Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Aphorisme #21: Viennois



Silence is gold
because safety
is one of those things
than can be bought.

(Es gibt kein Griechisch an dieses Tastatur.)

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Paris Revisited.

Τα λέμε του χρόνου.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Απορίες IV



Αν συνεχίσω να φεύγω εγώ, αλλά απομακρύνεσαι πρώτη
θα μου το χρεώσεις ποτέ ισοπαλία;

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Heroes of might and christmas magic.



Otto Mustermann says:
Στο στόχαστρο για μια ακόμα φορά βρέθηκε και το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Otto Mustermann says:
παμε να χορεψουμε το γκιταρ γυρω απ το δεντρο
Otto Mustermann says:
ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Otto Mustermann says:
ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Otto Mustermann says:
ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Un ratoncito gris says:
xaaxaxaxa nai
Un ratoncito gris says:
to akousa kai nwritera
Otto Mustermann says:
το ΔΔΔΔΔΔΔΔΔΔΔεντρο
Un ratoncito gris says:
paizei na thelan na to deiroun pantws
Otto Mustermann says:
το ΔΔΔΔΔΔΔΔΔεντρο.
Un ratoncito gris says:
xaxaxaxaxaxxaaxxa
Un ratoncito gris says:
einai idea pia
Un ratoncito gris says:
den einai ena aplo dentro
Un ratoncito gris says:
pa na faw pagwto melomakarono.
Un ratoncito gris says:
Αποπνικτική η ατμόσφαιρα στην Ακαδημίας, όπου ένα αυτοκίνητο έχει πιάσει φωτιά.
Un ratoncito gris says:
ena.
Un ratoncito gris says:
se oli tin akadimias.
Un ratoncito gris says:
exw sygklonistei.
Otto Mustermann says:
ΧΑΑΧΧΑ
Otto Mustermann says:
"το αυτοκινητο ειχε μεσα μπαχαρικα"
Un ratoncito gris says:
AXAXAXXAAXXAAXAXAAX
Otto Mustermann says:
ΦΡΟΥΡΟΥΝΕ ΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ
Otto Mustermann says:
ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΠΟΙΟΙ
Otto Mustermann says:
ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΚΑΨΟΥΝ
Otto Mustermann says:
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ
Otto Mustermann says:
ΜΑΛΑΚΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ 5 ΧΡΟΝΩΝ
Un ratoncito gris says:
re
Un ratoncito gris says:
ki egw thelw na to kapsw to poustiko
Otto Mustermann says:
το Δεντρο;;;;;;;;;;

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #20



Όπως κάθε άλλο δικαίωμα, έτσι και η θλίψη
δεν έρχεται δίχως υποχρεώσεις.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Chasing my shadow.



Το κείμενο είναι γραμμένο κάπου 5 χρόνια πριν και είναι αφιερωμένο στον Γιάννη.

"Are you afraid of living?" she fired through her crimson lips. Holding me in a gaze of unveiled rudeness, she silently awaited my defeat. Not kind enough to even hold her breath while waiting, she simply yearned for my bloodloss through words. Are you afraid of living? And a smile devised as a razorblade ripping through my irises into the depths of a darkness none but she could understand. The perfume of her victory reached me with fingers that penetrated will and shelter. She was asking me a question against which, no answer could stand in decent opposition. She turned her back of ivory to me and walked with steps of sexual malice deeper in the room. I was nailed upon the bed, my head was chained upon the wall, my heart was beating in her palm of iron. Her fingers ran upon the desk, the glass was turning into water before her nails as razors and when she reached the end, where nothing but the void was left to torture, she turned around to face me. But she said nothing. She had already adorned my mind with thoughts of broken glass. All she would do -I knew- was to simply watch it bleed along my words. I closed my eyes praying I could break, praying I could have some subterfuge throughout my torment. But she knew not what mercy was, and she would only stop when tedium won her, or tears consumed me. But after that, she was of no need to me, I reigned my world with my misery, and that she would not permit.

So there I sat, the golden glass engraved inside my hand, the heavy sips like death's saliva, tearing down my thoughts, tearing down my feelings, tearing down my walls. I could not answer. How could I answer without lying? How could I tell her without juggling every word inside her mind? So there I sat, the glass in lust to empty faster than I would, the crystal begging me to break it before I would eventually do so myself.

She came to me, and held my face inside her palms that burned with frost. "Will you have me wait much longer?" What was it? Minutes? Hours? What could she know of eternity, what could the devil know of hell but to command it? It was for me to feel the pain of the hourglass; it was for me to taste her inferno.

I broke the glass. "Answer me."

I held a fragment in my hand.

"Answer me."

It echoed zillion times. Tears began to smash but I was feeling nothing.

She walked away her boots clicking on the floor, her body dancing on the rhythm of total flesh. But I was indifferent. I arose, tears and broken glass my trail, a trail I could not walk back without bleeding. I met her somewhere in the middle. Not very far ahead, and not an inch behind. "Are you afraid of dying?" I whispered with my lips against her own. My palm was bleeding by the fragment I still held, but I would not let go. I clenched my fist tighter to remind myself it was there. And for every memory, I bled. She was kissing me in silence, without tenderness, without that sensual disgust one can meet between crestfallen lovers. Without knowledge of love, and without hope for hate. I was kissing her back, biting whenever her tongue could be felt beneath my teeth, whenever apathy allowed her lip to be uncovered. Somewhere in the middle, not very far ahead and not an inch behind we were kissing. Each time her hand would press against my face, my own would bleed. A drop for every sight now gone. A drop for every dream now dead. A drop just to remind me.

We ended up curled in a carnal polarity, and I was cathode. I was to be conquered that day, my silence counting as an answer. But death was in my pocket, and life was frail enough. So maybe I could bear to fake a smile.

And when I was hers, and naked we would lie upon the sharp bed, when she was busy counting the wounds she had drawn as a painter on a canvas made of flesh and tears, I asked her again.

The tongue of raw sensuality retaliated:

"Death is inevitable, so fear is needless."

"And is not life inevitable?"

"Only for the brave."

"Only for the damned."

Then she kissed me. That meant one thing. Conversating with chaos was over. My fingers grew in tension. The glass was sharp as never before. The fragment of a glass once full. The only thing I owned. A fragment. Sharper than never before. Fury entered from inside. God was dying where my glance was falling.

Her smile would not fade as I drew the line across her neck. The voice she could no longer utter was drumming in my head; her eyes were filled with a blaze of eternal victory. She held my hand, blood running down her naked body covering the curves that flared no more than hate in me. She held my hand and whispered in a voice that refused to crack, she whispered "Just inevitable." And then she fell enrobed in such a shade of malevolent glory that I shuddered. There was no deviation from the path I lusted, from the path whose idea she had raped. I rested the fragment on my wrist in freezing silence. I swear I saw her smiling from beyond then. But madness came. I threw the piece away, the final piece of my belongings, I crouched above her as a dying raven rests above a carcass and I smiled in a way only vengeance can teach. The raven proved eclectic.

