Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Αρμοδιότητες.



Ο Θάνατος έβαλε το χέρι του πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού και έκοψε μια στροφή το τιμόνι αριστερά. Πάρκαρε με λίγο ζόρι ανάμεσα στο μπλε Renault και τον πράσινο κάδο, άφησε τα alarm αναμμένα καλού-κακού γιατί απέναντι είχε στροφή λεωφορείου και κλείδωσε με το τηλεχειριστήριο.

Τον τελευταίο μήνα είχε φάει 800, ναι, 800 Χαρνομ (Χαρόντειο Νόμισμα, περίπου 32,737 ευρώ μέση τιμή συναλλάγματος) σε κλήσεις για παράνομο παρκάρισμα, χρήση λεωφορειόδρομου πριν τις 21:00 και παράβαση ορίου ταχύτητας. Άσε δε πόσους τροχονόμους έπρεπε να δρεπανιάσει πριν του πάρουν τις πινακίδες, δεν καταλάβαιναν ποτέ και σε καμία χώρα πως έπρεπε να περάσει με κόκκινο, ήταν η δουλειά του να προκαλέσει ατύχημα. Τίποτα αυτοί, πινακίδες και αυτόφωρο. Τους τραβούσε και αυτός μια δρεπανιά, καρδιακή προσβολή λέγανε οι ασπρομπουμπούληδες με τα γυαλιά και τα στηθοσκόπια, όλα καλά. Μόνο σε αλκοτέστ δεν τον είχανε γράψει, χαλούσε τα μηχανήματα με την ανάσα του. Αλλά και να μην το έκανε, δεν ήταν και κανένας οπαδός του αλκοόλ, που και που κανένα ουζάκι με τον Γαβριήλ ή υποβρύχια με τον Οξαποδώ, τελευταία τα 'χε κόψει και αυτά γιατί ο μεν Γαβριήλ δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα όταν έπινε, ο δε Αποκάτω, δεν έπινε μπυρόβοτκες και "τέτοια πουστριλίκια" όπως έλεγε, όοοχι. Απόσταγμα μανδραγόρα μέσα σε οινόπνευμα, έπινες ένα και έβλεπες το αφεντικό, φαντάρο.

Τώρα όμως ήταν σε υπηρεσία. Νηφάλιος και καλοντυμένος, χτύπησε το κουδούνι του κυρίου Ιωάννη Κορδονούρη και περίμενε. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και ο κύριος Κορδονούρης ήταν ο τελευταίος στη λίστα. Ο Θάνατος είχε μόνο αυτή τη δουλειά και να περάσει από το ΙΚΕΑ γιατί ο τελευταίος νοικάρης του, ένας ευγενής από τη Ρουμανία, ήθελε μια δρύινη κάσα στην κρεββατοκάμαρά του. Ο Θάνατος όσο και αν παραξενεύτηκε, δεν έφερε καμία αντίρρηση, μιας και είχε να σταυρώσ- ...να βρει νοικάρη από τότε που είχε κάνει κράτηση για μια διανυκτέρευση ο Λάζαρος.

Ανυπομονώντας να ξεμπερδέψει με τις αγγαρείες της μέρας και να ψήσει τους κολλητούς για κανένα μπάρμπεκιου στον Φλεγεθών, ο Θάνατος ξαναχτύπησε επίμονα το κουδούνι. Μια γυναικεία φωνή απάντησε από το βάθος "έρχομαιιιι" και λίγα δευτερόλεπτα μετά μια πανέμορφη νεαρή ξανθιά έστεκε στο κατώφλι.

-Καλησπέρα! Μπορώ να σας βοηθήσω;
-Του κυρίου Ιωάννη Κορδονούρη, σωστά; Του μεσίτη;
-Του ίδιου. Εσείς ποιος είστε;
-Ονομάζομαι Χάρης Παγανής, είμαι εδώ για μια επείγουσα υπόθεση.
-Επείγουσα υπόθεση ε. Περάστε κύριε Παγανή, μην στέκεστε εκεί. Φοβάμαι πως έχω δυσάρεστα νέα.
-Μπορείτε να με λέτε Χάρη.
-Χάρηκα, είμαι η Χριστίνα. Από 'δω.

