Κέντρο, παρακαλώ.
-Συνδέστε με με την διοίκηση.
-Αναμείνατε.

Μουσική από άρπες.
Μετά από κανένα δίλεπτο μια βαθειά γεροντική φωνή ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής:

-Γεννηθείτω λόγος.
-Ναι, εεε, έχουμε ένα πρόβλημ...
-Τι; Μίλα πιο καθαρά παιδί μου, δεν ακούγεσαι.
-ΛΕΩ, ΕΧΟΥΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΣΤΟΥ ΚΟΡΔΟΝ...
-Πήγαινε κάπου να έχει σήμα, δεν ακούω τίποτα.

Ο Θάνατος αναστέναξε, έκλεισε το ακουστικό και ξανακάλεσε το κέντρο.

-Συνδέστε με με το management.

Μουσική από άρπες. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μια ζωηρή χαρούμενη φωνή ακούστηκε στην άλλη άκρη.

-Έλα ρε, σόρρυ για πριν, όταν είμαι ο μπαμπάς δεν ακούω μια.
-Μαλακία δικιά μου, από τους 3 σας πήρα τον κουφόγερο.
-Έλα μη βλασφημάς, λέγε τι θες, είμαι με τη Μάγδα.
-Πετρούλες από μένα να της δώσεις. Έχουμε πρόβλημα.
-Τι πρόβλημα;
-Ήρθα να πάρω τον τελευταίο στη λίστα μου αλλά...
-...αλλά δε σου 'κατσε, ουχαχαχαχα!!!
-...αλλά έχει πεθάνει.

Παύση.

-Ρίχ'το άλλη μια αυτό.
-Έχει πεθάνει.
-Πως έχει πεθάνει.
-Καρδιακό λέει η κόρη του.
-Τροχονόμος ήταν;
-Όχι, μεσίτης. Αν ήταν τροχονόμος ντάξει, δε τους σημειώνω, αλλά μεσίτες δεν έχω πολλούς, θα το θυμόμουν.
-Μήπως είχες κατέβει στον άλλο τον τραγομούρη και πίνατε τίποτα βόμβες πάλι ρε;
-Όχι λέμε, δεν τον πείραξα εγώ.
-Και ποιος τον πείραξε ρε; Αφού μόνο εσύ τα κάνεις αυτά.
-Εσείς επάνω δεν τον έχετε;
-Κάτσε να δω.

Ήχοι πληκτρολογίου.

-Σκορδομούρης;
-Τι;
-Το επίθετο, Σκορδομούρης;
-Κορδονούρης ρε, τι Σκορδομούρης.
-Κρίμα και χάρηκα. Λοιπόν, όχι, Κορδονούρη δεν έχω.
-Τι διάολο...
-Ναι μπράβο, πάρτον και αυτόν ένα τηλέφωνο μπας και ξέρει κάτι.
-Καλά.
-Να με ενημερώσεις.
-Βέβαια, βέβαια.
-Αλλά να πάρεις σε κάνα 2ωρο, όχι πιο πριν. Είμαι με τ-
-Με τη Μάγδα ναι, ΟΚ. Τα λέμε.

...

-Κέντρο, θα μας σπάσεις τα παπάρια;
-Έλα Ιώβ κόψε τις μαλακίες. Σύνδεσέ με με τον κάτω.

Μουσική black metal.

-Εμπρός.
-Έλα, Θάνατος εδώ.
-Έλα ρε Θάνο, τι λέει, ξύπνησες; Τρελή πατέντα το Bloody Mary το χθεσινό ε; Άμα ξέρεις που να βρεις τα καλά συστατικά...
-Δεν ήπιαμε μαζί χθες Λου.
-Ε άμα δεν ήσουν εσύ, ήταν ο δίδυμος αδερφός σου. Τέλος πάντων, για πες τι θες.
-Θέλω να τσεκάρεις λίγο να δεις αν έχεις ένα όνομα εκεί κάτω.
-Πες μου.
-Ιωάννης Κορδονούρης.
-Ι-ω-άννης... Σκο-ρδο-μούρης...
-Κορδονούρης, όχι Σκορδομούρης.
-Α. Μισό... Όχι. Δεν έχω κανέναν τέτοιον.
-Πω ρε πούστη, τι θα κάνω τώρα.
-Τι είναι αυτός;
-Ένας τύπος που έπρεπε να πάρω σήμερα αλλά έχει πεθάνει.
-Πως έχει πεθάνει;
-Δεν ξέρω ρε Λου, αυτό ψάχνω. Αλλά δεν είναι ούτε σε σένα, ούτε πάνω.
-Ε τότε δεν έχει πεθάνει.
-Αφού λέει πήγε από καρδιακό.
-Ναι καλά, αν μετρήσουμε και τις δικές μου τις μαλακίες που λέω στον κόσμο... Ρε ζει λέμε ο τύπος.
-Λες;
-Λοιπόν, κατέβα κάτω να σου δείξω κάτι, θα σε βοηθήσει.
-ΟΚ, σε 2 λεπτά είμαι στην πόρτα.

Ο Θάνατος πήγε στην πλησιέστερη δημόσια υπηρεσία, πάρκαρε βιαστικός στο πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα. Πλησιάσε την χοντρή δημόσια υπάλληλο, της είπε το σύνθημα και τον οδήγησε στο ασανσέρ υπηρεσίας. Σε μερικά δευτερόλεπτα, βρισκόταν στον πρώτο κύκλο και όδευε προς τον ένατο.

-Έλα, έφτασες; Γρήγορος είσαι, ποιος ξέρει σε ποια θέση αναπήρων πάρκαρες πάλι.
-Λέγε, τι ήθελες να μου δείξεις.
-Λοιπόν, τις προάλλες, είχα χάσει το κινητό μου και δεν το έβρισκα με τίποτα. Είχα φάει τον τόπο, μέχρι που ήρθε μια γκόμενα από το Salem που μπορεί λέει να εντοπίσει οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Ήθελε βέβαια τα ανταλλάγματά της, αλλά το κινητό μου το βρήκε. Αυτή μπορεί να σε βοηθήσει.
-Και να σου πω ρε Λου, γιατί δεν έπαιρνες από κάποιο άλλο τηλέφωνο να ακούσεις που χτυπάει;
-...Δε το σκέφτηκα αυτό.
-Καθυστερημένος;
-Άει χέσε ρε, πάρε και εσύ τηλέφωνο τον Σκορδομούρη σου να δεις που χτυπάει τότε, μαλάκα.
-Έλα, κόψε, που είναι η κοπελιά.
-Ποια κοπελιά ρε, σταφίδα είναι. Πάμε να τη βρούμε.

Μετά από λίγο περπάτημα, έφτασαν σε μια μεγάλη πέτρινη σπηλιά. Μπαίνοντας μέσα, ένα ρεύμα κρύου αέρα έλουσε το Θάνατο.

-Τι είναι αυτό;
-Air condition.
-Τι air condition ρε, στην Κόλαση;
-Σου είπα, ήθελε αντάλλαγμα.
-ΚΑΛΑ ΡΕ, AIR CONDITION;;;
-Ρε έχω μηνύματα στο κινητό που δε θέλω να χάσω. Σημαντικά.
-Από ποιον είναι ρε μαλάκα και είναι τόσο σημαντικά;;;
-Κρατάς μυστικό;
-Τάφος!
-Από τη Μαγδαληνή.
-Ποια Μαγ... Τη Μάγδα;;;
-...
-ΕΙΣΑΙ ΣΟΒΑΡΟΣ ΡΕ;;; ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΚΟΜΕΝΕΣ, ΑΥΤΗ;
-Έλα σκάσε, είχαμε μεθύσει.
-ΚΑΛΑ ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ; ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΑ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΕΚΑΝΕΣ!
-Αυτή ήταν πουτάνα, δεν έφταιγα εγώ.
-Καλά, δε το συνεχίζω, το ξεχνάω, δε μου το πες ποτέ, πάει, αλλάζουμε θέμα. Ηλίθιε.
-Μπράβο γιατί φτάσαμε κι όλας.

Περπάτησαν μέσα σε ένα ευρύχωρο χωλ, σκαλισμένο στο βράχο της σπηλιάς μέχρι που έφτασαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη μαξιλάρια και τεχνητούς καταρράκτες.

-Ντάξει, έχεις ξεμωραθεί.
-Σιβύλλα! Όι, Σιβύλλα, που 'σαι;

Μια ξερακιανή γριά εμφανίστηκε από μια πόρτα στο βάθος της αίθουσας.

-Εδώ είμ... ωωω τον κύριο Θάνατο, πως είστε, πως είστε! Να σας κεράσω κάτι;
-Όχι, είμαι εδώ για δουλειά, βιάζομαι.
-Πάντα για δουλειά με βλέπατε, αλλά εγώ σας ξέφευγα, χιχιχι, πόσες φορές ανταμωθήκαμε μέχρι να με καταφέρετε; 4; 5;
-4 και αυτό επειδή την δεύτερη φορά λυπήθηκα το κακόμοιρο το γατί.
-Πάντα πονόψυχος ο κύριος Θάνατος, ακόμα και η πυρά στο τέλος δυνατή-δυνατή για να τελειώσει γρήγορα.
-Όπως και να 'χει, έμαθα πως μπορείς να εντοπίζεις κόσμο. Θέλω να μου βρεις έναν Ιωάννη Κορδονούρη.
-Μάλιστα, να δω τι μπορώ να κάνω. Κορδονούρης είπατε, έτσι;
-Απίστευτο. Ναι, ναι, Κορδονούρης.

Η γριά μέγαιρα άνοιξε ένα τεράστιο σκονισμένο βιβλίο, έσπασε έναν καθρέφτη, έσκισε μερικά μαξιλάρια και κοίταξε μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα της. Άνοιξε ένα πολυδιαστατικό ντουλάπι, ανακάτεψε κάτι μέσα σε ένα σκαλιστό κουτί επενδυμένο με ανθρώπινο δέρμα και ξεκοίλιασε έναν κόκκορα.

-Μα που σκατά έχω βάλει τα γυαλιά μου;
-Τα φοράς στο κεφάλι σου, απάντησε στεγνά ο Θάνατος.
-Α ναι. Ωραία, μπορούμε να αρχίσουμε.

Σήκωσε το κινητό της, πάτησε αργά και προσεκτικά τα πλήκτρα και περίμενε. Στο τέλος, μίλησε στον μυστηριώδη δέκτη στην άλλη άκρη της σύνδεσης:

-Ιωάννης Κορδονούρης. Όχι, Κο-ρδο-νού-ρης. Κορδονούρης.

Έκλεισε το τηλέφωνο.

-Και τώρα περιμένουμε.

Μετά από μερικά λεπτά το τηλέφωνο χτύπησε.

-Ναι. Ναι, σημειώνω... Ναι.