"I am not afraid."

Then I opened the door and walked out.

Out to chase my shadow.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Επί της αρχής.



Είδα στον ύπνο μου μεγάλα πανιά
Κατάρτια ψηλά και πέλαγα μαύρα
Και τα μπλεξα όλα, τιμόνια, ναυάγια
Και θύελλες, όλα, στου αφρού το λευκό.

Είδα στον ύπνο μου τη λευκή μου παλάμη
Να κρατά το σπαθί, με αίμα βαμμένο
Μπροστά μου κορμιά -μα εγώ κοιτούσα πίσω
Τη σκόνη που άφηνε το δικό σου φευγιό.

Είδα ξανά τις μεγάλες τις πόλεις
Συντροφιά μου κρατούσε μια αδιάφορη κάποια
Προσπαθούσα πολύ, αλήθεια, προσπαθούσα!
Μα χάιδευα πάλι πιότερο τη λαβή του σπαθιού.

Κι έτσι, είδα στον ύπνο μου μεγάλα πανιά
Φτερά από ατσάλι και ψηλούς ουρανούς
Κι όλα εκεί ξεχαστήκαν, τα σπαθιά και ναυάγια
Να σε βρω: το στερνό, για τον κόσμο μου, όπλο.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #19



"Η μεγάλη σοφία, φέρει και μεγάλη οδύνη."
Μα ποιος αστείος θα τολμήσει να το πει αυτό ποτέ;

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Das Feuer liebt uns.



Αναπαράγω και εδώ ένα πανέμορφο, κατά τη γνώμη μου, blog post από το Sonic Death Monkey. Διαβάστε, τα λέει ωραία.

Η προηγούμενη δημοσίευση του ναθιμάνου εκφράζει την απορία που ρωτάει για τα πάντα, αλλά όλοι απαντούν διαφορετικά. Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στα εξάρχεια από υπάλληλο του κράτους. Ήταν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί. Μένει να πανηγυρίσουμε για την πρόκριση του Παναθηναϊκού στους δεκάξι, να τα σπάσουμε όλα στις δεκαεφτά του νοέμβρη, και να καταδικαστεί ο αστυνόμος σε δεκαοχτώ χρόνια φυλάκισης.

Δεκαννιά σκατά στα μούτρα μας όμως.

Δεν νιώθω ωραία με το να ζω σε μια χώρα που ξέρει τόσο καλά να ξεχνάει τα μεμονωμένα “τραγικά συμβάντα”. Γιατί είναι ένα μεμονωμένο τραγικό συμβάν, και ο υπαίτιος θα τιμωρηθεί επαρκώς, και σε τρεις βδομάδες θα λέμε “κάθε πέρσι και καλύτερα”, σε κάποιο μίζερο οικογενειακό τραπέζι. Είναι ένα από τα συμβάντα, για τα οποία μόνο λυπόμαστε μετά. Και τα καταδικάζουμε. Από τα μικρόφωνα, σε συζητήσεις σε καφετέριες, τέτοια πράγματα.

Τα αίτια είναι βαθύτερα, και οι ευθύνες πολύ περισσότερες. Πολλά πράγματα στη ζωή -σχεδόν όλα, θα τολμήσω να σχολιάσω- αλληλεπιδρούν κυκλικά. Αυτο το ξέρουμε όλοι. Δεν υπάρχει μόνο ένας πιθανός κύκλος γεγονότων, υπάρχουν μπόλικοι, αλλά κανένα (μα κανένα) γεγονός δεν είναι ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα, ΚΑΝΕΝΑ γεγονός δε συμβαίνει από το πουθενά. Δεν τρελάθηκε ένας αστυνομικός και σκότωσε και θα τιμωρηθεί και τέρμα, “δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί έτσι”, “μην τσουβαλιάζεις”, “τώρα είσαι απόλυτος”. Εγώ μπορεί να είμαι απόλυτος, αλλά ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος είναι νεκρός. Και με ενδιαφέρει το δεύτερο. Μόνο.

Πάμε στους κύκλους μας. Ποιός έδωσε όπλο σε αυτόν τον πουτάνας γιό; Ποιός τον άφησε να ασκεί τόση εξουσια; Ποιός δεν τον εκπαίδευσε; Ποιός τον έκανε σκυλί; Ποιός του δημιούργησε τόσο φανατισμό; Ποιός δέχτηκε να διοικεί τέτοιους homo ridiculous;

Η κυβέρνηση. Τι άλλο έκανε η κυβέρνηση εκτός από αυτό το έγκλημα; Έκανε τις λέξεις βατοπαίδι, ομόλογα, φορολογικό νομοσχέδιο, siemens, υποκλοπές, 700 ευρώ, όλες αυτές τις λέξεις, τις έκανε καραμέλα στο στόμα των δυνητικά “παραπονούμενων”, στο στόμα των ανθρώπων που μετά βίας καταλαβαίνουν τι σημαίνει καθεμιά από αυτές.

Αυτού του τύπου οι κυβερνήσεις λοιπόν, μεταξύ αυτών των hobbies, μεταξύ των αυξήσεων των μισθών και των συντάξεων των στρατιωτικών, μεταξύ της διαιώνισης της φτώχειας και της ανεργίας του ενός τρίτου των ελλήνων, μεταξύ της άμετρης ενίσχυσης του κεφαλαίου, σκότωσαν και τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, όπως παλιότερα είχαν σκοτώσει τον Μιχάλη Καλτεζά. Δύο μικρά παιδιά.

Αυτού του τύπου οι κυβερνήσεις, έδωσαν όπλα σε διανοητικά ανύπαρκτους ένστολους, τους έδωσαν την εξουσία που χρειάζονταν για να νιώσουν σημαντικοί, τους τόνωσαν μερικά άχρηστα κατάλοιπα του παρελθόντος, και τους έδωσαν την υπόσχεση πως οτιδήποτε και αν συμβεί εκεί έξω, το γεγονός θα καταδικαστεί και θα γίνει ένα “τραγικό συμβάν”. Μετά, τους έδωσαν την ευχή τους.

Συνταξιούχοι δέρνονται σε πορείες, αλλοδαποί ξυλοκοπούνται σε πρώτη ευκαιρία, φοιτητές συλλαμβάνονται, όπλα εκπυρσοκροτούν, πολίτες δέχονται φιλικά δακρυγόνα όταν παραπονιούνται για κεραίες κινητής τηλεφωνίας δίπλα στην κούνια των μωρών τους, και μικρά παιδιά δολοφονούνται εν ψυχρώ.

Α, κάηκε και το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σύνταγμα.