Μπήκαν στο καθιστικό, η Χριστίνα του έγνεψε προς τον καναπέ ενώ αυτή βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα.

-Τι επαγγέλεσθε κύριε Παγανή;
-Χάρης. Είμαι συμβολαιογράφος.
-Συμβολαιογράφος; Του πατέρα μου;
-Αν εννοείτε τον κύριο Κορδονούρη, όχι, δεν έχω την τιμή. Απλώς συνεργάζομαι με κάποιο δικηγορικό γραφείο και πρέπει να συζητήσω μαζί του κάποια παλαιά υπόθεση μεταβίβασης όπου...
-Αρκεί, αρκεί, κατάλαβα. Φοβάμαι όμως πως ο κόπος σας να έρθετε ως εδώ πήγε χαμένος. Βλέπετε ο πατέρας μου πέθανε προχθές το απόγευμα.

Μετά από ένα μικρό διάστημα επεξεργασίας, μετάφρασης και αφομοίωσης της πρωτάκουστης αυτής για τα παγωμένα αυτιά του φράσης, ο Θάνατος ρώτησε όσο πιο φυσιολογικά μπορούσε:

-Μα πως είναι δυνατόν;

Η κοπέλα σήκωσε τα χέρια της σε μια ερωτηματική χειρονομία.

-Και εμείς αυτό αναρωτιόμαστε! 60 χρονών άνθρωπος, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, φυσιολογικότατες εξετάσεις και ακμαιότατος -και όμως, το 'παθε το καρδιακό!
-Σαν τον τροχονόμο στην Κηφισσίας, μονολόγησε ο Θάνατος.
-Με συγχωρείτε, πως είπατε;
-Χμ; Τίποτα, τίποτα, όπως ερχόμουν κάποιος τροχονόμος... μα ας τ' αφήσουμε αυτά. Συλλυπητήρια για το χαμό σας.
-Ευχαριστώ... Αν μπορώ να σας βοηθήσω εγώ σε κάτι...
-Όχι, όχι, μην ενοχλείστε, με αυτά τα δεδομένα δεν υπάρχει ουσιαστικά λόγος να συνεχιστεί η υπόθεση... Οπότε να σας αφήνω, έχω παρκάρει και κάπως πρόχειρα...
-Εντάξει. Καλή σας ημέρα και ελπίζω να μη χάσατε πολύ χρόνο.
-Μην ανησυχείτε, μην ανησυχείτε. Αντίο σας!

Ο Θάνατος βγήκε έξω στον ήλιο. Μια φοβερή γκριμάτσα ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Περπάτησε λίγο πέρα-δώθε στο πεζοδρόμιο σε κατάσταση υπερέντασης. Τέλος, έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του κουστουμιού του και έβγαλε το 3ης γενιάς κινητό του.

-Κέντρο, παρακαλώ.
-Συνδέστε με με την διοίκηση.
-Αναμείνατε.

Μουσική από άρπες.
Μετά από κανένα δίλεπτο μια βαθειά γεροντική φωνή ακούστηκε στην άλλη άκρη της γραμμής:

-Γεννηθείτω λόγος.
-Ναι, εεε, έχουμε ένα πρόβλημ...
-Τι; Μίλα πιο καθαρά παιδί μου, δεν ακούγεσαι.
-ΛΕΩ, ΕΧΟΥΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΣΤΟΥ ΚΟΡΔΟΝ...
-Πήγαινε κάπου να έχει σήμα, δεν ακούω τίποτα.

Ο Θάνατος αναστέναξε, έκλεισε το ακουστικό και ξανακάλεσε το κέντρο.

-Συνδέστε με με το management.

Μουσική από άρπες. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μια ζωηρή χαρούμενη φωνή ακούστηκε στην άλλη άκρη.

-Έλα ρε, σόρρυ για πριν, όταν είμαι ο μπαμπάς δεν ακούω μια.
-Μαλακία δικιά μου, από τους 3 σας πήρα τον κουφόγερο.
-Έλα μη βλασφημάς, λέγε τι θες, είμαι με τη Μάγδα.
-Πετρούλες από μένα να της δώσεις. Έχουμε πρόβλημα.
-Τι πρόβλημα;
-Ήρθα να πάρω τον τελευταίο στη λίστα μου αλλά...
-...αλλά δε σου 'κατσε, ουχαχαχαχα!!!
-...αλλά έχει πεθάνει.