-Λοιπόν, είπε στο Θάνατο, πάρε σε αυτό το νούμερο. Αυτός θα ξέρει.
-Ευχαριστώ πολύ Σιβύλλα! Ελπίζω να τα ξαναπούμε!
-Μπα, πάνε πια αυτές οι μέρες...

Εξτασιασμένος ο Θάνατος όρμησε έξω από τη σπηλιά με το κινητό στο χέρι.
Ο τραγοπόδαρος φίλος του, τον ακολούθησε κατά πόδας.

-Άντε πάρε, με έχει φάει η περιέργεια!
-Τώρα... Έξι εννέα τέσσερα...

Ξαφνικά πάγωσε. Κοίταξε την οθόνη του κινητού.
Το νούμερο ήταν ήδη αποθηκευμένο και είχε εμφανιστεί το όνομα.

"ΚΛΗΣΗ: ΜΟΡΦΕΑΣ"

Πριν προλάβει να βρίσει, μια αγουροξυπνημένη φωνή έφτασε στο ακουστικό:

-Μμμμ.
-Μορφέα;
-Μμμ.
-Κοιμάσαι;
-Μ.
-Ακόμα;
-Μμμμ τα έπινα χθες και είμαι κομμάτια...

Ξαφνικά όλα έδεσαν.
"Άμα δεν ήσουν εσύ ήταν ο δίδυμος αδερφός σου."
Ο Θάνατος γύρισε και κοίταξε τον Λου.
Μίλησε αργά και καθαρά στο ακουστικό:

-Με ποιον τα έπινες;
-Είχα κατέβει κάτω, στου Λου...
-Και κοιμάσαι από τότε που γύρισες ε;
-Μμμμ...
-Μήπως έπρεπε να βγάλεις κανέναν από το κώμα του σήμερα;
-Τι; Πως σου 'ρθε τώρα... ΑΜΑΝ! Ο ΣΚΟΡΔΟΜΟΥΡΗΣ!
-Κορδονούρης.
-ΑΜΑΝ, ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΧΘΕΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ, ΣΚΑΤΑ.
-Ναι.
-ΠΩ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΚΑΙ ΘΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟΣ ΤΩΡΑ, ΤΡΕΧΩ, ΓΕΙΑ.
*κλικ*

Ο Θάνατος έμεινε σιωπηλός για λίγα λεπτά, προσπαθόντας να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του.

-Πρέπει να πάω να παραλάβω κάποιον από τις πύλες Λου. Ο ηλίθιος ο αδερφός μου τον έχει αφήσει να βολοδέρνει όλη μέρα εκεί. Πάω να τελειώνω.
-ΟΚ μαν. Ξαναμιλάμε.

Ο Θάνατος ανέβηκε με το ασανσέρ στη δημόσια υπηρεσία, χαιρέτησε την ταμία και πήγε προς το αμάξι του.
Από μακρυά είδε το ροζ χαρτάκι σφηνωμένο ανάμεσα στο παρμπρίζ και τον υαλοκαθαριστήρα και αναστέναξε.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Η κόψη του κέρματος.



Το σωτήριο έτος 1869, δύο νεαροί κύριοι καθόντουσαν σε ένα παγκάκι μέσα στο μεγάλο Stadtpark της Βιέννης. Και οι δύο από ιδιαίτερα καλή οικογένεια και -πράγμα σπάνιο για καλές οικογένειες- από πολύ καλή γενεά, γνωρίζονταν από τα γενοφάσκια τους καθώς είχαν μεγαλώσει στην ίδια συνοικία, παρακολούθησαν τα ίδια σχολεία και πήραν και οι δύο το δρόμο της σπουδής στη Φιλοσοφία.

Καθόντουσαν λοιπόν και συζητούσαν για οποιαδήποτε απτή θεωρία ή αιθέρια ιδέα τους ερχόταν στο νου, από αφορμές που ξεκινούσαν από κάποιο όνειρο, από τη σκιά του καμπαναριού της Karlskirche στο πεζοδρόμιο ή ακόμα και από τα σχήματα που έπαιρνε η σούπα που έτρωγαν σαν πρόγευμα.

-Αγαπητέ μου Φρειδερίκε, τις προάλλες προσπαθούσα να συστηματοποιήσω το σύνολο των επι μέρους συναισθημάτων και λογικών μερών που απαρτίζουν την αγάπη ούτως ώστε να βρεθεί επιτέλους ένας σαφής ορισμός του πολύτιμου αυτού συναισθηματικού αγαθού.
-Μα είσαι ριψοκίνδυνος εσύ φίλε μου Αρθούρε! Γνωρίζεις πως αυτό είναι ένα αντικείμενο που επί αιώνες αντιμετωπίζοταν ως κάτι αξιωματικό όπως άλλωστε και πολλά άλλα σύνθετα συναισθήματα. Ήταν πάντα ο πλίνθος στο οικοδόμημα του ορισμού της Ζωής και ποτέ κανείς δεν μπήκε στην αυτοκαταστροφική για τη διανόησή του λογική, να το αποδομήσει ακόμη και αυτό!
-Και αυτό είναι που θέλω να αλλάξω αγαπητέ Φρειδερίκε. Οφείλουμε σαν τον Δημόκριτο, να φτάσουμε στο μικρότερο δυνατό στέλεχος του οικοδομήματος της σκέψης, να ορίσουμε το πρώτο σύστημα που συνθέτουν τα μικροστελέχη αυτά και κατόπιν να αντιμετωπιστούν αυτά τα γνωστά πλέον συστήματα ως στελέχη και ούτω καθ' εξής.
-Μα αυτό είναι αδύνατον αγαπητέ μου Αρθούρε. Η αγάπη όπως και κάθε άλλο συναίσθημα γίνεται αντιληπτό από τις αισθήσεις, την καρδιά όπως λέει ο λαός. Η ιατρική βέβαια έχει αρχίσει να υποστηρίζει πως η καρδιά δεν έχει καμία σχέση με τα συναισθήματα, μα όπως και να 'χει, αυτό που θέλω να σου πω είναι πως η απόπειρά σου θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την απόπειρα ενός επιστήμονα να ερμηνεύσει μαθηματικά ένα ποίημα!
-Και αυτή ακριβώς η επιστήμη ονομάζεται ψυχολογία αγαπητέ μου Φρειδερίκε. Σιγά-σιγά, οδεύουμε προς την εποχή της ενοποίησης των τεχνών και των επιστημών και δεν θα πρέπει να στεκόμαστε μπροστά σε σύνορα που φτιάξαμε με τα ίδια τα κεφάλια μας! Η αγάπη μπορεί να εξηγηθεί μαθηματικά όπως και ένα φυσικό μέγεθος μπορεί να γίνει αντιληπτό χωρίς κανείς να γνωρίζει καν πρόσθεση! Δεν έχουμε δύο κεφάλια για την κάθε δουλειά.
-Άκου τι προτείνω καλέ μου φίλε. Μέσα σε ένα μήνα, ο καθένας μας θα παρουσιάσει στον άλλο την εργασία του επί της φύσεως της αγάπης. Θα σκεφτούμε με την ησυχία μας τις παραμέτρους μας και μετά θα δούμε ποιος θα έχει φτάσει πιο κοντά στον ορισμό από τον δικό του δρόμο. Τι λες;
-Υπέροχη ιδέα! Εγώ όμως χρειάζομαι μόνο το μυαλό μου καλέ μου Φρειδερίκε, εσύ που βασίζεις την θεωρία σου πάνω στην "καρδιά", πως θα το κάνεις αυτό με την ψυχή σου κρύα;
-Έννοια σου και δεν είναι πια κρύα. Ήθελα από καιρό να στο πω μα δίσταζα, μην ξέροντας τι μέλλει γενέσθαι.
-Τι λες; Ωστέ έμπλεξες με κανένα φουστάνι; Χαχα, ιδέα δεν είχα! Είσαι όμως καταπληκτικά διακριτικός!
-Οφείλεις να γνωρίζεις αυτή την τέχνη πριν μπλέξεις με τις γυναίκες φίλε μου!
-Έλα πια, πες μου ποια είναι!
-Θα το έχεις σίγουρα υποψιαστεί ως τώρα, μα πρόκειται για την αδερφή του Καρλ Γκέντελ...
-Την Άννα; Φίλε μου, δεν μπορώ παρά να σε συγχαρώ και να σου ευχηθώ ό,τι καλύτερο! Πρόκειται για αξιόλογη δεσποινίδα που φωτοβολεί χάρη όπου και να σταθεί! Ως φίλος σου, επέτρεψέ μου να μοιραστώ και εγώ ένα κομμάτι τις χαράς και της περηφάνειας που θα 'πρεπε να νοιώθεις!
-Με συγκινείς καλέ μου Αρθούρε, είσαι πραγματικά περισσότερο από φίλος, αδερφός!

Έτσι συνέχισαν την εγκάρδια κουβέντα τους οι δυο φοιτητές μέχρι που βράδιασε και τράβηξε ο καθένας τον δρόμο για το σπίτι του. Και δεν έχασαν καιρό, ο μεν Αρθούρος χρησιμοποιόντας την λογική του, ψυχρά και υπολογιστικά, λαμβάνοντας υπ' όψιν όλες τις νέες ανακαλύψεις της Ιατρικής και της Ψυχολογίας, ο δε Φρειδερίκος ακολουθώντας την πολύ απολαυστικότερη διαδικασία του να ζει τον έρωτά του με την δίδα Άννα και κρατώντας υποσυνείδητες σημειώσεις από την αισθηματική του πανολοκλήρωση που όλο και εξελισσόταν και άνθιζε. Ακόμα και τις λιγοστές στιγμές όπου σαν πραγματικός ευγενής, ένοιωθε τύψεις και αναρωτιόταν μήπως αντιμετώπιζε τον έρωτά του ως πείραμα, τις σημείωνε και αυτές ως μέρος της παρατήρησης και της μελέτης του αφού πρώτα διαβεβαίωνε τον εαυτό του πως το πειραματόζωο ήταν αυτός ο ίδιος και όχι ο έρωτάς του!

Ένα μήνα μετά, οι δύο φίλοι ανταμώθηκαν με τα δοκίμιά τους έτοιμα.