Αυτά κάνουν τα όργανα της τάξεως. Με τις κυβερνήσεις από πίσω, απλά να μην αλλάζουν τίποτα, απλά τιμωρόντας (με την ελάχιστη συνήθως ποινή) εκ των υστέρων, κάποιους ενόχους, ανάμεσα σε μια τεράστια θυσία αθώων. Ή λιγότερο ενόχων, για να μιλάμε με ακρίβεια.

Ο κύκλος πάει καλά.

Στη συνέχεια έχουμε τις αναμενόμενες αντιδράσεις, με δεκαπέντε εκατομμύρια μικροαστικά κατάλοιπα να επευφημούν ή να αγανακτούν. Το “φαντάσου να έσπαγαν τη δική σου περιουσία” αποτελεί το νούμερο ένα στις προτιμήσεις των ελλήνων. Το “φαντάσου να σκότωναν το δικό σου παιδί”, μου θυμίζει τον Vyacheslav Shabunin στους φετινούς Ολυμπιακούς. Διατήρησε την πρωτιά όσο μπορούσε, αλλά τερμάτισε τελευταίος, σαν ένα φάντασμα του παρελθόντος του, που κατάφερε για λίγη ώρα να παρουσιάσει λίγη από την παλιά αίγλη του.

Α, κάηκαν και μερικές τράπεζες, στις οποίες είχαν χαριστεί 28 δισεκατομμύρια ευρώ για να καλύψουν την αποτυχία των επενδυτών του αμοιβαίου κεφαλαίου τους. Των καταθέσεων των πολιτών δηλαδή.

Κάηκε επίσης η Ζάρα, η Μάρα, και το Κακό Συναπάντημα.

Στεναχωρηθήκατε; Κάηκε ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός δρόμος στην Ευρώπη; Δράμα. Οικογένειες θα μείνουν στον δρόμο; Μάλιστα, τριανταπέντε πωλήτριες στην Ερμού θα βρουν δουλειά στο νέο εμπορικό στην Κηφισίας. Στον δρόμο θα συνεχίσουν να μένουν οι άστεγοι, εκεί όπου έμεναν πολύ πριν μας απασχολήσει (που σκεφτείτε το, ούτε τώρα μας απασχολεί στα αλήθεια) πως “κάποιος θα μείνει στον δρόμο”.

Κάηκε το μαγαζάκι του κυρΑντώνη όμως, που έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει, και τώρα πρέπει να πουλήσει το σπίτι του, για να ξαναφτιάξει το μαγαζάκι του.

κυρΑντώνη, πιστεύω πως εσύ πρέπει να αποζημιωθείς. Αλήθεια το λέω. Χρήματα υπάρχουν, και πρέπει να σου δοθούν, και άδικα κάψανε το μαγαζάκι σου μερικοί μαλάκες. Θα μιλήσω για αυτούς αργότερα, ή όχι, πάντως είναι μεγάλοι μαλάκες που κάψανε το μαγαζί σου, κυρΑντώνη, χωρίς ίχνος ειρωνίας.

Συνειδητοποιείς όμως, κυρΑντώνη πως εσύ, και χιλιάδες άλλοι κυρΑντώνηδες, που είστε στη λεπτή γραμμή της φτώχιας και του εξευτελισμού, αντιλαμβάνεσαι κυρΑντώνη μου, πως και ΕΣΥ όπλισες το όπλο του ειδικού φρουρού που σκότωσε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο; Μπορείς να καταλάβεις πως το δικό σου μερίδιο της ευθύνης για το γεγονός δεν είναι απλά υπαρκτό, αλλά συνάμα ΤΕΡΑΣΤΙΟ; Γιατί όσο εσύ, κυρΑντώνη, και μερικά εκατομμύρια όμοιοι με εσένα συνεχίζετε να στηρίζετε κυβερνήσεις αυτού του τύπου, μετά από όλα όσα ΒΙΩΝΕΤΕ από κυβερνήσεις τέτοιου τύπου, μην περιμένεις κυρΑντώνη να κάτσω μπροστά από τη βιτρίνα σου να την υπερασπιστώ. Είσαι μια παράπλευρη απώλεια, αλλά εγώ αυτές τις μέρες ασχολούμαι με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από ένα όργανο του κράτους που ΕΣΥ ψήφισες. Μπορώ να καταλάβω το δράμα της απώλειας της προσωπικής σου περιουσίας που βιώνεις αυτή τη στιγμή, αλλά ειλικρινά, αυτή τη στιγμή με απασχολεί κάτι πιο σημαντικό : Η απώλεια της ανθρώπινης ζωής ενός ανθρώπου στα δεκαπέντε του, και οι λόγοι αυτής. Και ένας από τους λόγους, είσαι και εσύ. Κάνε τον απολογισμό σου, όσο είναι καιρός.

Περνάμε σε άλλους λόγους. Μιλήσαμε για την αστυνομία που την αφήνει ελεύθερη το κράτος να κάνει ό,τι γουστάρει, μιλήσαμε για το κράτος, μιλήσαμε για αυτούς που κάθε τέσσερα χρόνια, αντί να απέχουν από το αίσχος, το στηρίζουν.

Ποιός άλλος συντηρεί το σύστημα; Η κοινή γνώμη. Τι είναι η κοινή γνώμη; Μια μαλακία είναι, αλλά όπως και να το δεις, υπάρχει. Και αυτή δημιουργείται από τα όσα βλέπει γύρω της, και αν θέλουμε να αλλάξει προς το καλύτερο, πρέπει να γίνουν καλύτερα τα πράγματα γύρω της. Και καίγοντας ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά στα πόδια μας, τα πράγματα δεν γίνονται καλύτερα. Υπάρχουν λογικοί στόχοι, και ηλίθιοι στόχοι. Καίγοντας έναν ηλίθιο στόχο, γίνεσαι μέρος του προβλήματος, παίρνεις μερίδιο ευθύνης, κοστίζεις παράπλευρες απώλειες, τιμωρείς τον λιγότερο ένοχο για κάτι άλλο, δεν του δείχνεις γιατί έχει λάθος, και απλώς τον καταστρέφεις. Είσαι επικίνδυνος, είσαι μέρος της κατάστασης, και μέρος του κύκλου με αυτούς που συντηρούν τέτοιου τύπου κυβερνήσεις και διατηρούν αέναη την κατάσταση. Ντρέπομαι που υπάρχεις, γιατί από εσένα θα μπορούσα να περιμένω κάτι λίγο καλύτερο, αλλά τελικά είσαι ελληνάρας, που κάνεις πλιάτσικο με τη γραβάτα σου. Είσαι ΑΚΡΙΒΩΣ σαν τους άλλους, όταν πετάς μολότωφ σε ΑΝΟΙΧΤΑ μαγαζιά, απειλώντας την ζωή των εργαζομένων. Δε διαφέρεις σε τίποτα με αυτό που πολεμάς, αν εξαιρέσεις πως αυτός είναι νόμιμος, με την ευκή των μεγάλων κεφαλιών, ενώ εσύ παράνομος. Δεν είσαι σωτήρας όμως, είσαι απλά ένας μικρός μαλάκας, που για να εκτονωθείς με όποιον τρόπο μπορείς, καις και το μαγαζί του μικρού κυρΑντώνη, όταν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος σκοτώνεται εν ψυχρώ, πληρώνοντας για τα λάθη όλων σας.

Δεν είστε άνθρωποι εσείς.

Αν ήμουν διοικητής των ΜΑΤ, θα είχα παραιτηθεί. Αν όλοι οι μπάτσοι δεν είναι μαλάκες, θα έπρεπε ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ένας, από ευθιξία, να παραιτηθεί. Ούτε μισός. Αν ήμουν αρχηγός της αστυνομίας, θα είχα παραιτηθεί. Αν ήμουν υπουργός δημοσίας τάξης, θα είχα καταθέσει την παραίτησή μου τόσες φορές, ώστε να γίνει τελικά δεκτή. Μετά θα είχα φύγει από το κόμμα. Αν ήμουν κυβέρνηση, θα είχα παραδώσει την εξουσία.

Οι αποπάνω, όλοι οι αποπάνω, όσοι μίλησαν, μίλησαν απλά για “τραγικό συμβάν”. Δεν ζητήθηκε ΚΑΝ συγνώμη, απλά αναγνώστηκαν γραμμένες γραφικότητες περί κατάλυσης της δημοκρατίας και στήριξης του πολίτη όταν τους χρειάζεται. Τα ίδια δηλαδή που έχουν δηλωθεί στο παρελθόν, χωρίς καν να έχει υπάρξει νεκρός. Καρμπόν, οι ίδιες δηλώσεις. “Και δε γίνεται να καπηλεύονται το νόημα της διαμαρτυρίας δεκαπέντε γνωστοί-άγνωστοι”. Δεν τους συνέλαβες ποτέ σου. Άρα, γίνεται να καπηλεύονται ό,τι τους καπνίσει. Εγώ λέω πως δε γίνεται να σκοτώνουν παιδιά οι υπάλληλοι του κράτους. Δεν τους εμπόδισες ποτέ, άρα μπορούν να σκοτώνουν όποιον τους καπνίσει.

Καταλήγω μόνο στο εξής : Χάθηκε μια ζωή, χάθηκε ο πιο αθώος από όλους εκεί έξω, και οι υπόλοιποι ένοχοι, πάνω στο πτώμα, τσακώνονται μεταξύ τους και προασπίζουν -ο καθένας το δικό του- τα σαθρά πλαίσια ηθικής τους.

Δεν είστε άνθρωποι εσείς.

Ελπίζω κατά τύχη να μην υπάρξουν άλλα τέτοια θύματα. Γιατί οτιδήποτε θετικό μπορεί να συμβεί, είμαι πλέον πεπεισμένος πως (αν συμβεί) θα συμβεί κατά τύχη.

Και επειδή είμαστε στο Sonic Death Monkey, ένα top-five

5. “Καλά του κάνανε, τι ήθελε 15 χρονών παιδί στα Εξάρχεια;;;” - ΠΟΛΥΣ κόσμος.

4. “Οι Πακιστανοί και οι Κινέζοι κάνουν πλιάτσικο, έξω από τη χώρα οι αλλοδαποί” - Ο καθένας με τον πόνο του.

3. “Να χαριστούν 1.000.000 ευρώ στις τράπεζες, για να αναπληρώσουν τις ζημιές που υπέστησαν τα καταστήματά τους” - Γίωργο Καρατζαφέρη, σαγαπάμε.

2. “Kάψανε το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο στο Σύνταγμα, και δε θα καταλάβουμε Χριστούγεννα φέτος!” - Άγνωστη θεία που ενοχλήθηκε.

1. “Αν θέλετε να ξέρετε, ο Αλέξανδρος δεν ήταν παιδί των Εξαρχείων, ήταν παιδί της Κηφισιάς, των Starbucks και του Mall” - Δήμος Βερύκιος, δεν υπάρχουν λόγια.

Ντρέπομαι που είμαι έλληνας.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Azrael.



Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Στους τοίχους κολλώ και από υπόστεγα στάζω
Και σαν βγαίνει το φως, ο ίσκιος βαθαίνει
Και στον ήλιο από κάτω, τους τυφλούς κυνηγώ.

Είσαι το τέλος των πάντων και ψεύτης κακός
Στις σχισμές μου τρυπώνεις και τις κάνεις πληγές
Και σαν πέφτει σιωπή, ο θόρυβος σπάει
Σε χιλιάδες κομμάτια το φθαρτό μου σαρκίο.

Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Σα να κλείνεις τα μάτια με τη λάμπα σβηστή
Δε χωρίζω απ' τον κόσμο -μα χωράω σ' αυτόν;
Και αν φέρνω το τέλος, είναι που 'μαι φτωχός.

Είσαι το τέλος των πάντων και φίλος καλός
Καλοήθης και πράος μα κυρίως φερέγγυος
Όποιον δεις και η γη που πατά τον στενεύει
Τα μαλλιά του, το χέρι σου και καλό κατευόδιο.

Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Σαν τα λόγια που κλαίνε όταν λείπουν τα αυτιά
Σαν τη γλώσσα που καίει όταν λείπει ο ασπασμός
Σαν αέρας που πνέει σαν στα βάθη αιωρείσαι.

Είσαι το τέλος των πάντων και ελπίδα στερνή
Του θεού τη μαγεία 'συ ξέρεις μόνο να λύνεις
Σα μαρμάρινα δάση οι θνητές μας σπονδές
Που ριζώνουν στο χώμα μα ανθίζουν σε σένα.

Μα είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Σαν την ώρα που βλέπεις την πόρτα να κλείνει
Σαν του τραίνου τις ρόδες σαν το βλέπεις να σβήνει
Σαν τα λάθος τα λόγια στις γραμμές του χαλκού.

Είσαι το τέλος των πάντων και η τομή του απείρου
Και τα χρέη όλα σβήνεις σαν γραμμές κιμωλίας
Άραγε 'συ ο ίδιος δεν ήσουν που πριν δυο χιλιετίες
Το φτωχό τον θεό στο σταυρό συγχωρούσες;

Όχι, είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Δες, ούτε χέρια δεν έχω να κρατήσω τσιγάρο
Ούτε πρόσωπο έχω να μειδιάζω πειστικά
Ούτε ξέρω απαντήσεις να σου γνέψω καμία

Μία μαύρη σκιά είμαι μόνο
Που με ντύσαν μανδύες, με φτερά με στολίσαν
Με ζωγράφισαν λέει να σαλπίζω το τέλος
Μα δες, είμαι μόνο μια μαύρη σκιά.

Είσαι μόνο μια μαύρη σκιά...
Δε μπορούσες να είσαι κατιτίς παραπάνω;
Κάτι λίγο πιο άγιο, κάτι λίγο μεγάλο
Να νομίσω και 'γω πως άξιζες κάτι;

Είσαι μόνο μια μαύρη σκιά
Τη ματιά μου κουράζεις και βαραίνεις το φως
Ένα ψέμα δεν είχες για το τέλος να πεις;
Να πιστέψω και 'γω πως άξιζα κάτι;

Είμαι μόνο μια μαύρη σκιά
Σου 'πα, δώρα δεν έχω, μήτε αλήθειες βαστώ
Είμαι μόνο μια μαύρη σκιά
Σαν αυτές που χωρέσαν στο στέρνο σου
Που τις άσχημες μέρες τις τρυγούσες σε δάκρυα
Και τς όμορφες μέρες με φιλιά τις κεντούσες.
Ίσως να 'μαι στ' αλήθεια η τελευταία, μα
Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά -συγγνώμη.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

This is what happens.



-Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;
-Δε με έπαιρνε ο ύπνος πάλι.
-Γιατί όχι; Αφού νύσταζες.
-Τη σκεφτόμουν.
-Πάλι;
-Μου 'χει λείψει.
-Πάντα σου έλειπε.
-Τώρα μου λείπει περισσότερο.
-Τώρα που την έχεις;
-Τώρα που με έχει.
-Το ίδιο δεν είναι;
-Θα έμενα ξύπνιος αν δεν ήταν;
-Σωστά.

-Το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι ε.
-Ποιο;
-Οι αντιστοιχίες με τον υλικό κόσμο.
-Να σκεφτώ πρόστυχα;
-Μεταξύ άλλων. Αν και άλλο σκεφτόμουν.
-Τι;
-Το κάπνισμα.
-Μας τα 'χεις πρήξει με το κάπνισμα.
-Για κάποιο λόγο φέρνει τις πρωτεύουσες πιο κοντά.
-Ο καρκίνος δε γνωρίζει σύνορα.
-Πολύ πετυχημένο καλαμπουράκι.
-Ξυνέ.

-Λοιπόν σκεφτόμουν...
-Πλάκα κάνεις.
-...τους χάρτες.
-Σαφή σε βρίσκω.
-Σκεφτόμουν πως ο άνθρωπος που φτάνοντας στον προορισμό του, δεν πετάει το χάρτη του, δεν είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης.
-Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας "προορισμός".
-Άσε τις ανθρώπινες μαλακίες. Ένα πράμα σημαίνει.
-Είσαι βέβαιος;
-Θα ήμουν ξύπνιος αλλιώς;
-Σωστά.

-Έχεις δει πίνακα του Kandinsky;
-Βεβαίως. Προτιμώ τα πρώιμα, πριν τον Καβαλάρη.
-Ναι. Κάπως έτσι είναι το κεφάλι μου.
-Πολύχρωμο;
-Εξίσου δυνατό καλαμπουράκι.
-Ε τι εννοείς.
-Εννοώ σαφέστατα ορισμένο, ευκρινές...
-...πολύχρωμο...
-...και γενικά πολύ συγκεκριμένο επί μέρους.
-Ωραίο ακούγεται.
-Ναι, αλλά συνολικά δε βγάζει νόημα.
-Συνεχίζει να ακούγεται ωραίο.
-Σωστά.
-Θα 'μενες ξύπνιος αλλιώς;

-Έχω πλήρη συνείδηση πως ξεχνάω όλα τα πριν.
-Σε ενοχλεί;
-Δε νοιώθω τίποτα, όχι.
-Τότε γιατί το σκέφτεσαι;
-Με εκπλήσσει.
-Τι σε εκπλήσσει;
-Νοιώθω πως είναι αναμνήσεις κάποιου άλλου.
-Είναι δύσκολο;
-Όχι. Είναι σα να τα έχω δει όλα σε ταινία.
-Ή να τα έχεις διαβάσει.
-Ναι, κάτι τέτοιο.
-Και δε νοιώθεις πως τα αδικείς;
-Με έφεραν ως εδώ.
-Και;
-Δεν υπάρχει τίποτα που να τα τιμά περισσότερο.
-Χμ.
-Το ότι τα ξεχνάω, είναι το μεγαλύτερο δείγμα ευγνωμοσύνης.
-Μαγευτικής ηλιθιότητας σκεπτικό.
-Μοιάζει αθώο ε.
-Ναι. Μα γι' αυτό σε πιστεύω.

-Και το μέλλον;
-Ουαί σε όποιον παρεμβληθεί, αυτό δε λες;
-Αυτό λέω.
-Δε φοβάσαι, αυτό δε λέει;
-Αυτό λέει.
-Ε τράβα κοιμήσου ρε αγόρι μου να στρώσεις δέρμα.
-Λες ε.
-Ναι, όλα εδώ θα 'ναι και αύριο.
-Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας "αύριο".
-Τώρα ποιος αρχίζει τις ανθρώπινες μαλακίες;
-Ένα πράμα ε...;
-Ένα πράμα. Άντε, πάρε τη γάτα και τράβα για ύπνο.

-Καληνύχτα.
-Από κοντά.

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #18


Είδα στον ύπνο μου

πως είχα έρθει σπίτι σου για να πεθάνω.

Το κακό είναι ότι δε τα κατάφερα.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Seek and ye shall find.



Δεν είναι πως με ενοχλεί να με βρίσκει κόσμος κάνοντας search "τσουλάκια" και "ωχρινική ανεπάρκεια". Δεν είναι πως αναρωτιέμαι για πάνω από 2 δευτερόλεπτα, αυτοί που ψάξανε "veinsaw" ή "prussian shuffle" γιατί δεν κάνουν ένα απλό bookmark από σχεδόν καθημερινό search. Αλλά για μερικά πράγματα, πραγματικά, θα ήθελα να μπορώ να κοιτάξω λίγο μέσα στο κεφάλι κάποιων ανθρώπων. Το top10:

#10 - γιατί μαυρίζουν οι τοίχοι

Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πηγαία απορία κάποιου ατόμου περί της επιστήμης της ντουβαροσυντήρησης. Μεταξύ των απαντήσεων που θα μπορούσαν να δοθούν είναι: "γι' αυτό, 1-0", "απ' το κακό τους", "μπορεί να τους κεράτωσε η στέγη", "από υγρασία", "έτσι το θέλησε ο θεός", "να ελαττώσεις το κάπνισμα", "είναι ο χαρακτήρας τους τέτοιος".

Αλλά σοβαρά, search στο google;

#9 - τροποι να τρομαξεις κοπελα

Όταν άλλος κόσμος ψάχνει τσόντες, ο παραπάνω κύριος εξερευνά τα ενδότερα στρώματα του μυστηριακού θηλυκού ψυχισμού. Ντοκυμαντέρ πάντως έχουν αναφερθεί σε μελέτες που λένε πως το θηλαστικό Κοπέλους Κοπέλους δείχνει να τρομάζει από τα ποντίκια, την άσπρη ζάχαρη και τον πάπα Ιννοκέντιο τον Α'.

#8 - εχω λιγα κολπικα υγρα

Ήθελε κάπου να ανοίξει την καρδιά της η κοπέλα.

#7 - να σε αγκάλιαζα

Και βρήκε εμένα. Τζακποτ, όχι μαλακίες.
Πάντως το γκουγκλ πρέπει να 'ναι καλός φίλος.

#6 - χλωροφόρμιο ταινίες

Γιατί ρε αδερφέ, δεν είσαι καλός στο φλερτ;

#5 - η ψωλή του αλόγου

Το πως με βρήκανε το ξέρω.
Το τι ψάχνανε είναι που φοβάμαι.

#4 - φοιτητριες γαμιουνται στην κομοτηνη

Ζηλέψτε, ω φοιτήτριες οπουδήποτε αλλού!!!

#3 - γριές που γαμιούνται

Μια προσέγγιση στις εκλείπουσες μειονότητες.
Θέμα διπλωματικής σίγουρα.

#2 - Έλα έλα έλα γαμώ το κέρατο μου γονίδης

Μη συγχίζεσαι ρε αδερφέ, ψάξε στα torrentάδικα.
Τι το βρίζεις το κακόμοιρο, τι φταίει.

#1 - πάτερ ημών εν της τουρμπίνας

Η προσευχή του κάγκουρα με το χαμηλωμένο;

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Loyalty.



Ο Χριστόφορος άνοιξε αργά τα μάτια του και εστίασε το θολό του βλέμμα στο ταβάνι. Πέρασε μια φορά το χέρι του μπροστά από το πρόσωπό του, δύο φορές, τρεις -το άφησε να πέσει άτονο στο στέρνο του.

Αργά γύρισε και κοίταξε τα μακρυά καστανά μαλλιά της γυναίκας δίπλα του. Έφταναν ως το μαξιλάρι του και στις ελαφρές τους καμπύλες γυάλιζε ο Σαββατιάτικος ήλιος. Χαμογελώντας αχνά, τα πήρε ανάμεσα στα δάχτυλά του, έπαιξε λίγο μαζί τους και φίλησε απαλά και προσεκτικά τα χείλη της κατόχου τους.

Ο Χριστόφορος σηκώθηκε και πήγε να ετοιμάσει πρωινό.

Ι.

-...και τελικά η Χριστίνα λέει δε θέλει να το βαφτίσει.
-Ακόμα δεν τον είδαμε...
-Δεν είναι εκεί το θέμα ρε Χριστόφορε, το θέμα είναι το όλο σκεπτικό.
-Εγώ μια χαρά σωστό το βρίσκω. Λες και εμείς που βαφτιστήκαμε τον έχουμε μεγαλύτερο ξέρω 'γω...
-Μα και εγώ συμφωνώ θεωρητικά, αλλά είναι και οι γονείς της στη μέση. Και σιγά πια το κακό να κάνεις μια βάφτιση, από το να φας τη γκρίνια της κάθε θείτσας...
-Ε όχι και σιγά το πράμα, τα λεφτά που τα βάζεις.
-Α, τώρα που πες λεφτά άκου τι μου είπε η Τζένη χθες στο γραφείο...

Η χαρούμενη βοή της φωνής της γέμιζε τα αυτιά του Χριστόφορου και τον έκαναν να χαμογελάει. Όλο αυτό το πεζό και αδιάφορο τιτίβισμα, τα κοινότοπα θέματα για τα οποία δεν έδινε δεκάρα, ο ζεστός καφές και η ζεστή σάρκα που είχε λίγα εκατοστά μακριά του, η σκέδαση του φωτός στο ποτήρι και τα χρώματα που έριχνε στο λευκό τραπεζομάντηλο, τα ανάκατα μαλλιά της, τα λυγισμένα της γόνατα, η πλάτη της καρέκλας, τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι, τα φύλλα έξω απ' το παράθυρο...

Χωρίς να πει οτιδήποτε για να τη διακόψει, ο Χριστόφορος σηκώθηκε γελώντας σιγανά, την σήκωσε στα χέρια του τις ίδιες στιγμές που αυτή σάστιζε έκπληκτη και την ακούμπησε απαλά στον καναπέ. Κοιτώντας την στα μάτια, ξεκίνησε να τη γδύνει.

ΙΙ.

Το μαύρο ασύρματο τηλέφωνο τραγούδησε την μονότονη μελωδία του.
Ο Χριστόφορος άπλωσε το χέρι του-
"Κατά πάσα πιθανότητα..."
-έπιασε το ακουστικό-
"...με παίρνει να με ρωτήσει..."
-το σήκωσε από τη βάση-
"...αν έχουμε αυγά αν είναι να περάσει..."
-πάτησε το πράσινο κουμπί-
"...από το φούρνο."
Το έφερε στο αυτί του.

-Παρακαλώ.
-Χριστόφορε;
-Ο ίδιος.
(Δεν είναι αυτή.)
-Τι κάνεις;
-Ποιος είναι;
(Ανησυχώ.)
-Δε με θυμάσαι;
-Δε μου λέει κάτι η φωνή σας, όχι.
(Ανησυχώ πολύ.)
-Ο Κοσμάς είμαι.
-Ααα, έλα Κοσμά. Τι έκπληξη είναι αυτή;
(Είμαι πανικόβλητος.)
-Πήρα απλά να δω τι κάνεις, πως περνάς...
-Μια χαρά, μια χαρά όλα... Εσύ;
(Γιατί ζεις ακόμα;)
-Μια χαρά και εγώ, όλα εντάξει.
-Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
(Τρέμω.)
-Ανησυχείς ε;
-Όχι. Απλά μου κάνει εντύπωση που με πήρες τηλέφωνο σπίτι.
(Γαμημένε.)
-Σιγά μωρέ, τι έχουμε να κρύψουμε.
-Έλα ντε.
(Στεγνώνουν τα μάτια μου.)
-Τέλος πάντων, μη σε ανησυχώ παραπάνω...
-Που θες;
-Χαλάνδρι απογευματάκι;
-Καλώς. Δε θα κάτσω πολύ.
-Το ξέρω.
-Τα λέμε τότε.