Παύση.

-Ρίχ'το άλλη μια αυτό.
-Έχει πεθάνει.
-Πως έχει πεθάνει.
-Καρδιακό λέει η κόρη του.
-Τροχονόμος ήταν;
-Όχι, μεσίτης. Αν ήταν τροχονόμος ντάξει, δε τους σημειώνω, αλλά μεσίτες δεν έχω πολλούς, θα το θυμόμουν.
-Μήπως είχες κατέβει στον άλλο τον τραγομούρη και πίνατε τίποτα βόμβες πάλι ρε;
-Όχι λέμε, δεν τον πείραξα εγώ.
-Και ποιος τον πείραξε ρε; Αφού μόνο εσύ τα κάνεις αυτά.
-Εσείς επάνω δεν τον έχετε;
-Κάτσε να δω.

Ήχοι πληκτρολογίου.

-Σκορδομούρης;
-Τι;
-Το επίθετο, Σκορδομούρης;
-Κορδονούρης ρε, τι Σκορδομούρης.
-Κρίμα και χάρηκα. Λοιπόν, όχι, Κορδονούρη δεν έχω.
-Τι διάολο...
-Ναι μπράβο, πάρτον και αυτόν ένα τηλέφωνο μπας και ξέρει κάτι.
-Καλά.
-Να με ενημερώσεις.
-Βέβαια, βέβαια.
-Αλλά να πάρεις σε κάνα 2ωρο, όχι πιο πριν. Είμαι με τ-
-Με τη Μάγδα ναι, ΟΚ. Τα λέμε.

...

-Κέντρο, θα μας σπάσεις τα παπάρια;
-Έλα Ιώβ κόψε τις μαλακίες. Σύνδεσέ με με τον κάτω.

Μουσική black metal.

-Εμπρός.
-Έλα, Θάνατος εδώ.
-Έλα ρε Θάνο, τι λέει, ξύπνησες; Τρελή πατέντα το Bloody Mary το χθεσινό ε; Άμα ξέρεις που να βρεις τα καλά συστατικά...
-Δεν ήπιαμε μαζί χθες Λου.
-Ε άμα δεν ήσουν εσύ, ήταν ο δίδυμος αδερφός σου. Τέλος πάντων, για πες τι θες.
-Θέλω να τσεκάρεις λίγο να δεις αν έχεις ένα όνομα εκεί κάτω.
-Πες μου.
-Ιωάννης Κορδονούρης.
-Ι-ω-άννης... Σκο-ρδο-μούρης...
-Κορδονούρης, όχι Σκορδομούρης.
-Α. Μισό... Όχι. Δεν έχω κανέναν τέτοιον.
-Πω ρε πούστη, τι θα κάνω τώρα.
-Τι είναι αυτός;
-Ένας τύπος που έπρεπε να πάρω σήμερα αλλά έχει πεθάνει.
-Πως έχει πεθάνει;
-Δεν ξέρω ρε Λου, αυτό ψάχνω. Αλλά δεν είναι ούτε σε σένα, ούτε πάνω.
-Ε τότε δεν έχει πεθάνει.
-Αφού λέει πήγε από καρδιακό.
-Ναι καλά, αν μετρήσουμε και τις δικές μου τις μαλακίες που λέω στον κόσμο... Ρε ζει λέμε ο τύπος.
-Λες;
-Λοιπόν, κατέβα κάτω να σου δείξω κάτι, θα σε βοηθήσει.
-ΟΚ, σε 2 λεπτά είμαι στην πόρτα.

Ο Θάνατος πήγε στην πλησιέστερη δημόσια υπηρεσία, πάρκαρε βιαστικός στο πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα. Πλησιάσε την χοντρή δημόσια υπάλληλο, της είπε το σύνθημα και τον οδήγησε στο ασανσέρ υπηρεσίας. Σε μερικά δευτερόλεπτα, βρισκόταν στον πρώτο κύκλο και όδευε προς τον ένατο.