-Αγαπητέ μου Φρειδερίκε, ελπίζω να μην είχα το αβαντάζ όπως λένε και οι Γάλλοι, μιας και εσύ έπρεπε να είσαι συγκεντρωμένος εκτός από την Φιλοσοφία και σε μια άλλη μεγάλη αγάπη!
-Τουναντίον Αρθούρε, φίλε μου, τι καλύτερο να περιτριγυρίζεται κανείς από αγάπη αν θέλει να μιλήσει γι' αυτήν; Ομολογώ πως και εγώ αναρωτιόμουν μήπως έκανα ζαβολιά!
-Χαχα, μα έχεις πάντα τον τρόπο να γυρνάς τα λόγια μου στον εαυτό μου! Πάντα σου άρεσαν οι σοφιστές θυμάμαι, θα μπορούσες να γίνεις ένας καταπληκτικός νομικός ξέρεις!
-Ξέρεις πως δε συμπαθώ το νομικό σύστημα. Ίσως αν ήταν πιο εξανθρωπισμένο... Μα ας δούμε τι ετοιμάσαμε, είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε πάλι κάποια ατέρμονη συζήτηση ενώ είμαι βέβαιος πως ανυπομονείς όσο και εγώ!
-Αλήθεια λες, έτσι είναι. Ας ξεκινήσουμε.

Ξεκίνησε ο Αρθούρος:

"Η δική μου προσέγγιση αγαπητέ μου φίλε είναι η εξής. Η αγάπη είναι ένα σύνολο συναισθημάτων και όχι ένα και μοναδικό συναίσθημα. Διαφορετικά συστατικά όπως η αισθαντική έλξη, η ευδαιμονία μιας πνευματικής επικοινωνίας, τα κοινά εκ γεννετής μα και επίκτητα στοιχεία που συμβάλλουν στον καλό συγχρονισμό των διαθέσεων δύο ανθρώπων καθώς και η εκτίμηση που απορρέει από τα προτερήματα του άλλου -με κριτήρια φυσικά ανάλογα του θύματος αν μου επιτρέπεις ένα αστειάκι εις βάρος σου!- είναι τα βασικά θεμέλια της αγάπης. Το λάθος που λαμβάνει συχνότατα χώρα, είναι η γενίκευση του όρου όταν τηρούνται μόνο μεμονωμένα από αυτά τα χαρακτηριστικά. Φερ' ειπείν, έχουμε πολλά παραδείγματα όπου ένας νεαρός, έχει πέσει στα δίχτυα μιας πολύ κατώτερής του δεσποινίδος. Πως είναι δυνατόν να αγαπάει κανείς κάποιον κατώτερό του; Προφανώς εκεί συγχέεται η αγάπη με την μετ' οίκτου συμπόνοια και στοργή ή υφίσταται μια κατάσταση, η Ψυχολογία το υποστηρίζει σθεναρά, η λεγόμενη "αυθυποβολή" κατά την οποία το άτομο πείθει με υποσυνείδητες -αυτό σημαίνει με το πίσω μέρος του μυαλού του- διαδικασίες τον εαυτό του πως η κατάσταση δεν είναι όπως στην πραγματικότητα, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι για να τηρούνται οι παράμετροι της αγάπης. Ξεγελάει κανείς τον εαυτό του με λίγα λόγια αν πιστεύει πως η αγάπη προς ένα άρτιο -το κατά δύναμιν- πλάσμα είναι το ίδιο και το αυτό με την συμπάθεια και την συμπόνοια και την στοργή που μπορεί να αισθάνεται κανείς προς ένα άτομο λιγότερο οξυδερκές ή όμορφο ή μορφωμένο ή... Μα με καταλαβαίνεις. Έτσι λοιπόν, έχοντας "καθαρίσει" τον ορισμό της όμορφης αυτής λέξης από τα μετά πάσης βεβαιότητας λάθος στοιχεία, μπορούμε να συνεχίσουμε την σύνθεση του ορισμού αυτού καθ' εαυτού. Η αγάπη καλέ μου φίλε, είναι όπως είπα και στην αρχή, ένα άθροισμα. Η βάση του αθροίσματος, του αμαλγάματος, είναι η ανάγκη του είδους μας για αναπαραγωγή. Αυτή η ανάγκη, μετά από χιλιετίες σκέψης και διανόησης, έχει ραφιναριστεί στον σημερινό βαθμό, στον οποίο δεν χρειάζεται να αφήσεις αναίσθητη την Άννα σου -να με συγχωρήσεις για το γλαφυρό μου παράδειγμα- με το ρόπαλο ώστε να αποκτήσεις μαζί της έναν απόγονο. Χρειάζεται όμως να είσαι μορφωμένος και ευγενής -είναι μόνο ο τύπος του αναισθητικού που αλλάζει αγαπητέ μου! Όπως και να 'χει, αυτή είναι η βάση. Από εκεί και πέρα, ντύνεται με όλα τα αξεσουάρ που χρειάζεται για να φτάσει κανείς ως εκεί, τα αισθητικά, πνευματικά και συναισθηματικά κριτήρια του καθενός: άλλοι δε θα ερωτευτούν ποτέ μια κοκκινομάλλα και άλλοι ποτέ μια χαζούλα! Και εκεί είναι και η ουσία της σύνθεσης: με σκοπό την αναπαραγωγή, ένας συνδυασμός αξιόλογων συναισθημάτων δημιουργείται για να μας οδηγήσει προς τα εκεί. Το πνεύμα ευφραίνεται από την εξυπνάδα και την οξυδέρκεια του ατόμου που έχεις απέναντι, το μάτι ευφραίνεται από τη συμμετρία των χαρακτηριστικών του και τέλος, αυτά τα δύο συνομωτούν, το ένα με την εκτίμηση και το άλλο με την φυσική έλξη αντίστοιχα, στην συνδύασμένη έκφραση και των δύο με τρυφερότητα και πάθος. Γι' αυτό και στις ασύμμετρες, τις λειψές σχέσεις, βλέπεις πάντα το υπερβολικό πνεύμα να αντισταθμίζει την επιφανειακή ασχήμια και αντίθετα, την υπερβολική ομορφιά να καθιστά την έλλειψη πνεύματος αδιάφορη. Φυσικά αυτά δεν είναι ιδανικά, μα δεν γίνεται να βρει κανείς την τέλεια ισορροπία στον άλλο, αυτή που ορίζεται από τις βαθύτερες κάμαρες της ανθρώπινης ψυχής και κανείς δεν γνωρίζει. Και επειδή ακριβώς δεν γεννιούνται όλοι όμορφοι και έξυπνοι, η έννοια της αγάπης έχει διαπλατυνθεί τόσο πολύ -και καλώς αν θες την άποψή μου- μα καλώς ή κακώς, ο αγνός ορισμός, ο ορισμός "σε ιδανικές συνθήκες" που θα έλεγε και κάποιος επιστήμων Φυσικός, είναι αυτός που σου παρέθεσα.

Ο Φρειδερίκος είχε κάτσει σιωπηλός και ρουφούσε με κάθε κύτταρο του εγκεφάλου του τα λόγια του φίλου του. Τα μάτια του, ίσα που πετάριζαν που και που όταν αναφερόταν το όνομα της αγαπημένης του, μα πέρα από αυτό, αν τους έβλεπε κανείς από μακρυά, θα πίστευε πως ο Αρθούρος μιλούσε σε άγαλμα.

Στο τέλος έκλεισε τα μάτια του και στήριξε το μέτωπό του στα χέρια του. Έκατσε έτσι για μερικά λεπτά της ώρας.
Ο Αρθούρος δεν διέκοψε την αφομοίωση των λόγων του από τον φίλο του, μόνο κάθησε και περίμενε παρατηρώντας ήρεμα τη φύση γύρω του. Εν τέλει ο Φρειδερίκος μίλησε.

-Αγαπητέ μου Αρθούρε, ομολογώ πως η λογική σου είναι πραγματικά πολύ πυκνά και όμορφα δομημένη. Δυστυχώς όμως, κάνεις το λάθος στο οποίο εσύ ο ίδιος πρωτοαναφέρθηκες! Σύνθετα πράγματα όπως η στοργή, η τρυφερότητα, η νοημοσύνη και η ομορφιά, τα αντιμετωπίζεις σαν μαθηματικά σημεία, ανεπίδεκτα τομής σε μικρότερα μέρη. Και όμως, τι είναι άραγε η νοημοσύνη και από τι ορίζεται τι είναι όμορφο και τι άσχημο; Τον ίδιο πίνακα να βλέπουμε, ο καθένας θα τον αντιλαμβάνεται σε διαφορετικά επίπεδα ομορφιάς και μπορεί εγώ να βρίσκω έξυπνο τον ίδιο άνθρωπο τον οποίο εσύ θα βρίσκεις απλώς ευχάριστο πνευματικά. Μα αρκεί: ας κάνει η δική μου οπτική τον έμμεσο σχολιασμό της στην άποψή μου.

Η αγάπη αγαπητέ μου Αρθούρε, είναι κάτι πέρα από ένα απλό σύστημα λεκτικών ορισμών. Είναι η ίδια η φωνή της ψυχής και την ύπαρξη της ψυχής καμία επιστήμη δεν μπορεί να αποκηρύξει. Πως εξηγεί κανείς το σκίρτημα που νοιώθει στο στέρνο του, όταν ανάμεσα σε εκατοντάδες χαριτωμένες δεσποινίδες, ξεχωρίζει αυτή, αυτή που φαινομενικά δεν έχει κάτι το τόσο εκθαμβωτικά ξεχωριστό από τις υπόλοιπες; Πως εξηγείται το ότι ενώ και εσύ εκτιμάς την Άννα μου, ποτέ πριν δεν την είδες ως αντικείμενο πόθου μα την αντιμετώπιζες πάντα σαν έναν ίσο πνευματικά και παντελώς αδιάφορο συναισθηματικά γνωστό σου; Γιατί όταν βλέπω εγώ τη ματιά της νοιώθω πως φωτοβολούν μια δέσμη συνειδητοποίησης, πως τίποτα δεν ξέρουμε εν τέλει και τίποτα ποτέ δε θα μάθουμε; Αυτή την αρχαία Σωκρατική αλήθεια αγαπητέ μου Αρθούρε, μπορεί κανείς να την νοιώσει -γιατί να κατανοηθεί είναι αδύνατον- μόνο αν αγαπήσει. Τότε μόνο νοιώθεις τα θεωρητικά σου συστήματα να καταρρέουν και να αντιλαμβάνεσαι την αδυναμία σου μπροστά στο μεγάλο μυστήριο του κόσμου και το ακόμη μεγαλύτερο του εαυτού σου. Όχι, καλέ μου φίλε, δεν είναι η ανάγκη της αναπαραγωγής που μας στέλνει στην αγάπη: αυτή η ανάγκη στέλνει τους αδύναμους πνευματικά στους οίκους ανοχής και τα σχολιαρόπαιδα στις τουαλέτες. Είναι η Αριστοτελική ανάγκη για συντροφιά, για ένα χέρι που θέλεις να κρατάς καθώς πορεύεσαι στο μεγάλο άγνωστο της ζωής, να αλληλοστηρίζεστε στις καταιγίδες και να μοιράζεστε τις ομορφιές -γιατί μόνο αν μοιραστείς κάτι όμορφο έχει νόημα η ομορφιά του. Έτσι και η αγάπη, δεν είναι τίποτα λιγότερο από την μετάγγιση εαυτού εις εαυτόν, δύο συγκοινωνούντα δοχεία μεγαλείου, η ροή ενός θαύματος σε ένα άλλο για τη δημιουργία μιας ανείδωτης ομορφιάς και αρμονίας. Είμαι βέβαιος πως η ψυχολογία έχει δώσει πολλούς και μελετημένους ορισμούς για αυτά τα πράγματα, έχοντας βαφτίσει την συγχώρεση "υποσκελισμό" και τον τυφλό έρωτα "υποκατάσταση" -μα πιστεύεις πραγματικά πως υπάρχουν διαβαθμίσεις στην ποιότητα ενός συναισθήματος; Πράγματι, εσύ και εγώ ίσως να μην είχαμε ποτέ μάτια για μια ελαφρόμυαλη παιδούλα, μα ποιος μπορεί να πει πως όποιος είχε, την αγαπούσε με υποδεέστερο πάθος; Το μεγάλο φιλοσοφικό πεδίο στο οποίο πρέπει να σπαρθούν οι σκέψεις μας αγαπητέ μου φίλε, πρέπει να βασίζεται στην ουροβόρο αντικειμενική αλήθεια πως δεν υπάρχουν αντικειμενικές αλήθειες και πως η πραγματικότητα είναι απλώς ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Ο καθηγητής Nietzsche έχει ήδη εφαρμόσει αυτή τη φιλοσοφία στα βιβλία του, λέγοντας πως "δεν υπάρχουν ηθικά φαινόμενα, μόνο ηθικές ερμηνείες φαινομένων". Και η αγάπη καλέ μου Αρθούρε, είναι μόνον ο τρόπος αντίληψης των διαφορετικών ερεθισμάτων: μια φωνή που ραγίζει το δικό μου κρύσταλλο, σε σένα δεν κάνει μήτε ηχώ! Κι όμως, έχουμε και οι δύο τις ίδιες γεννετήσιες ορμές και τα ίδια γούστα και τα ίδια κοινωνικά κριτήρια -γιατί όταν φτάνουμε σε κάτι που σύμφωνα με την θεωρία σου θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε με ταυτόσημο τρόπο, αυτό δε συμβαίνει; Επειδή οι χορδές που πάλλει η αγάπη είναι κρυμμένες μέσα σε πράγματα που καμιά μονάδα μέτρησης δε μπορεί να υπολογίσει και καμιά πνευματική ζυγαριά δε θα ζυγίσει ποτέ!

Ήταν η σειρά του Αρθούρου να κάτσει σκεπτικός. Το επιχείρημα περί υποκειμενικής αντίληψης των πάντων, επικρατέστατο στον υπαρξισμό ανά τις δεκαετίες, ήταν ισχυρότατο πλήγμα. Σίγουρα θα μπορούσε να καταρριφθεί κάποτε μέσω της Ψυχολογίας, μα ακόμα ήταν πολύ νωρίς ώστε να μπορέσει να πει κανείς με γερά τεκμήρια πως "η υποκειμενικότητα βασίζεται σε ανασυνδυασμένα θεμελιώδη χαρακτηριστικά, κοινά σε όλους τους ανθρώπους" το οποίο φυσικά θα οδηγούσε στη δυνατότητα μιας κάποιας στατιστικής πρόβλεψης. Ήταν παραδείγματος χάριν γνωστό, πως οι μεσογειακοί λαοί εντυπωσιάζονταν από τα ξανθά μαλλιά των δεσποινίδων από την Πρωσσία και πως οι νομάδες της Ισπανίας προκαλούσαν πάντα το ενδιαφέρον με τον εξωτισμό τους. Αυτό σίγουρα είχε ως πηγή το πόσο ασυνήθιστο ήταν σε κάποιον το εκάστοτε θέαμα, μα πέρα από αυτό το παράδειγμα, ο Αρθούρος δε μπορούσε να βρει μια μη γενικευμένη απόδειξη της σαθρότητας της έννοιας της υποκειμενικότητας.

-Αγαπημένε μου φίλε, ομολογώ πως η φλογισμένη σου πεποίθηση δεν βρίσκει άξιο αντίπαλο στις λογικές μου απόπειρες. Ίσως κάποτε η ψυχολογία να μπορέσει να αποδείξει πως όλη η μαγεία της αγάπης σου δεν είναι παρά μόνο χημικές ουσίες που παράγει το σώμα μας, μα ως εκείνη τη μακρινή μέρα, την ήττα μου θα γλυκαίνει το γεγονός πως υπάρχουν άνθρωποι σαν εσένα που μπορούν να παραδίδονται τόσο θαρραλέα στη μαγεία αυτή. Δεν ξέρω αν έχεις δίκιο καλέ μου Φρειδερίκε, μα ξέρω σίγουρα πως η ευτυχία σου κάνει το ποιος έχει δίκιο εδώ, να μην έχει σημασία!

-Είσαι καλός φίλος Αρθούρε. Και πάλι σε ευχαριστώ βαθύτατα για τα λόγια σου. Και αν έχεις δίκιο και κάποτε αποκαλυφθεί πως πράγματι, υπάρχουν ουσίες στο αίμα μας και το μυαλό μας που μας κάνουν να αγαπάμε, η μαγεία δε θα χαθεί, τουναντίον θα είναι ακόμα πιο θαυμάσια και γοητευτική. Γιατί τότε, δε θα μιλάμε για την αγάπη σαν κάτι το υπερκόσμιο, μα για κάτι εντελώς ανθρώπινο -και πόση δόξα θα αποκτήσει τότε ο μικρός άνθρωπος, που μπορεί να είναι η μήτρα ενός τέτοιου σπόρου!

Έτσι η ήττα του Αρθούρου δεν σκίασε καθόλου τη διάθεσή του, γιατί είχε χάσει από το φίλο του, η νίκη του οποίου σήμαινε και μια πραγματικότητα που τον έκανε ευτυχή. Και ήπιαν πολύ κρασί εκείνο το βράδυ και γέλασαν πολύ και έκλαψαν πολύ και αγκαλίαστηκαν και μαζί βρήκαν ιδέες για να γίνει ο γάμος του Φρειδερίκου με την Άννα όσο πιο όμορφος γινόταν.

-

22 χρόνια μετά, ο Αρθούρος βρίσκονταν στην Κολωνία. Δεν είχε πολύ τακτική επαφή με τον Φρειδερίκο πια, καθώς ο τελευταίος είχε ήδη δύο παιδιά και ζούσε στο Salzburg, ενώ και ο ίδιος είχε την έδρα της φιλοσοφίας στην Κολωνία. Αλληλογραφούσαν σε τακτά χρονικά διαστήματα, συζητώντας φιλοσοφικά προβλήματα που γεννιούνταν και πέθαιναν εκείνη την ωραία για σκέψη εποχή, μα είχαν να ιδωθούν πολύ καιρό.

Μια νύχτα του Οκτώβρη, η πόρτα του Αρθούρου σείστηκε από το επίμονο χτύπημα ενός επισκέπτη. Ανήσυχος ο Αρθούρος έτρεξε να ανοίξει φοβούμενος πως κάποιος περαστικός είχε πάθει κάποια συμφορά. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρυσε έναν ασπρομάλλη κύριο ευγενικής φυσιογνωμίας που έσταζε βρόχινο νερό.

-Τι συμβαίνει αγαπητέ μου; Είσθε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια; Μα περάστε μέσα λοιπόν, μη στέκεστε στη βροχή.

Ο ασπρομάλλης κύριος τον κοιτούσε αμίλητος.

-Μα σίγουρα κάτι τρομερό συνέβη, το βλέμμα σας είναι φοβερό. Ελάτε, περάστε μέσα, θα ειδοποιήσω να σας ετοιμάσουν κάτι ζεστό.
-Δεν με γνωρίζεις λοιπόν πια ούτε εσύ Αρθούρε.
-...Να με συγχωρείτε καλέ μου κύριε, η μνήμη μου δεν είναι κάτι που...

Και τότε, στο στραβό χαμόγελο που ξεκίνησε να σχηματίζεται στο πρόσωπο του επισκέπτη του, ο Αρθούρος αναγνώρισε τη σκιά του παλιού του φίλου, Φρειδερίκου. Μα πόσο είχε τσακίσει αυτός ο άνθρωπος, πως είχε στραγγίσει και τα μάτια του είχαν στερέψει!

-Φρειδερίκε! Πέρασε μέσα, πέρασε μέσα λοιπόν δυστυχισμένε! Ω μα τι έχει συμβεί, νομίζω πως θα σπάσει η καρδιά μου από την ανησυχία!
-Έχεις τζάκι;
-Βέβαια, είναι πάντα αναμμένο τέτοιο καιρό, πάμε να ζεσταθείς!

Προχώρησαν γοργά προς το καθιστικό, που ένα μεγάλο σκαλιστό τζάκι έκαιγε ζωηρά.

-Κάθησε λοιπόν φίλε μου...

Μα ο Φρειδερίκος πήγε κοντά στο τζάκι, έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χαρτιά και προτάσσοντάς τα ανάμεσα στη φωτιά και τον Αρθούρο, ρώτησε σιγανά:

-Ξέρεις τι είναι αυτό Αρθούρε;

Γεμάτος φόβο ο Αρθούρος έγνεψε αρνητικά.

-Είναι το δοκίμιό μου περί αγάπης. Θυμάσαι; Πάνε 20 χρόνια από τότε, τότε που είχαμε βάλει στοίχημα για το ποιος θα φτάσει πιο κοντά στην αλήθεια.
-Και είχες κερδίσει φίλε μου! Το θυμάμαι συχνά με αγάπη.

Με μια απότομη κίνηση του Φρειδερίκου τα χαρτιά βρέθηκαν στη φωτιά.

-Δεν είχα κερδίσει. Ούτε εσύ είχες κερδίσει. Αντιμετωπίσαμε την αγάπη ως κάτι θεμελιωδώς ευγενές και καλό. Μα δεν είναι έτσι Αρθούρε, δεν είναι έτσι. Είναι δηλητήριο, είναι αλυσίδες, είναι ναρκωτικό που σε θαμπώνει και σταματά τη σκέψη σου! "Δεν έχει νόημα να αναλογιστώ το παραμικρό, είμαι ευτυχής μέσα στην αγάπη μου, αυτός είναι ο σκοπός!". Έτσι σκέφτεται ο θλιβερός αγαπημένος Αρθούρε, έτσι ατροφεί και παραδίδεται στη φλόγα που θεωρεί άγια! Μα είχες δίκιο σε ένα σημείο, πως υπάρχουν συνθήκες για να παραμένει καθάρια η φλόγα αυτή! Και ο χρόνος Αρθούρε, ο χρόνος γκρεμίζει τις συνθήκες αυτές αδυσώπητα και ανεπιστρεπτί, το ροδαλό μάγουλο γίνεται αναιμικό δέρμα και το παθιασμένο φιλί γίνεται κρύα δαγκωνιά! Οι εαυτοί μέσα στα συγκοινωνούντα δοχεία γίνονται ένα μίγμα δίχως κέντρο και χρώμα και μονάχα οι φουσκάλες που φτάνουν στην κορφή όταν το μίγμα αυτό βράζει από θυμό και αγανάκτηση, θυμίζει τα μέρη του! Η αισθαντική έλξη έλεγες: μα είχαμε δει και οι δύο τις ξερακιανές γριές και κανείς μας δεν πήρε στα σοβαρά το περιτύλιγμα -γιατί ήμασταν ευγενείς! Μα και οι ευγενείς είναι άνθρωποι και ο άνθρωπος είναι ζωοβόρο πλάσμα και ζητά την ομορφιά, ακόμα και αν ο ίδιος έχει ζαρώσει! Και η πνευματική ευδαιμονία, είναι μόνο ο ιστός της αράχνης που νομίζει πως είναι πεταλούδα: τον πλέκει μέχρι να πέσει και αυτός και το ταίρι του σε αυτόν και άπαξ και κολλήσουν, πάει πια, κανείς δεν νοιάζεται να φουντώνει τα χρώματά του! Είχες δίκιο Αρθούρε, είχες δίκιο σε όλα σχεδόν, είναι μόνο για το είδος, για την διαιώνιση του είδους, κάποια αρχέγονη ενστικτώδης φωνή, φυτεμένη βαθειά στα κύτταρά μας που μας κάνει να πιστεύουμε πως είμαστε κύριοι του εαυτού μας και ευτυχισμένοι! Χα! Μα υπάρχει ποτέ αυτό Αρθούρε; Κοίτα εσένα, είσαι κύριος του εαυτού σου και σαπίζεις μόνος και δυστυχής! Και εγώ, εγώ είμαι σαν εσένα τώρα, ενώ πριν που δεν είχα κέντρο και όρια και εαυτό, ήμουν ευτυχής. Θλιβερά πράγματα είμαστε Αρθούρε, θλιβερά εμείς οι άνθρωποι! Μηχανές όπως είχες προβλέψει, μα μηχανές μου κουρντίζουν άλλες δυνάμεις, πέρα από μας, η αδίστακτη Φύση-

Εκείνη τη στιγμή πολλοί άνθρωποι μπήκαν στο δωμάτιο. Η Άννα, η σύζυγος του Φρειδερίκου μαζί με τέσσερις αστυφύλακες. Ο Αρθούρος άκουσε σαν σε όνειρο να του αναγγέλουν πως λυπούνται πολύ, πως θα έπρεπε αμέσως να σκεφτούν πως θα είχε πάει σε αυτόν και πως δεν ξέρουν πως κατάφερε να διαφύγει από την ψυχιατρική κλινική. Του είπαν πως τα τελευταία 12 χρόνια ο Φρειδερίκος δεν ήταν καλά και πως τα γράμματα στον Αρθούρο τα έγραφε ο γιος του, που ήταν επίσης φοιτητής φιλοσοφίας και πως δεν ήθελαν να στεναχωρήσουν τον μεγάλο και σεβάσμιο καθηγητή με κάτι τόσο συνταρακτικό. Οι αστυφύλακες έσυραν τον Φρειδερίκο έξω από την πόρτα, η σύζυγός του απολογήθηκε ειλικρινέστατα για μια ακόμη φορά στον Αρθούρο και όλα έγιναν ήσυχα. Μα ο Αρθούρος δεν άκουσε στην πραγματικότητα τίποτα από όλα αυτά, παρά μόνο την επαναλαμβανόμενη σπαρακτική κραυγή του φίλου του στην Άννα:

"Θυμάσαι; Θυμάσαι;;;"

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Food chain.



Ήταν μια μέρα πριν το τέλος του κόσμου. Ο γιγάντιος μετεωρίτης στο μέγεθος της Ναμίμπια, είχε όχι μόνο σφραγίσει την μοίρα του πλανήτη, μα και μια θέση στη (βραχύβια πλέον) ιστορία του κόσμου για τη Ναμίμπια: έστω και αργά, ο κόσμος είχε μάθει πως υπήρχε μια τέτοια χώρα.

Ο μετεωρίτης, σύμφωνα με τις προβλέψεις, θα ερχόταν σε επαφή (ανέκαθεν αυτό ήταν η ευγενική έκφραση για το "θα γαμούσε τα πόμολα") με τη Γη, κοντά στην Αγία Πετρούπολη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εκκένωση της πόλης, πράξη που θεωρήθηκε καθ΄ όλα φυσιολογική από τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης, παρ΄όλο που κανένα σημείο του πλανήτη δε θα έμενε στη θέση του μετά την πρόσκρουση και λίγη σημασία είχε αν ήταν κανείς στην Αγία Πετρούπολη ή το νησί του Πάσχα.

Τα ίδια μέσα ενημέρωσης, σαν γιγαντογραφία της ορχήστρας του Τιτανικού (η οποία τελικά μετά από έρευνες αποδείχτηκε πως ήταν ένα κουαρτέτο εγχρώμων) δεν σταμάτησαν στιγμή να ενημερώνουν τον κόσμο για την κατάσταση. Μπορεί το μόνο που άλλαζε στην κατάσταση να ήταν τα χιλιόμετρα απόστασης μετεωρίτη-Γης, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό των εργαζομένων να σταματήσουν το δημοσιογραφικό τους λειτούργημα μιας και σε 12 ώρες, τίποτα δε θα έμενε, ούτε καν η ανάμνησή τους. Και πράγματι, απ΄ όλους τους επαγγελματίες, οι μόνοι που παράτησαν τη δουλειά τους, ήταν οι οδηγοί ταξί. Οι κάτοικοι στη Νέα Υόρκη, το Τόκυο, την Αθήνα και την Βαρκελώνη σχεδόν πίστευαν πως μόνο και μόνο για την νέα κατάσταση στους δρόμους, ο μετεωρίτης άξιζε τον κόπο. Οι πιο τολμηροί μάλιστα εύχονταν να χτυπούσε και ένας μετεωρίτης τη Γη κάθε μέρα "και ας έπεφτε και στην πόλη μας". Ήταν τέτοιες στιγμές πανανθρώπινου μίσους προς τους ταξιτζήδες και οικουμενικής ηλιθιότητας προς την ασημαντότητα του σημείου πρόσκρουσης που θύμιζαν στον κόσμο πως εν τέλει, είμαστε όλοι αδέρφια.

Εκείνη τη μέρα, κάπου στην Καλλιθέα, ο Γιώργος ήταν στο μαγαζί και τα άκουγε από το αφεντικό του.

-Τι να φύγεις νωρίτερα ρε, με δουλεύεις; Και ποιος θα το κρατήσει το μαγαζί, εγώ μόνος μου; Έχω και δουλειές ρε, έχω να δω τα παιδιά μου. Όχι, 2 θα σχολάσεις κανονικά και δεν ακούω τίποτα.
-Μα κύριε Αναγνώστου θέλω και εγώ να δω την κοπέλα μου. Από αύριο πάει, τέρμα, θέλω να περάσω μια μέρα μαζί της, δεν καταλαβαίνετε; Έχει και αυτή τις ανασφάλειές της, τέλος του κόσμου και τα συναφή, καταλαβαίνετε...
-Και τι φταίω ΄γω ρε αν τη γκόμενά σου την έπιασε ο φόβος για το μέλλον της; Εγώ έχω ένα μαγαζί να κρατήσω. Χέστηκα για τα προσωπικά σου, μετά τις 2 κάνε ό,τι θες.

Ο Γιώργος έβγαλε το σχεδιαστικό κοπίδι από τη μολυβοθήκη του, σηκώθηκε, έκοψε το λαιμό του κου Αναγνώστου προσέχοντας μην πιτσιλιστεί από το αίμα της δεξιάς καρωτίδας και βγήκε από το μαγαζί. Έπρεπε να πάει ως το Νέο Ηράκλειο που έμενε η Αλκμήνη και το μαγαζί το είχε στο συνεργείο, θα το παιρνε μεθαύριο. Έτσι του ΄χαν πει δηλαδή πριν μαθευτεί η φάση με το μετεωρίτη, τώρα χαιρόταν που δεν είχε δώσει προκαταβολή.

"Σίγουρα τσαπατσοδουλειά θα κάνουν οι γαμιόληδες, σιγά μην κάτσουν να το προσέξουν, σου λέει ποιος θα μας ελέγξει μετά το μπαμ, στα αρχίδια μας. Και μετά θέλουμε να λεγόμαστε και Ευρωπαίοι, αρχίδια Ευρωπαίοι είμαστε. Ο Γερμανός θα σου φτιαχνε το αμάξι και θα σου κρατούσε και αρχείο με την παραμικρή επέμβαση, μετεωρίτης ξεμετεωρίτης. Και που στο διάολο έχουν πάει όλοι οι ταρίφες ρε πούστη, όποτε τους θες άφαντοι και όποτε είσαι στο δρόμο σε κλείνουν από δέκα μεριές. Κωλοφάρα ρε πούστη... Αλλά βέβαια, η Χούντα δε τους έφτιαξε; Ποιος τους έφτιαξε, από εκεί καταλαβαίνεις. Α, να το 963, τυχερός είμαι, αυτό περνάει κάθε δίσεκτα Χριστούγεννα."

Μια ώρα μετά βρισκόταν στο σταθμό του Ηρακλείου. Περπάτησε κάνα δεκάλεπτο μέσα στο οποίο κάπνισε 3 τσιγάρα ("χαχαχα, καρκίνος του πνεύμονα και μαλακίες, τι λέτε τώρα αντικαπνιστές μαλάκες υγειάνθρωποι;;;") και φτάνοντας στο κατώφλι της Αλκμήνης, χτύπησε το κουδούνι.

-Ήρθες;;; Άντε δυο ώρες, τι διάολο, με πατίνι ερχόσουν; Μπες μέσα γρήγορα, έχω το φαΐ στη φωτιά.
-Ακόμα μαγειρεύεις; Και τότε τι φωνάζεις μωρέ που άργησα, αφού ακόμα δεν είναι τίποτα έτοιμο.
-Ναι, δεν το ΄ξερα να σου στρώσω και το χαλί! Άντε έλα, τελειώνε, έλα μέσα να με βοηθήσεις.

Μετά το φαγητό καθόντουσαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση.