ΙΙΙ.

-Μην ξαναπάρεις σπίτι.
-Καλά μωρέ, πως κάνεις έτσι...
-Όχι "πως κάνεις έτσι". Μην ξαναπάρεις σπίτι.
-Εντάξει, εντάξει. Δε θα ξαναπάρω σπίτι. Πω.
-Λέγε τι θες.
-Εγώ τίποτα. Ο Άλλος θέλει.
-Να πάει να γαμηθεί.
-Να του το μεταφέρω αυτό;
-Ό,τι γουστάρεις κάνε. Λες να τον φοβηθώ;
-...
-Να πάει να γαμηθεί.

Έπιασε το μπουκάλι της μπύρας και το 'φερε στα χείλη του.

-Σου 'χουν φέρει ποτήρι.
-Να σου πω ρε Κοσμά, θα μου πεις τι θες ή θα μου γαμήσεις τη μέρα;
-Ε τι να θέλω ρε Χριστόφορε, να δω τη γαμόφατσά σου θέλω γιατί μου 'χεις λείψει. Τι να θέλω; Ο Άλλος ρωτάει αν σου πέρασε η μαλακία και ψήνεσαι να βγάλεις κάνα φράγκο.
-Μάλιστα. Ωραία, όχι. Είναι σαφέστερο από το "να πάει να γαμηθεί";
-Μαλακίες κάνεις.
-Ό,τι γουστάρω κάνω και δε δίνω λογαριασμό. Πάνε αυτά Κοσμά, τέρμα.
-Δεν τελειώνουν αυτά ρε Χριστόφορε, το ξέρεις.
-Εγώ τέλειωσα. Χέστηκα "τι κάνουν αυτά". Εγώ δεν ξαναλερώνομαι.
-Έτσι λες τώρα...
-Έτσι είναι. Άλλαξα ρε, πως το λένε; Έχω γυναίκα και πάω για παιδί, τέρμα.
-Χριστόφορε. Άκουσέ με. Αυτά τα πράματα δεν είναι απ' αυτά που σου μαθαίνουν στο σχολείο και εκπαιδεύεσαι και γίνεσαι καλός και παίρνεις προαγωγές και μπόνους και κολλητές άδειες σε Σαββατοκύριακα. Γεννιέσαι μ' αυτό. Το ξέρεις. Το κουβαλάς πάντα και παντού. Μπορεί εσύ να λες "τελείωσα" μα ξέρεις καλά πως αυτό ποτέ δε σε αφήνει, απλώς περιμένει το καινούριο αφεντικό. Μα δε μένει άνεργο γιατί ζει μέσα σου και σε ορίζει. Είναι κομμάτι σου, το κάνεις όσο καλά αναπνέεις και καλύτερα, το 'χεις συνηθίσει και μπορείς να το κάνεις δίχως να το σκεφτείς καν και όταν ξανάρθει ο καιρός να βγει στην επιφάνεια θα γουστάρεις όπως γούσταρες πριν αρχίσεις τα πουστριλίκια και τα "τελείωσα". Γιατί αυτός είσαι, πως να το κάνουμε.

Γεμίζει το ποτήρι του.

-Τέλος πάντων, εμένα στα αρχίδια μου, απλώς την πρόταση μεταφέρω. Αλλά σου λέω τη γνώμη μου.
-Μαλακίες λες.
-Καλά.
-Μαλακίες λες.
-Ό,τι πεις.
-Τελείωσα ρε. Τελείωσα. Δεν είναι "αυτός είμαι". Είμαι ευτυχισμένος.
-Το 'χεις ακόμα το όπλο;
-...
-Χεχεχεχ...
-Το 'χω για να θυμάμαι ρε. Για να θυμάμαι τι σκατομαλάκας ήμουν.
-Σκατομαλάκας αλλά γι' αυτό έχεις τα εξαψήφια στην τράπεζα.
-Ναι, για να μοιράζω χήρες και μάρμαρα.
-Και με μεγάλη επιτυχία.
-Τέλειωσα Κοσμά. Κοίτα να κάνεις το ίδιο, δε λέει αυτή η ζωή.
-Εντάξει Χριστόφορε. Συγγνώμη που σ' ανησύχησα, αλλά...
-Καταλαβαίνω.
-Θα το πω στον Άλλο. Θα καταλάβει και αυτός. Θα βρει άλλον.
-Τι να σου πω, "καλή επιτυχία";
-Αντίο Χριστόφορε.
-Αντίο Κοσμά. Κοίτα να προσέχεις.

ΙV.

Χαϊδεύει το μάγουλό της με την ανάστροφη της παλάμης του.
Βρίσκει την άκρη των μαλλιών της πάλι, παίζει ξανά, χαμογελά.
"Σε αγαπάω" σχηματίζει με τα χείλη του.
"Σε θέλω" σχηματίζει με το βλέμμα της.
Βρίσκονται. Ξανά και ξανά και ξανά.
Τυλίγονται και καλύπτονται και διαλύονται.
Μοιράζονται και ενώνονται, πονάνε και μυρώνονται.
Καθώς εκείνη τραγουδά την ηδονή της, αυτός σκοτεινιάζει.
Σκέφτεται το όπλο, δυναμώνει το ρυθμό, θυμάται τ' όπλο.
Σκέφτεται το αίμα, αυξάνει την ένταση, θυμάται αίμα.
"Έλα σε μένα, έλα σε μένα" ουρλιάζουν οι αναστεναγμοί.
"Δεν ξέρω τίποτα για τον παλιό Χριστόφορο" πείθεται εκείνος.
Όλα έχουν αλλάξει, όλα έχουν τελειώσει -μπορεί να ήταν και σε εφιάλτη.
Σκύβει πάνω της και την βαραίνει με τον εαυτό του
Ξαποσταίνει τη σάρκα του σε αυτή και όλη η κόλαση που ήταν κάποτε σπάει σε κομμάτια, στάζει στα στήθη της και εξατμίζεται.
Οι ανάσες γίνονται γρυλίσματα, τα γρυλίσματα βροντές
οι βροντές μια διπλή καταιγίδα που απλώνεται μαύρη και λαμπρή και τα σβήνει όλα, τα τελειώνει όλα και δε μένει τίποτα
παρά μόνο δυο κορμιά που φωτοβολούν στο υπέρυθρο φάσμα
και δυο ψυχές που ακινητούν η μια πάνω στην άλλη.

Και το όπλο στο συρτάρι, ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι είναι.

V.

-Σας παρακαλώ, πάρτε ό,τι θέλετε αλλά μη μας πειράξετε...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Τα κοσμήματα είναι στο τρίτο συρτάρι...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Και λεφτά, μισό λεπτάκι, τα λεφτά...
-Χριστόφορε κάνε κάτι!!!
-Να, εδώ, όσα έχω πάνω μου, όσα είναι στο σπίτι...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Θα κάτσουμε εδώ, πάρτε ό,τι θέλετε και φύγετε...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Εδώ θα κάτσουμε...

Τα πάντα μαυρίζουν στιγμιαία.
Ανοίγει τα μάτια, βλέπει το πάτωμα.
Από το στόμα του στάζει αίμα.
Από τα αυτιά του κρέμονται ουρλιαχτά.

-Χριστόφορε!!! Χριστόφορε σταμάτησέ τον!!!

Στα μάτια του πλέει ένα νυχτικό που κυματίζει στον αέρα.
Δυο γνώριμα στήθη και δυο παράταιρα χέρια.
Δεύτερη μαυρίλα, περισσότερος πόνος, πάτωμα ξανά.

-Σας παρακαλώ... Πάρτε...

Η μύτη μιας μπότας πολιορκεί την κοιλιά του.

-Χριστόφορε σώσε μας!!!

Θυμάται τα όμορφα πρωινά. Τον ήλιο να γυαλίζει στα σερβίτσια.

-Χριστόφορε!

"Σ' αγαπάω" ψελλίζει και άλλη μια κλωτσιά τον βρίσκει στα νεφρά.

Θυμάται τις άγιες νύχτες και τις γεμάτες μέρες, θυμάται τη ζωή.
Θυμάται την γαλήνη και την ζεστασιά, τα χαλιά το χειμώνα...

-Βοήθα με!!!

...και τη βεραντούλα το καλοκαίρι και τα ανοιχτά παράθυρα στο ντιβάνι...

-Σώσε με!

...και την εκδρομή στο Πήλιο και τότε που είχε μεθύσει και την κουβαλούσε...

-Σώσε με...

Θυμάται πως ήταν να ζεις και χαμογελά και σηκώνεται.

Το μαχαίρι χώνεται βαθειά στον αριστερό του ώμο, το τραβά και σκίζει τον άνδρα απέναντί του από τη λεκάνη ως το διάφραγμα. Αυτός σαστίζει μα δεν πέφτει και ο Χριστόφορος του κόβει δυο φορές το λαιμό.

-Χριστόφορε!!!
-Σκάσε.

Το λέει ήρεμα, μα ακούγεται πάνω απ' όλες τις άγνωστες βρισιές και τους λυγμούς.
Το λέει ήρεμα, μα το ακούει και ο ίδιος.

Ο άνδρας απέναντί του φωνάζει κάτι στη γλώσσα του δείχνοντάς την.
Ο Χριστόφορος καταλαβαίνει και πισωπατεί. Φτάνει κοντά στο κομοδίνο.

Οι φωνές του άνδρα γίνονται προστακτικές.
-Δεν καταλαβαίνω τι λες.

Ο Χριστόφορος πετά το μαχαίρι και ανοίγει το συρτάρι φανερά και ψύχραιμα.
Βγάζει έξω το πιστόλι, το απασφαλίζει, εφαρμόζει τον γεμιστήρα και το οπλίζει.

-Χριστόφορεεεε...

Το μαχαίρι του άνδρα έχει χαράξει το λαιμό της προειδοποιητικά.
Ο Χριστόφορος χαμογελά.

-Δε το κάνεις καλά.

Σηκώνει το πιστόλι και την πυροβολεί μια φορά στο μέτωπο.
Αυτή σωριάζεται και ο άνδρας κοιτά αποσβολωμένος.
Δεύτερη σφαίρα στο αριστερό γόνατο του άνδρα, τρίτη στο δεξί.
Άλλες δύο σε κάθε αστράγαλο.

Παίρνει ένα τσιγάρο από το πακέτο της και το ανάβει.

-Και τώρα θα παίξουμε.

Ο άνδρας βλέπει τον Χριστόφορο να σηκώνει το μαχαίρι από το πάτωμα. Ωχρός και αιμόφυρτος, κατουριέται.

VI.

-Εμπρός;
-Έλα Κοσμά.
-Χριστόφορε; Τι έγινε ρε, ξέρεις τι ώρα-
-Σκάσε.
-...
-Πες στον Άλλο κανονίστηκε.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Travel Blog IV

Η σημερινή μας εκπομπή είναι αφιερωμένη στη Ρώμη.
Η Ρώμη είναι γεμάτη ξενοδοχεία και εστιατόρια.
Μερικές φορές συναντά κανείς και κάποια κάβα.
Οι άνθρωποι προσπαθούν να μην είναι χαζοχαρούμενοι.
Αυτό επιτυγχάνεται μερικώς, μα εν τέλει είναι Ιταλοί.
Η Αγγλική γλώσσα είναι κάτι μυθολογικής φύσης.
Η πιο χρήσιμη λέξη που μάθαμε ήταν "tiramisu".
Το χαρτί υγείας υπάρχει για να φυσάμε τη μύτη μας.
Η πηγή Trevi πραγματοποιεί όντως ευχές και μπότες.

Το χρονογράφημα:



Φώτο του Κολοσσαίου: πρωτοτυπούμε & αιφνιδιάζουμε.



Ανεβαίνοντας στο Palatino.
Νόμπελ στον εφευρέτη των φθινοπωρινών φύλλων.



Να θυμηθώ να αγοράσω κανένα φίλτρο για τους φακούς.



Στρουθοκαμηλίζοντας περί της οικονομικής κρίσης.



Το Πάνθεον: γιατί βαριόμαστε να το κάνουμε για κάθε θεό χώρια.



Ο Άγιος Πέτρος έχει ανιχνευτές μετάλλου και μπατσαρία.
Ανέκαθεν ο Παράδεισος ήταν VIP xClusiv τσαρδί.



Αγάλματα στον Τίβερη. Νυχτερινή θέα.
Συνοδεύεται από τσιγάρα και θερμότητα σώματος.



Γιατί άλλωστε τι θα έκαναν οι Γερμανοί χωρίς τη βοήθειά σας ε.



Η πηγή Trevi. Ακόμα δεν ξέρω γιατί είναι διάσημη.
Χρυσόψαρα που τρώνε δανέζικες κορώνες ίσως;



Η μεγαλύτερη τράπεζα, στο μικρότερο κράτος.
Το περισσότερο αίμα.



Το εξοχικό μου. Έχω ακόμα λίγο συντελεστή για το γκαράζ.



Ο προσεκτικός παρατηρητής θα αναγνωρίσει την γέφυρα.
Ο προσεκτικότερος, θα αντιληφθεί και ότι τη διασχίσαμε.



Συνοψίζοντας.



Ο καθένας κουβαλά το δικό του σταυρό φιλαράκι.
Η μαγκιά είναι να το κάνεις με στυλ.



Η μαμά Mεσόγειος.



Και η Πόλη όλων των Πόλεων.