-Έλα, έφτασες; Γρήγορος είσαι, ποιος ξέρει σε ποια θέση αναπήρων πάρκαρες πάλι.
-Λέγε, τι ήθελες να μου δείξεις.
-Λοιπόν, τις προάλλες, είχα χάσει το κινητό μου και δεν το έβρισκα με τίποτα. Είχα φάει τον τόπο, μέχρι που ήρθε μια γκόμενα από το Salem που μπορεί λέει να εντοπίσει οτιδήποτε και οποιονδήποτε. Ήθελε βέβαια τα ανταλλάγματά της, αλλά το κινητό μου το βρήκε. Αυτή μπορεί να σε βοηθήσει.
-Και να σου πω ρε Λου, γιατί δεν έπαιρνες από κάποιο άλλο τηλέφωνο να ακούσεις που χτυπάει;
-...Δε το σκέφτηκα αυτό.
-Καθυστερημένος;
-Άει χέσε ρε, πάρε και εσύ τηλέφωνο τον Σκορδομούρη σου να δεις που χτυπάει τότε, μαλάκα.
-Έλα, κόψε, που είναι η κοπελιά.
-Ποια κοπελιά ρε, σταφίδα είναι. Πάμε να τη βρούμε.

Μετά από λίγο περπάτημα, έφτασαν σε μια μεγάλη πέτρινη σπηλιά. Μπαίνοντας μέσα, ένα ρεύμα κρύου αέρα έλουσε το Θάνατο.

-Τι είναι αυτό;
-Air condition.
-Τι air condition ρε, στην Κόλαση;
-Σου είπα, ήθελε αντάλλαγμα.
-ΚΑΛΑ ΡΕ, AIR CONDITION;;;
-Ρε έχω μηνύματα στο κινητό που δε θέλω να χάσω. Σημαντικά.
-Από ποιον είναι ρε μαλάκα και είναι τόσο σημαντικά;;;
-Κρατάς μυστικό;
-Τάφος!
-Από τη Μαγδαληνή.
-Ποια Μαγ... Τη Μάγδα;;;
-...
-ΕΙΣΑΙ ΣΟΒΑΡΟΣ ΡΕ;;; ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΚΟΜΕΝΕΣ, ΑΥΤΗ;
-Έλα σκάσε, είχαμε μεθύσει.
-ΚΑΛΑ ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ; ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΑ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΕΚΑΝΕΣ!
-Αυτή ήταν πουτάνα, δεν έφταιγα εγώ.
-Καλά, δε το συνεχίζω, το ξεχνάω, δε μου το πες ποτέ, πάει, αλλάζουμε θέμα. Ηλίθιε.
-Μπράβο γιατί φτάσαμε κι όλας.

Περπάτησαν μέσα σε ένα ευρύχωρο χωλ, σκαλισμένο στο βράχο της σπηλιάς μέχρι που έφτασαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη μαξιλάρια και τεχνητούς καταρράκτες.

-Ντάξει, έχεις ξεμωραθεί.
-Σιβύλλα! Όι, Σιβύλλα, που 'σαι;

Μια ξερακιανή γριά εμφανίστηκε από μια πόρτα στο βάθος της αίθουσας.

-Εδώ είμ... ωωω τον κύριο Θάνατο, πως είστε, πως είστε! Να σας κεράσω κάτι;
-Όχι, είμαι εδώ για δουλειά, βιάζομαι.
-Πάντα για δουλειά με βλέπατε, αλλά εγώ σας ξέφευγα, χιχιχι, πόσες φορές ανταμωθήκαμε μέχρι να με καταφέρετε; 4; 5;
-4 και αυτό επειδή την δεύτερη φορά λυπήθηκα το κακόμοιρο το γατί.
-Πάντα πονόψυχος ο κύριος Θάνατος, ακόμα και η πυρά στο τέλος δυνατή-δυνατή για να τελειώσει γρήγορα.
-Όπως και να 'χει, έμαθα πως μπορείς να εντοπίζεις κόσμο. Θέλω να μου βρεις έναν Ιωάννη Κορδονούρη.
-Μάλιστα, να δω τι μπορώ να κάνω. Κορδονούρης είπατε, έτσι;
-Απίστευτο. Ναι, ναι, Κορδονούρης.