-Μας έχουν πρήξει τα αρχίδια μ΄αυτό το μετεωρίτη όμως ε, όλα τα κανάλια αυτό δείχνουν.
-Έμαθες λέει που του έβγαλαν και όνομα;
-Μπα; Όχι, πως τον λένε;
-Ελπίδα.
-Πλάκα κάνεις τώρα.
-Σοβαρά. Λένε πως δεν ξέρεις ποτέ και πως το παν είναι να κρατάμε το κεφάλι ψηλά και πως ίσως τα καταφύγια να δώσουν κάποιες πιθανότητες επιβίωσης...
-Ε;;; Αφού λέει θα διαλύσει εντελώς τον πλανήτη έτσι γαμιώντας που έρχεται, τι πιθανότητες επιβίωσης;;;
-Τι να σου πω, δεν πρόσεχα πολύ, είχα ανοιχτή την τηλεόραση όσο σωτάριζα τα μανιτάρια.
-Μμμ θαρραλέο το μωρό μου, ο κόσμος χάνεται αλλά αυτό...
-Έλα, πάρε το χέρι σου από εκεί, ξέρεις ότι μετά το φαγητό έχω βάρος.
-Καλά, μετά όμως δε γλυτώνεις.
-Μμμ εντάξει, ολόκληρη τη μέρα έχουμε μπροστά μας.

Κάπου ψηλά πάνω από τα στρατοσφαιρικά στρώματα, στο μεγάλο μαύρο κενό, η Ελπίδα ταξίδευε φουριόζα προς τη σκοτεινή πλευρά της Γης, την σπαρμένη από χιλιάδες μικροσκοπικά φωτάκια.

Σε ένα δωμάτιο ενός σπιτιού μιας συνοικίας ενός δήμου ενός από αυτά τα φωτάκια, ο Γιώργος με την Αλκμήνη τσακώνονταν.

-Σου έχω πει διακόσες φορές γαμώ το κέρατο, να μου λες όταν είναι να τελειώσεις. Σιχαίνομαι.
-Ρε Αλκμήνη, για όνομα, αύριο θα πάμε όλοι στο διάολο και εσύ ούτε αυτή τη χάρη την τελευταία μας νύχτα μαζί;
-Σιχαίνομαι ρε αγόρι μου, δεν καταλαβαίνεις; Δεν πα να γαμηθεί ο πλανήτης ολόκληρος, εγώ δεν καταπίνω.

Ένας μεθυσμένος περνούσε κάτω από το παράθυρο φωνάζοντας πως όλα είναι Εβραϊκή συνομωσία και πως η δουλειά είναι της CIA. Ανά τον κόσμο, μια γλυκειά σιωπή ρουτίνας είχε πέσει παντού, που κάποιος ρομαντικός θα μπορούσε -με λίγη προσπάθεια- να δει σαν μια άφοβη ματιά στο ζοφερό μέλλον, ένα μεγάλο Αψηφώ τριμμένο στη μούρη του Τέλους. Η τελευταία μεγάλη ωραιοποίηση.

Την επόμενη μέρα, ο Γιώργος ξύπνησε πλάτη με πλάτη με την Αλκμήνη. Αυτή νοιώθοντάς τον να κουνιέται, γύρισε και τον φίλησε. Κοίταξαν και οι δύο το ρολόι.

-Ω μαλάκα, παρακοιμηθήκαμε ε, όπου να ΄ναι φτάνει.
-Γιώργο...
-Μμμ.
-Πες μου ότι μ΄ αγαπάς.
-Έλα ρε Αλκμήνη πρωί-πρωί.
-Πες το μου. Δε μου το λες συχνά τελευταία.
-Έλα, χαζομάρες.
-Γιατί δε το λες;;; Μήπως δε θες να μου πεις ψέμματα;
-...
-Γιώργο;
-Ε τώρα τι θες, γυρεύοντας πας να πληγωθείς;
-Καλά ρε μαλάκ-

Η έκρηξη πήρε τα πάντα μαζί της. Πήρε το θυμό της Αλκμήνης και τη νύστα του Γιώργου, πήρε μαζί της το Κρεμλίνο και το Κολοσσαίο, έμπλεξε την αναπηρική καρέκλα του Stephen Hawking με το Σινικό Τείχος και τον Μέλανα Δρυμό με τα McDonalds στην Οσάκα. Πήρε μαζί της τον Παρθενώνα και τον πρωθυπουργό της Δανίας, τον σκύλο κάποιου Καναδού και ένα πετρελαιοφόρο στη Βαλτική. Πήρε μαζί της χιλιετίες ανθρώπινης ιστορίας, αιώνες διανόησης και προόδου, πήρε σκέψεις και συναισθήματα, ανακαλύψεις, θεωρίες και αξιώματα, μνήμες και δεδομένα, πήρε τον Picasso και τον Dali, τον Nietzsche και τον Camus, πήρε μαζί της οτιδήποτε υπήρξε ποτέ και θα υπήρχε κάποτε, αλλά δεν διέλυσε τον πλανήτη.

Το σαρωτικό κύμα τύλιξε πολλές φορές τη Γη και πέρασαν αρκετές δεκαετίες μέχρι να περάσει η πρώτη ηλιαχτίδα το ραδιενεργό σύννεφο και να πέσει πάνω στους πάγους. Σιγά-σιγά, τα σύννεφα έφυγαν και οι πάγοι έλιωσαν. Κάπου στην περιοχή που ήταν κάποτε η Τυνησία, ένα πετραδάκι κουνήθηκε. Μια κατσαρίδα πετάχτηκε γρήγορα από κάτω και άρχισε να τρέχει πάνω στο κρύο ακόμα χώμα.

Ξαφνικά, ένα παπούτσι Nike έπεσε πάνω της με φόρα και την έλιωσε. Στριφογύρισε μερικές φορές για να βεβαιωθεί ότι ψόφησε και μετά σηκώθηκε.

"Πόσο πολύ τις σιχαίνομαι τις γαμημένες" είπε ο Χρήστος ο Αγγελακόπουλος και μπήκε στο ταξί του.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Αφορισμός #6



Όταν τα παραγόμενα αγαθά ταυτοποιθούν εν τέλει ως κόπρανα, το γεγονός πως αποτελούσαν κάποτε μέρος μας, δε θα πρέπει να μας αποτρέπει από το να τραβάμε το καζανάκι.

Sempre diritto.



Ο ήρωας της ιστορίας μας, χάιδεψε με το χέρι του το σεντόνι του κρεββατιού και έτριψε μεταξύ τους τούς αστραγάλους του. Τον χαλάρωνε αυτό πριν κοιμηθεί, η δροσιά του κρεββατιού, η αίσθηση του ζεστού δέρματος και το μαλακό μαξιλάρι να πιέζει το πρόσωπό του. Ήταν κάτι σαν υπόσχεση, σαν προκαταβολή ενός δείγματος για μια ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια και γαλήνη, για έναν ακόμα βαθύτερο ύπνο, εκεί που η δοκιμαστική λειτουργεία δε θα κρατούσε μόνο για 8-12 ώρες, αλλά για πάντα, πληρωμένη με χρόνια αποταμίευσης κυττάρων μνήμης και -αν ανακαλυφθούν ποτέ- αμνησίας.

Ο ήρωας της ιστορίας μας βέβαια, βρισκόμενος σε πλεονεκτικότερη θέση από εμάς (και εσάς) δεν ήταν σε θέση να τα σκεφτεί όλα αυτά τα αμπελοφιλοσοφικά. Είναι τοις πάσει γνωστό πως τα πράγματα που ζεις, πρέπει να τελειώσουν για να τα αναλύσεις. Είναι κάτι σα την ευτυχία, τη στιγμή που τη βιώνεις, δεν δύνασαι και δεν θες να συνειδητοποιήσεις πως είσαι ευτυχισμένος. Η συνειδητοποίηση απαιτεί σκέψη και η σκέψη είναι ο αιώνιος εχθρός της αδράνειας. Και ο ήρωας της ιστορίας μας θα μπορούσε να είναι ένα πανέμορφο Καφκικό σκιτσάκι συμβολίζον την Αδράνεια.

Αφού λοιπόν ξεπαγώσουμε το χρόνο για να κλείσουμε την παρένθεση και να αποφύγουμε την αγκύλωση του ήρωα της ιστορίας μας με το χέρι να χουφτώνει το κρεββάτι και τα πόδια του να δένονται κόμπο, μπορούμε να μιλήσουμε λίγο για τις πρώτες πρωινές σκέψεις του.

Δυστυχώς για όλους τους αιώνες διανόησης, φιλοσοφίας και συλλογικής μεγαλομανίας του είδους μας, του θαυμαστού αυτού πνευματικού όντος, η πρώτη σκέψη του ήρωα της ιστορίας μας, ήταν πως πρέπει πάλι να περιμένει να του φύγουν οι πρωινές καύλες πριν σηκωθεί και ο ίδιος. Μια φιλική υπενθύμιση της μαμάς Φύσης πως όσο και να μας καλομαθαίνει αφήνοντάς μας να της χαλάμε το φόρεμα και πνίγοντας Αμερικανούς σε πλημμύρες, είναι πάντα η μαμά Φύση και δεν πα να γαμιόμαστε. Αφού λοιπόν η αναθεματισμένη κρεατόβεργα του ήρωα της ιστορίας μας έγινε μια πρησμένη μπάμια ανοιχτού καφέ (τα θηλυκά που διαβάζουν παρακαλούνται να μην κάνουν επίδειξη της φυλετικής τους ιδιότητας να αναγνωρίζουν 400 διαφορετικές αποχρώσεις στο ίδιο οπτικό φάσμα) πήγε στην τουαλέτα, σήκωσε το καπάκι σκαλιστό σε πολύτιμη πορσελάνη Αμαλιάδας και κατούρησε. Η μαμά Φύση χαμογέλασε πλατύτερα.

Fast forward στην καθημερινή πρωινή υγιεινή, φτάνουμε στο πέρας των διαδικαστικών.

Ο ήρωας της ιστορίας μας κοιτάει το κινητό του.
Vodafone. 5 μπάρες. Γεμάτη μπαταρία.
Μια αίσθηση πως δεν έχει τι να το κάνει μιας και είναι φορτισμένο, λαμβάνει και δεν φέρει κανένα μήνυμα από κανέναν άνθρωπο που θα ήθελε να φέρει μήνυμα, γεμίζει το κεφάλι του.

Σκατά.

Βγαίνει στο μπαλκόνι και ανάβει ένα τσιγάρο, έτσι, για να 'ναι σίγουρος πως οι υποσχέσεις του Μορφέα για τον μεγαλύτερο αδερφό του δεν είναι μπαρούφες. Κανείς δεν ξεγελάει τον νεοέλληνα, ούτε ο Χάρος, ούτε ο Θεός, ούτε ο Χριστός, ούτε "η Παναγία της, το σπίτι της, το σταυρό της μέσα γαμώ, τι σκατά κάνει ρε πούστη, γαμιέται πια; Με τα δάχτυλα 24/7 ή με τη μπαταρία του κινητού; Άει στο διάολο ηλίθια, δε θα μου γαμήσεις εσύ τη μέρα, μία εσύ, δέκα εγώ. Σιώπη θες, θα σου δείξω πως γίνεται. Δυο δεκαετίες και κάτι τώρα δεν κάνω και άλλη δουλειά."

Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε πως ο ήρωας της ιστορίας μας, είναι αρκετά εσωστρεφές άτομο, με αρκετά μεγάλο κοινωνικό κύκλο παρ' όλα αυτά. Οι συμπάσχοντες αναγνώστες μας (και σας) θα γνωρίζουν πως ο συνδυασμός των παραπάνω, επιφέρει μια κατάσταση πνιγμονής σκέψεων η οποία μετά από λίγο δίνει την εντύπωση στον ασθενή πως μιλάει το ένα αυτί με το άλλο μέσα από το κεφάλι του. Η κατανάλωση λευκών οινοπνευματώδων ποτών συνήθως παρεμβάλλει αποτελεσματικά παράσιτα μα φευ! ο ατυχής ασθενής θα ακούει κάθε ψίθυρο σαν κανονιά την επόμενη μέρα. Και η μαμά Φύση είναι στο πάτωμα με νευρικό.

Ακόμα μία όμορφη κοπέλα προσπερνά τον ήρωα της ιστορίας μας χαμογελώντας. "Τι σκατά, που τους βρίσκουν τέτοιους κώλους γαμώτο και οι δικές μας είναι σαν παραγινωμένα αχλάδια; Και μετά σου λένε una fazza, una racca."

Άλλη μια γρήγορη υποσημείωση, ο ήρωάς μας είναι γενικά ρομαντικό και τρυφερό άτομο με το φύλο της προτιμήσεώς του (το ΧΧ) αλλά δυστυχώς, καμία απόλυτη κοινωνικοφιλοσοφική θέση δεν μπόρεσε ποτέ να αποτρέψει την αυτόματη κίνηση εστίασης στους γλουτούς του φύλου αυτού. Η μαμά Φύση πλησιάζει την άπνοια.

Φτάνει στο γνωστό στέκι. Ελεύθερο τραπέζι δίπλα στη λίμνη, βουρ πριν έρθουν οι άποικοι και οι πρωτευουσιάνοι! Η γνωστή υπερφιλική νταρντάνα σερβιτόρα φέρνει τον γνωστό αχνιστό capuccino. Και αυτή τη φορά, του τα ρίχνει φόρα παρτίδα. Και αυτός βαριέται τόσο πολύ, έχει μπει και κάτι στο μάτι του, όταν κουνιέται το δέντρο τον τυφλώνει λίγο και ο ήλιος (βλ. Αλμπέρ Καμύ "Ο Ξένος") που της πιάνει την κουβέντα για να καθαρίσει από στιγμές αμηχανίας στο μέλλον. Αλλά η ιδέα του είναι στο άλλο συμπαντικό άκρο από μια έξυπνη αδερφή της:

-So you come here everyday, with your book and your capuccino?
-Both the book and capuccino are different everyday though!
-You are not bored here?
-No. It's relaxing.
-Where do you come from?

Ήταν προφανώς τα φτωχά αγγλικά της, αλλά δεν είναι απίστευτα όμορφη η ερώτηση όταν γίνεται έτσι;

-Athens, Greece.
-Aaah, Greccia! Bella-
-Bella Greccia, si, I hear that all the time.
-Isn't it?
-No, not for me right now.
-Why not? It's beautiful!
-Well, yeah, but I miss certain people while at the same time, they don't miss me.
-That's very bad. Your girlfriend or some other friend?
-My boyfriend actually.

Ω ναι. Ο ήρωας της ιστορίας μας θέλησε να αποφύγει μελλοντικές στιγμές αμηχανίας στο στέκι του, λέγοντας στη σερβιτόρα του cafe μιας επαρχιακής πόλης σε μια αντίστοιχης συντηρητικότητας χώρα με την Ελλάδα, πως του λείπει ο γκόμενός του. Ο ήρωας της ιστορίας μας είναι Ντοστογιεφσκικός ηλίθιος. Η αντίδραση της σερβιτόρας ήταν επιτηδευμένα ευγενική, μετά από 5 λεπτά κουβέντας για τις ξαφνικές βροχοπτώσεις της περιοχής και τους τουρίστες, σήκωσε ένα τηλέφωνο που δε χτύπησε λέγοντας πως πρέπει να "arrange something important" (φλεγόμενοι σταυροί, άσπρες κουκούλες κτλ) και πλήρωσα στον Cirro, έναν κάγκουρα σερβιτόρο που είναι περισσότερο χρυσάφι παρά δέρμα.

Οι επόμενες μέρες ακολούθησαν την ίδια πορεία στους διαδρόμους της διάθεσης του ήρωα της ιστορίας μας (κτητική και άγιος ο Θεός). Με μικρά διαλείμματα χριστοπαναγίας στην autostrada, οδηγίες για διασταυρώσεις από βενζινάδες που μιλούσαν το ίδιο καλά Ιταλικά με τον ήρωα της ιστορίας μας και τσιγάρα πάνω σε βουνοπλαγιές που εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται ("Δε γαμιέσαι μωρή, άει στο διάολο, κάνε ό,τι θες, στα αρχίδια μου στην τελική. Εγώ φταίω που κάθομαι και χαλιέμαι αντί να σου πατήσω ένα μαύρο Χ και να πηδήξω καμία ragazza εδώ πέρα. Που γαμώ το κέρατο, γιατί έχουν τόσο τέλειους κώλους εδώ...") ο δρόμος ήταν ο ίδιος. Είναι όμορφο να στέκεσαι στη βροχή στα 2000 μέτρα κάτω από τις ψηλές, γυμνές βουνοκορφές των Δολομίτων, δίπλα σε έναν κάθετο γκρεμό, βλέποντας πέρα κάτω τη μικρή κορδέλα του δρόμου. Συνειδητοποιείς πόσο cliche είναι το "μικρός ο κόσμος" και σκέφτεσαι πως τα δάκρυα γέλιου της μαμάς Φύσης μπορεί να έχουν εν τέλει καλοήθη πηγή. Και ανάβεις το τσιγάρο σου, ήρωα της ιστορίας, και σβήνεις όλα τα άλλα -και με μια βαθειά ανάσα αγνού οξυγόνου και καρκινογόνου καπνού Davidoff, γελάς και εσύ με τη μαμά Φύση για λίγο, γελάς αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που αποδεσμεύεσαι από κάθε ανθρώπινη συνειδητοποίηση και με τη ζωώδη αίσθηση της αποδέσμευσης αυτής, θυμάσαι με την αρχέγονη συναίσθηση του εαυτού σου, πως το κινητό σου, τα τσιγάρα σου, οι νοσταλγίες σου, οι έρωτές σου, οι αγάπες και οι αντιπάθειές σου, είναι μια μικρή νερουλή μάζα μπροστά στο μεγαλείο της ζωής σου και της δυνατότητάς σου να πλεύσεις για λίγο μέσα από αυτή, σαν φωνή από το ένα αυτί της στο άλλο. Και κοιτάς την γιγάντια ασβεστολιθική μάζα που θα είναι εκεί για πολλές χιλιετίες ακόμα αφ' ότου εσύ και οι αγάπες σου σβήσουν -και ξέρεις ποιος απ'τους δυο σας έχει μεγαλύτερη σημασία. Η μαμά Φύση σου στέλνει μια σταγόνα στο στόμα και σου κλείνει το μάτι με μια αστραπή -και την ευχαριστείς, γιατί μπορεί ακόμα να σου θυμίζει πως είσαι το πιο μεγαλειώδες τίποτα στο ομορφότερο πουθενά -και πως καλά θα κάνεις να κόψεις το κάπνισμα γιατί δεν έχεις που να πετάξεις τη γόπα.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Will travel light.



Είσαι κάπου μακρυά. Μακρυά από τις γνωστές σου γειτονιές και τους οικείους θορύβους -ή σιωπές. Απέναντί σου έχεις την ίδια αρχαία γη και σε σκεπάζει ο ίδιος αρχαίος ουρανός, το μόνο που αλλάζει είναι οι μικροί άνθρωποι. Και καθώς αυτοί είναι εύπλαστοι, σου αρέσει να γλιστράς μόνο στις επιφανειακές διαφορές της κουλτούρας τους από τη δική σου, σου αρέσει να βλέπεις το σχήμα τους, αλλά φοβάσαι την κοινή απογοήτευση που κρύβει η πήλινη υφή τους.

Είσαι μακρυά και αυτό έχει σημασία. Δεν ακούς τη γλώσσα σου στο δρόμο, κανείς δε σε καταλαβαίνει όταν τραγουδάς το απόγευμα στα σοκάκια και δεν μπορούν να δουν τι διαβάζεις. Και όταν λες από που έρχεσαι και όταν ακούς από που έρχονται, νοιώθεις το βάρος μιας μακρινής ρίζας και την ελαφρότητα των οριζόντων από τους οποίους έφεραν εκείνοι τις δικές τους. Είσαι καλεσμένος και είναι όμορφο αυτό, γιατί είναι άμεσα συνδεδεμένο με την καινούρια γνώση και την παλιά ανάγκη να αλλάξεις δέρμα.

Θέλεις να έχεις ξεχαστεί, θέλεις να είσαι στην άκρη του κόσμου χωρίς κανέναν μίτο να σε βγάλει από το λαβύρινθο της πυξίδας σου. Μπορεί κάποιες στιγμές να κουβαλάς κάτι αιώνια δικό σου, ίσως κάτι που χωράει στην τσέπη σου σαν αναπτήρας, ίσως κάτι που χωράει μόνο στο κεφάλι σου, σαν ανάμνηση. Ίσως να θες να ξέρεις πως μπορείς ανά πάσα στιγμή να μεθύσεις και να μιλάς σε κάποιον μπάρμαν -ο οποίος ενδεχομένως ξεφεύγοντας από το επίπεδο του μέσου μπάρμαν, να καταλαβαίνει τα αγγλικά σου- για την κοπέλα που άφησες πίσω, ή που σε άφησε πίσω, ή που δώσατε ένα ανείπωτο ραντεβού όταν αυτός ο κύκλος των εαυτών σας κλείσει. Γενικά, είτε το μέρος είναι οι όχθες μιας λίμνης στη βόρειο Ιταλία, είτε κάποιο καταγώγιο σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό της ανατολικής Ευρώπης, ο ρομαντισμός θα είναι εξίσου παρών -με την εκάστοτε μορφή που του αρμόζει φυσικά.

Και συνειδητοποιείς, πως δεν γίνεται να ξεχαστείς αν δεν ξεχάσεις. Συνειδητοποιείς πως πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα στη φυγή και το όραμα της επιστροφής, γιατί αν φύγεις με σκοπό να γυρίσεις, μάθε, δεν έφυγες ποτέ. Αν ζεις στις όχθες της λίμνης ή στο ξενοδοχείο δίπλα στις ράγες για να μπορείς να πεις πως επέστρεψες από εκεί, για να μπορέσεις να αγκαλιάσεις κάποιο κορίτσι που σε περίμενε και να της πεις "γύρισα", μείνε σπίτι. Έφυγες για να φύγεις, έφυγες γιατί δε μπορούσες να μείνεις, έφυγες γιατί ήταν η μόνη σου οδός. Το να χρωματίζεις την επιστροφή στο κεφάλι σου, είναι το ίδιο με το να μετανιώνεις που δεν έσκισες τα εισιτήρια πίσω στην Αθήνα.

Έχεις ήδη φύγει όμως και είναι καιρός να αναλάβεις τόσο την ευθύνη του να μη λείπεις σε κανέναν, όσο και την βαρύτερη να μη σου λείπει κανείς.

Έχεις ήδη φύγει. Καιρός να αρχίσεις να φέρεσαι αναλόγως.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

Adieu!



"The deep blue abyss stretches skin, for miles and miles and miles

The water desert spreads, as far as we can set our eyes on

Always ahead, wave after wave, our prow against the distance
We set our hopeless course towards that goldenlit horizon."

Rue Morgue



"Δε θα μου πεις πως μ' αγαπάς;"
Λες και άκουσε την ερώτηση με αυτά, τα χείλη της συσπάστηκαν ελαφρά. Γύρισε -με μια κίνηση που κράτησε χρόνια, τα καλύτερα χρόνια- και με κοίταξε.
"Δεν έχεις ανάγκη εσύ" μου είπε. Θα ήταν γλυκό το ψέμα
-αν ήξερε να λέει ψέμματα.
Ξαναγύρισε στο παράθυρο. Ο ήλιος δεν είχε δύσει ακόμα, ήταν ψηλά, σε εκείνο το ύψος που έχεις συνδυάσει με υγρή άμμο παραλίας, οδήγηση προς το Σπίτι και ενίοτε μια σιδηρά γαλήνη που ακόμα και αναπόφευκτη, ήταν ευπρόσδεκτη.
Το ένα της μάτι, φωτισμένο, λαμπύριζε γαλάζιο ή γκρι ή πράσινο, ποτέ δεν κατάλαβα. Το άλλο στη σκιά.
Σκότωσα τη σκέψη μου πριν προλάβει να αναζητήσει τον συμβολισμό. Τέτοια κάνω και σαλεύω σιγά-σιγά, σημάδια και σύμβολα και δε συμμαζεύεται.
Δε συμμαζεύεται πια...
"Πες το μου. Και ας είναι και αλήθεια."
Κάνεις και αστειάκια μαλάκα. Σαν τα τσιράκια των πρωταγωνιστών, λίγο πριν τους τινάξουν τα μυαλά στον αέρα, πετάνε την ηρωική ατάκα. Γιατί έχουν αρχίδια, είναι
άντρες μπροστά στο θάνατο. Δε μας γαμάς λέω 'γω, όταν τίποτα δεν είναι στο χέρι μου, κάνω και εγώ τον καραγκιόζη. Το θέμα είναι, είσαι άντρας μπροστά στη ζωή; Τα άλλα είναι εύκολα.
Αυτό γάμησε, να βρω έναν τρόπο να το αποκλισεδιάσω, θα πιάνει στα γκομ-
"Πρέπει να φεύγω σιγά-σιγά. Δε με πληρώνεις;"
Ένα λεπτό γαμώ το σπίτι σου, ένα λεπτό δε μπορούσες να περιμένεις; Ούτε να μιλήσει κανείς με τον εαυτό του δε μπορεί κανείς χωρίς να τον διακ-
"Σου μιλάω."
"Θέλω να το πεις πριν φύγεις. Γιατί δε το λες;"
Με κοιτάει. Νομίζω πως αυτό είναι βλέμμα περιφρόνησης. Σκατά, άμα δεν το 'χεις στο ζώδιο δεν το βγάζεις καλά που να χτυπιέσαι. Της δείχνω πως είναι το βλέμμα της περιφρόνησης.
Φυσικά δεν παίρνει πρέφα.
"Ρε αγόρι μου, κατάλαβε κάτι. Δεν μου είναι τίποτα να το πω. Δυο γαμημένες λέξεις είναι, όχι μόνο από μένα, όποιος και να το λέει, μόνο λέξεις είναι. Ένας ήχος, τίποτα, πως γαυγίζει ο σκύλος; Πως κάνεις εσύ όταν χύνεις; Τέτοια φάση."
"Ωραία, τότε που είναι το πρόβλημα."
"Το πρόβλημα είναι, πως για να μου ζητάς να στο πω, δεν είναι δυο λέξεις και ένας ήχος για σένα. Σημαίνει κάτι, αλλιώς δε θα 'θελες να το ακούσεις."
"Γενικά πάντως οι άντρες δε τις θέλουν διαβασμένες τις πουτάνες τους, να ξέρεις."
"Γενικά οι άντρες δε θέλουν να ακούνε από μένα σιρόπια μπούλη. Και δε γουστάρω να σέρνω ερωτευμένα αγοράκια από πίσω μου. Γι' αυτό άμα θες να ακούς όμορφα λογάκια, τράβα βρες μια γκομενίτσα. Χαζός δε φαίνεσαι, άσχημος δεν είσαι, ας χάσω ένα πελάτη άμα είναι να μου βγάλει αρχίδια από το πρήξιμο, καλά;"
Φοβερό. Οι μεν ανακαλύπτουν οργασμούς σε ανεξερεύνητες διαστάσεις όταν κάποιος σέρνεται για πάρτη τους, οι δε δεν θέλουν ούτε το όνομά τους να ξέρεις. Και είναι μαθηματικά βέβαιο, πως θα θες ακριβώς αυτό που δε σου δίνει το εκάστοτε είδος. Και λογικά το υβρίδιο λέγεται "άνδρας". Δεν εξηγείται αλλιώς. Επίσης, μαλάκα, σταμάτα να σκέφτεσαι σαν κάγκουρας πάνω σε 50άρι έξω από το λύκειο. Τι πας να βγάλεις, φόρμουλα;
"Κοίτα, δεν είμαι ο τύπος που σέρνεται, απλώς θέλω να ακούσω τις λέξεις, ναι; Δε με νοιάζει ποιος τις λέει, δεν θα θυμάμαι ποιος τις είπε, θέλω απλώς να ακουστούν. Και άραξε τα κυβικά σου λίγο ε, δε φτάνει που σε πληρώνω για να νοιώθω πως γαμάω κατσαρόλα -ναι, σε λέω ξεχειλωμένη- ακούω και τις ψυχαναλύσεις σου λες και είσαι ο γαμημένος Γιουνγκ. Που σιγά μην ξέρεις ποιος είναι ο Γιουνγκ γαμημένο σκεύος με άρθρωση -χρησιμοποίησέ την! δυο γαμημένες λέξεις είναι, θα σου σκάσω άλλα 50 ευρώ, απλά πες τες!"
Με κοιτάει. Σίγουρα βλέμμα περιφρόνησης. Απίστευτο.
"Άσχετο, σκορπιός είσαι στο ζω-"
"Κερασμένο. Καλά μυαλά."
Σηκώθηκε.
Όταν το χέρι της άγγιξε το πόμολο, σταμάτησαν όλα.
Τινάχτηκα από το πάτωμα, ο αντίχειράς μου χάιδευε το λαιμό της πριν το τσιγάρο μου προλάβει να πέσει.
Σα να είμαι σε κόμικ, χεχ, σα να είμαι σε κ-
"Τι κάνεις; Τι κάνεις;"
Προσπάθησα να νοιώσω τον πανικό της όπως περιγράφεται στα βιβλία. Τίποτα. Κανένα ζωώδες ένστικτο, καμία μυρωδιά φόβου. Απλώς "σε απειλώ με στραγγαλισμό αν δεν μου πεις αυτό που θέλω να ακούσω. Απλώς αυτό."
"Άφησέ με."
"Κοίτα, σε γενικές γραμμές δεν το κάνω αυτό. Με ξέρεις. Είμαι γαμώ τα παιδιά. Από την άλλη, θα σου λιώσω το λαρύγγι στο σβέρκο σου αν δε μου το πεις. Σε δυο λέξεις σε έχω παρατήσει."
"Άσε με τώρα."
Ο αντίχειράς μου πίεσε και άλλο την καρωτίδα της.
"Όταν αρχίσεις να νομίζεις πως ονειρεύεσαι λόγω της υποξίας, πες μου να χαλαρώσω."
"Άσε με."
"Δυο λέξεις είναι γαμώτο."
"Άσ..εμε..."
"Γιατί δε μπορείς απλώς-"
Την αφήνω.
Πιάνω την κοιλιά μου.
Ω ρε πούστη.
Κοιτάω κάτω. Δε θέλω να δω αίμα.
Αίμα.
Την κοιτάω.
"Ρε μαλάκα..."
Παίρνω το θλιμμένο μου βλέμμα.
"Μαλακία τώρα αυτό."
Με κοιτάει.
Και μου μαθαίνει πως είναι όντως το βλέμμα περιφρόνησης.
"Αυτό αντί για δυο λέξεις; Έναν ήχο;"
Πέφτω στα γόνατα. Καγχάζω.
"Τελικά μάλλον ούτε για σένα είναι τόσο απλό ε. Ξέρεις μπορούσες απλά να μου το πεις, δεν ήταν ανάγκη να με σφάξεις για να το καταλάβω."
"Σ' αγαπάω."
"Στα αρχίδια μου τώρα. Στα αρχίδια μου."
"Τι έγινε, το παίζεις άντρας τώρα στα τελευταία;"
Την κοιτάω.
"Ήθελα να σου μιλήσω γι' αυτό βασικά πιο πριν..."
"Αλλά;"
"Ε, μεγάλη κουβέντα."
"Έχουμε καιρό."
Γελάω και φτύνω αίμα. Γελάει και αυτή.
"Λοιπόν, άντε, άσε με να πεθάνω βλέποντας τίποτα πιο ωραίο από τη μάπα σου."
"Καλώς. Α και που 'σαι..."
"Μμμ;"
Σκύβει από πάνω μου.
"Κάποια πράγματα λέγονται για να μην ξεχνιούνται."
Λίγο πριν τα σβήσει όλα ο μαύρος ψίθυρος, καταλαβαίνω γιατί κανείς δε θέλει τις πουτάνες του διαβασμένες. Από την άλλη, μην σκέφτεσαι σαν κάγκουρας λέμε γαμώ το κε-