Η γριά μέγαιρα άνοιξε ένα τεράστιο σκονισμένο βιβλίο, έσπασε έναν καθρέφτη, έσκισε μερικά μαξιλάρια και κοίταξε μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα της. Άνοιξε ένα πολυδιαστατικό ντουλάπι, ανακάτεψε κάτι μέσα σε ένα σκαλιστό κουτί επενδυμένο με ανθρώπινο δέρμα και ξεκοίλιασε έναν κόκκορα.

-Μα που σκατά έχω βάλει τα γυαλιά μου;
-Τα φοράς στο κεφάλι σου, απάντησε στεγνά ο Θάνατος.
-Α ναι. Ωραία, μπορούμε να αρχίσουμε.

Σήκωσε το κινητό της, πάτησε αργά και προσεκτικά τα πλήκτρα και περίμενε. Στο τέλος, μίλησε στον μυστηριώδη δέκτη στην άλλη άκρη της σύνδεσης:

-Ιωάννης Κορδονούρης. Όχι, Κο-ρδο-νού-ρης. Κορδονούρης.

Έκλεισε το τηλέφωνο.

-Και τώρα περιμένουμε.

Μετά από μερικά λεπτά το τηλέφωνο χτύπησε.

-Ναι. Ναι, σημειώνω... Ναι.

-Λοιπόν, είπε στο Θάνατο, πάρε σε αυτό το νούμερο. Αυτός θα ξέρει.
-Ευχαριστώ πολύ Σιβύλλα! Ελπίζω να τα ξαναπούμε!
-Μπα, πάνε πια αυτές οι μέρες...

Εξτασιασμένος ο Θάνατος όρμησε έξω από τη σπηλιά με το κινητό στο χέρι.
Ο τραγοπόδαρος φίλος του, τον ακολούθησε κατά πόδας.

-Άντε πάρε, με έχει φάει η περιέργεια!
-Τώρα... Έξι εννέα τέσσερα...

Ξαφνικά πάγωσε. Κοίταξε την οθόνη του κινητού.
Το νούμερο ήταν ήδη αποθηκευμένο και είχε εμφανιστεί το όνομα.

"ΚΛΗΣΗ: ΜΟΡΦΕΑΣ"

Πριν προλάβει να βρίσει, μια αγουροξυπνημένη φωνή έφτασε στο ακουστικό:

-Μμμμ.
-Μορφέα;
-Μμμ.
-Κοιμάσαι;
-Μ.
-Ακόμα;
-Μμμμ τα έπινα χθες και είμαι κομμάτια...

Ξαφνικά όλα έδεσαν.
"Άμα δεν ήσουν εσύ ήταν ο δίδυμος αδερφός σου."
Ο Θάνατος γύρισε και κοίταξε τον Λου.
Μίλησε αργά και καθαρά στο ακουστικό:

-Με ποιον τα έπινες;
-Είχα κατέβει κάτω, στου Λου...
-Και κοιμάσαι από τότε που γύρισες ε;
-Μμμμ...
-Μήπως έπρεπε να βγάλεις κανέναν από το κώμα του σήμερα;
-Τι; Πως σου 'ρθε τώρα... ΑΜΑΝ! Ο ΣΚΟΡΔΟΜΟΥΡΗΣ!
-Κορδονούρης.
-ΑΜΑΝ, ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΧΘΕΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ, ΣΚΑΤΑ.
-Ναι.
-ΠΩ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΚΑΙ ΘΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟΣ ΤΩΡΑ, ΤΡΕΧΩ, ΓΕΙΑ.
*κλικ*

Ο Θάνατος έμεινε σιωπηλός για λίγα λεπτά, προσπαθόντας να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του.

-Πρέπει να πάω να παραλάβω κάποιον από τις πύλες Λου. Ο ηλίθιος ο αδερφός μου τον έχει αφήσει να βολοδέρνει όλη μέρα εκεί. Πάω να τελειώνω.
-ΟΚ μαν. Ξαναμιλάμε.

Ο Θάνατος ανέβηκε με το ασανσέρ στη δημόσια υπηρεσία, χαιρέτησε την ταμία και πήγε προς το αμάξι του.
Από μακρυά είδε το ροζ χαρτάκι σφηνωμένο ανάμεσα στο παρμπρίζ και τον υαλοκαθαριστήρα και αναστέναξε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου