Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

The burning of Sodom.



We will never go back, we can never go back
to the beautiful -the beautiful endings
the glorious death
and the ribbons of smoke ascending
We will never go back to the burning fields
where breaths were rancid midst the blistering flowers
and blue was the enemy colour
We will never want to go back to the oceans of razors
and the seas of our spit, where the melting point of idols
was so far below
our average breath temperature
still cold years -youths- ago.

Never, never return
don't stamp your lungs with the sign of loss
never, never return
for our shame is our pride now
and this cross
is our harvest
that took much hurt to be made
never, never return
don't look back, they said salt
not alabaster, or porcelain, or jade.

Never live to look back at beautiful Sodom
to the beautiful death we're deprived of forever.
To the green seas of flowers and the blue skies of light
with cool winds and bird singing
we will carry the mark
and our hearts will beat paused
for the silenced forevers
and all reasoning caused.

We will carry the mark once carved on our shoulders
when told to turn our back on many deaths
when told to either save ourselves or witness
the day the sky spat fire and embers.
Where we are strangers and odd and alone
we will carry that mark -knowing no one remembers.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Αφορισμός #3



Το ότι τις περισσότερες φορές βλέπουμε τα πράγματα καθαρότερα όταν ακούμε παρά όταν κοιτάμε, μόνο σε ρηματικό λάθος μπορεί να αποδοθεί.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Intercity



I

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, μια κανονική, συνηθισμένη μέρα, από αυτές που αποκαλούμε απλώς με το εβδομαδιαίο τους όνομα και που τίποτα άλλο δεν έχουμε να πούμε γι' αυτές, που αν θελήσουμε να τις ξεχωρίσουμε απ' τις συνονόματές τους, απλώς θα κοτσάρουμε δίπλα έναν αριθμό -κάτι στο οποίο δεν θα μπούμε ποτέ στον κόπο να κάνουμε, γιατί κανέναν λόγο δεν έχουμε να θέλουμε να τις ξεχωρίσουμε, μια τέτοια μικρή και παρερχόμενη μέρα ήταν όταν τα τραίνα σταμάτησαν να περνούν.

Τα παιδάκια στα μικρά χωριά δεν χρειάστηκε να διακόψουν το παιχνίδι τους δίπλα στις ράγες για να περάσει σαν σίφουνας η αμαξοστοιχία των 3.47 που καταδεχόταν να σταθμεύσει μόνο σε μεγάλες πόλεις. Κάποιος φοιτητής δεν μπόρεσε να γυρίσει στο σπίτι του για να δει τους γονείς του εκείνη τη μέρα. Σίγουρα κάποια αντιπροσωπεία έχασε πολλά λεφτά επειδή δεν μπόρεσε να κουβαλήσει τα αυτοκίνητα που πουλούσε σε κάποιο επαρχιακό παράρτημα. Και δεν αμφιβάλλω καθόλου, πως κάποιο ερωτευμένο ζευγάρι αναγκάστηκε να αναβάλλει επ' αόριστον μια πολυαναμενόμενη συνάντηση.

Από την άλλη μεριά, ο κύριος που ζούσε στην οδό Αλκυονίδων 14, σίγουρα δεν παραπονέθηκε. Για πρώτη φορά από τότε που μετακόμισε σε εκείνο το σπίτι, δεν ξύπνησε στις 6.13 το πρωί από το τραίνο που περνούσε βουίζοντας λίγα μέτρα έξω από την αυλή του. Και αναμφίβολα δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα με αυτή τη ρουτίνα εάν ο κύριος Αλκυονίδας εργαζόταν πρωί και έπρεπε να διασχίσει ένα μεγάλο μέρος της πόλης που έμενε -μα δυστυχώς η μοναδική δουλειά στην οποία ήταν καλός ήταν να είναι νυχτοφύλακας. Αυτό αποδεικνυόταν εξάλλου και από το γεγονός πως έκανε αυτή τη δουλειά από τα 16 του.
Είχε γίνει πια ειδικός στο να ανεμίζει αυταρχικά το φακό του και να περπατά σαν στρατηγό που επιθεωρεί μια αμφίβολης αποτελεσματικότητας μεραρχία -πράγμα που εκνεύριζε πολύ τις νυχτερίδες και τους αρουραίους μα και που φυσικά τους έδειχνε και ποιος είναι το αφεντικό. Και αυτός δεν ήταν άλλος από τον κύριο Αλκυονίδα, επαγγελματία νυχτοφύλακα με εμπειρία που θα ζήλευαν πολλοί κοκορόμυαλοι σε επαγγέλματα που την δική του εξουσία την φαντάζονταν μόνο στον ύπνο τους.

Όταν το ρολόι έδειξε 6.04, ο κύριος Αλκυονίδας ένοιωσε την προσταγή της κύστης του να διακόπτει το υπέροχο όνειρο που έβλεπε και στο οποίο πρωταγωνιστούσε αυτός και οι δύο κόρες του γείτονα. Σιχτιρίζοντας που τον έκοψαν (ποιοι;) πάνω στο καλύτερο, ξεκίνησε να βαδίζει μεγαλοπρεπώς -σωβρακοφανέλα και απ' όλα- προς τον πορσελάνινο θρόνο του, στον οποίο συχνά διαλογιζόταν τις αλλαγές που λάβαιναν χώρα συχνά-πυκνά στη ζωή του, όπως πχ τη λάμπα περισσότερων watt που έβαλε στον φακό του και το πως θα έκανε έτσι καψώνι στις νυχτερίδες ή το ποντικοφάρμακο που είχε βάλει μέσα σε λουκανικάκια Φρανκφούρτης -μια διαδικασία τελεσμένη με προσήλωση και προσοχή, που του είχε πάρει αρκετές ώρες καθώς δεν ήταν σίγουρος αν υπήρχαν αρουραίοι που θα μπορούσαν να προβλέψουν την κίνησή του αυτή. Ο κύριος Αλκυονίδας ήταν πάνω απ' όλα ρεαλιστής και μετριόφρων και δεν υποτιμούσε ποτέ την νοημοσύνη του αντιπάλου του έναντι της δικής του. Ποτέ δεν ξέρεις αν ένας αρουραίος μια μέρα αποδεικνυόταν πιο έξυπνος απ' αυτόν.
Ενώ λοιπόν η ευγενής διαδικασία ολοκληρωνόταν με βιασύνη, μπας και υπήρχε ελπίδα να αναστηθεί το όνειρο από εκεί που αφέθηκε, ο κύριος Αλκυονίδας έκανε την σημαντικότερη κίνηση της ζωής του -ακόμα και αν τότε δεν το γνώριζε ακόμα: κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν 6.06 και ο κύριος Αλκυονίδας έκανε τη λαμπρή σκέψη να περιμένει να ακούσει το τραίνο μια μοναδική φορά ήδη ξύπνιος. Υπολόγιζε, βλέπετε, μέσα στην έκστασή του, στο ότι αυτή τη φορά δεν θα τον έπιανε προ εκπλήξεως, δεν θα τον τάραζε ενώ ήταν στην πιο γλυκειά φάση του λήθαργού του και θα κατάφερνε να κοιμηθεί. Ενθουσιασμένος που κατάφερε να ξεγελάσει με τέτοιο σατανικό τρόπο την φασαριόζικη Νέμεσή του, έστω και κατά λάθος, ο κύριος Αλκυονίδας έτριψε χαρωπός τα χέρια του και κάθισε στο κρεβάτι του με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι στο χέρι του.

6.08. Πέντε ολοστρόγγυλα λεπτά μέχρι την κορύφωση της εκδίκησής του.
6.09. Σε τέσσερα λεπτά θα το άκουγε, θα το άκουγε χωρίς να τον τρομάξει, αγέρωχα.
6.10. "Έλα λοιπόν γαμημένο, σήμερα σε περιμένω. Να δούμε πόσο μετράς τώρα που είμαι προετοιμασμένος".
6.11. Σε δύο μόλις λεπτά θα το ταπείνωνε, θα το εξευτέλιζε. Αυτό θα ερχόταν φουριόζικο να τον αναστατώσει και αυτός θα κοιτούσε το ταβάνι του χαμογελώντας αδιάφορα.
6.12. "Πενηνταοχτώ, πενηνταεφτ...πενηνταεφτά... Πενηνταέξι..."
6.13 "...ΜΗΔΕΝ!!!"

Μαύρη σιωπή έπεσε στον κόσμο. Τα άδοξα δευτερόλεπτα των 6.13 ηχούσαν σε όλο το σύμπαν. Κανένας σουμιές δεν έτριξε. Καμιά πόρτα, κανένας μεντεσές, κανένα βάζο. Οι τοίχοι δεν βούηξαν. Τίποτα.
Ο κύριος Αλκυονίδης καθόταν αποσβολωμένος και κοιτούσε το κενό, με το αδιάφορο χαμόγελο ακόμα παγωμένο στο πρόσωπό του. Η πρώτη του κίνηση ήταν να χτυπήσει ελαφρά το ρολόι του με το δάχτυλό του. Η δεύτερη, να τρέξει στην αυλή και να σταθεί πάνω στις ράγες κοιτάζοντας σαν μανιακός δεξιά και αριστερά. Του είχε ξεφύγει. Τον είχε ξεγελάσει. Προφανώς επρόκειτο για έναν αντίπαλο για τον οποίο οι πατέντες με τα λουκανικάκια Φρανκφούρτης θα αποδεικνύονταν μάταιες.
Ο κύριος Αλκυονίδης δεν κοιμήθηκε εκείνο το πρωινό. Αρνούμενος να παραδεχτεί σε οποιονδήποτε αόρατο παρατηρητή πως το τραίνο δεν πέρασε, έφτιαξε καφέ όπως κάθε άλλη μέρα που η αμαξοστοιχία των 6.13 τον τίναζε από το κρεβάτι. Σχεδίαζε όμως την εκδίκησή του. Απέραντες μεταβλητές στρατηγικών πλημμύριζαν το κεφάλι του, σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν την ρεβάνς. Δεν πήρε τα κυάλια του όταν οι κόρες του γείτονα γύρισαν από το σχολείο και ξέχασε να πάρει μαζί του τα λουκανικάκια στη δουλειά. Κλεισμένος σε μια σιωπή τόσο βαρειά όσο και αυτή που τον περικύκλωσε στις 6.13, ο κύριος Αλκυονίδης πήρε την απόφασή του: θα έστηνε καρτέρι. Για όσες μέρες χρειαζόταν. Δεν έκανε άλλωστε καμία διαφορά, θα ήταν όπως τις άλλες φορές που τον ξυπνούσε -ίσα-ίσα που τώρα θα ξυπνούσε και πιο ήρεμα. Κάποια στιγμή το τραίνο θα περνούσε. Αυτό είχε πρόγραμμα, είχε υποχρέωση. Αυτός είχε την πολυτέλεια να το παραμονεύει κάθε γαμημένη μέρα και αυτό θα έκανε. Για κανένα λόγο δε θα έχανε μια τόσο εύκολη όσο και ένδοξη μάχη.

II

Το ρολόι έδειχνε 6.10 όταν ο κύριος Αλκυονίδης καθόταν δίπλα σε δύο άδειες κούπες καφέ και ένα τασάκι με έξι σβησμένα τσιγάρα. Ήταν η τέταρτη κατά σειρά μέρα που το τραίνο δεν είχε περάσει και το σκηνικό ήταν διαφορετικό. Πρώτα-πρώτα, ο κύριος Αλκυονίδης δε φορούσε πια ρολόι. Το είχε πετάξει την προηγούμενη μέρα από το παράθυρο στις 6.14 αφού το χτύπησε ελαφρά με το δάχτυλο (αυτό είχε επίσης ως αποτέλεσμα το τζάμι να είναι σπασμένο). Μια ακόμη αλλαγή ήταν τα μάτια του κυρίου Αλκυονίδη, το ασπράδι των οποίων ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά στολισμένο με πορφυρά δεντράκια αγγείων, αποτέλεσμα της αϋπνίας που του προκάλεσαν η αναμονή, η εμμονή και το ένα ολόκληρο τσουβάλι αλεσμένου καφέ.

Ο λεπτοδείκτης του ρολογιού κινήθηκε στο λεπτό υπ' αριθμόν 12. Ο κύριος Αλκυονίδης δε μπορούσε φυσικά να το δει αυτό καθώς το ρολόι βρισκόταν χωμένο μέσα στα αγριόχορτα έξω από την αυλή, αλλά δεν είχε καμία τέτοια ανάγκη. Βλέπετε, από την δεύτερη μέρα ο κύριος Αλκυονίδης μετρούσε αντίστροφα τα λεπτά μέχρι τις 6.13 και όταν το τραίνο δεν ερχόταν, ξεκινούσε πάλι για το επόμενο 24ωρο. Φυσικά για να το καταφέρει αυτό έπρεπε να μην λαγοκοιμηθεί ούτε λεπτό (εξού και οι καφέδες) μα και δεν έπρεπε τίποτα να του αποσπάσει την προσοχή -γι' αυτό και δεν είχε πάει καθόλου στη δουλειά του. Αντ' αυτού, καθόταν ολόκληρα 24ωρα ξύπνιος, μετρώντας ξανά και ξανά 86.400 ανακυκλώμενα δευτερόλεπτα.

Την έκτη μέρα ο κύριος Αλκυονίδης κατάλαβε πως είχε ηττηθεί. Όμως δεν επρόκειτο να παραδοθεί ποτέ. Η ώρα ήταν 5.48. Καμπουριαστός πάνω στο τραπέζι, είχε στερεώσει το φακό του έτσι ώστε να φέγγει επάνω στα μάτια του και πλέον μασούσε άκοπο τον καφέ. Μισούσε τα τραίνα, τα ρολόγια, τα πάντα. Μισούσε τους αριθμούς, τα δευτερόλεπτα, το χρόνο που σπαταλούσε σε αυτή την απάνθρωπη μάχη που έπρεπε να κερδίσει για όλες τις αρχές του, φανταζόταν τους αρουραίους να κάνουν πάρτυ πάνω στα αφύλαχτα κιβώτια -έφερε πιο κοντά του τα λουκανικάκια που πλέον ανέδυαν μια φρικτή αποφορά-, φανταζόταν τις νυχτερίδες να χορεύουν καν-καν ενώ οι αρουραίοι έπαιζαν χαρτιά γελώντας χυδαία, φαντάστηκε τις κόρες του γείτονα να φιλιούνται παθιασμένα μεταξύ τους περιμένοντάς τον γυμνές επάνω στα χαρτόκουτα ενώ οι αρουραίοι έπαιρναν μάτι, μα ήταν γι' αυτόν, γι' αυτούς ήταν μόνο τα λουκανικάκια, όχι, ούτε τα λουκανικάκια, τίποτα, δικά του και αυτά, γι' αυτούς τίποτα, θα έδιωχνε και τις νυχτερίδες να μη τους χορεύουν και θα τους έβγαζε τα μάτια να μην βλέπουν τις δύο μικρές, θα τους έβγαζε τα δόντια ενώ θα μασούσε τα λουκανικάκια πλαταγιάζοντας τη γλώσσα του, να έτσι, όπως τώρα, τώρα που τους έτρωγε τα λουκάνικα με μια πείνα έξι ημερών ολοκληρωτικής νηστείας, για να πάρει δυνάμεις, να παρελάσει θριαμβευτικά μπροστά από τους τυφλούς πεινασμένους αρουραίους και τις διψασμένες για αυτόν παιδούλες μόλις θα είχε τελειώσει αυτή η ιστορία, μόλις θα είχαν μπει όλα στη θέση τους και θα ήταν πια ο νικητής σε αυτή τη μάχη με το γαμημένο, το πούστικο κωλότραινο.

Ο κύριος Αλκυονίδης πέθανε από τα δηλητηριασμένα λουκανικάκια στις 6.11.
Δύο λεπτά αργότερα, λίγα χιλιόμετρα μακρυά, το τραίνο των 6.13 περνούσε για 5η συνεχόμενη μέρα από τις νέες γραμμές.
Για την κατασκευή τους, τα δρομολόγια των τραίνων χρειάστηκε να μην πραγματοποιηθούν για μια ημέρα.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Αφορισμός #2



Υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει να μοιράζονται
-από εγωισμό.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

Learn

Well, if they ever ask you how we have come to this
Don't tell them of the places we've seen and came to miss
Don't tell them of the chances we loved and sent away
Don't tell them of the choices that brought us here today

Don't tell them of the fires we set on fields of hay
Or that we ever thought, of doing more than play
Don't tell them of the triggers we pulled against the sun
Just tell them that we did it for nothing more than fun

Oh, if they ever break you and smash you down to bits
Don't tell them of our dreaming we stripped out of its peace
Do tell them it was funny, that laughing bright we woke
Don't mind if they go crying when told our killing joke

Don't tell them of the teardrops that bleached the hopes once fair
Don't tell them of our moments of sorrow and despair
Just tell them of a harvest we wasted and then laughed
Don't tell them of the endings we brought to all we loved

Don't tell them of the bitter, the hardened bits of steel
Don't tell them of the battered, the shattered common will
Just tell them we're in bussiness, but nothing's to be done
Don't tell them what you're up to -it takes out all the fun

Don't tell them that we're bleeding, swallowing 'till we choke
Don't tell them we can't laugh now with our own killing joke
Just smile and tell them nothing -the talk is for the gun
But if they ever ask you -do tell them it was fun.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

There's some sun on your pillow.

Είσαι σε μέρη με τα οποία δεν έχεις επαφή. Μέρη με απέραντα λιβάδια και μακρινές οροσειρές στον ορίζοντα, με μειονότητες που είναι ξανθοί γαλανομάτηδες και κοντοί μελαμψοί μαυρομάλληδες, με μια ποιότητα στο κρύο που δεν έχεις ξανανοιώσει και περιέργως με μυρωδιές στον αέρα που δεν είναι κυκλικοί υδρογονάνθρακες και μονοξείδιο. Είσαι εσύ και ένα βρεγμένο τζάμι λεωφορείου που σου κάνει ξενάγηση σε όλα όσα δε θα καταλάβεις ποτέ πως δουλεύουν και πως επιζούν χωρίς να ξέρουν πως δουλεύεις εσύ.

Σταματάς μέσα στη μέση του πουθενά, κάτω από τον μουντό ουρανό και μέσα σε μια ελαφρά πάχνη. Και είσαι εσύ, η όμορφη ερημιά που δίνει ζωή σε πράγματα που δεν είσαι και ένα παγκάκι. Και παραξενεύεσαι που ανεβαίνουν άνθρωποι από εκεί, παραξενεύεσαι που είναι φυσιολογικό να σταματάει κανείς σε μια έρημο από χορτάρι και σπαρτά χωρίς ίχνος πέτρας, τσιμέντου και σκεπής ως εκεί που φτάνει το μάτι και να βρίσκει κάποιους να τον περιμένουν. Από που ήρθαν αυτοί;

Περνάς μέσα από χωριά που δεν ήξερες πως υπήρχαν. Βλέπεις τρακτέρ αραδιασμένα στη σειρά, μικρά μπακάλικα με ξένα ονόματα γραμμένα στη γλώσσα σου, πλατείες που δεν έχουν παιδιά και που δεν μπορείς να φανταστείς με παιδιά, σοκάκια που τιτλοφορούνται "Οδός Πλάτωνος" και αναρωτιέσαι, πόση σημασία έχει ο Πλάτωνας για όσους μένουν εκεί; Μιναρέδες και σταυροφόρα καμπαναριά, μαντήλες και φθηνές κοντές φούστες, μυστακοφόροι Μουσουλμάνοι και μαγκουροκρατώντες Χριστιανοί -και εσύ πίσω από το τζάμι, να βλέπεις, να ρουφάς, να κοιτάς, να κοιτάς σα μαλάκας πρωτευουσιάνος που η τρομακτική ποσότητα Ασυνήθιστου σε κάνει να αισθάνεσαι πως στην ουσία εσύ ήρθες από το χωριό σου στον πραγματικό κόσμο.

Κίτρινες διπλές γραμμές στην άσφαλτο -Εγνατία οδός, χτισμένη πάνω στον παλιό Ρωμαϊκό δρόμο, κάποτε από εδώ περνούσαν λεγεώνες. Και οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι ίσως κοιτούσαν τα απέραντα βοσκοτόπια και την απέραντη ευθεία οδό όπως οι Καρχηδόνιοι το Κολοσσαίο, μόνο που το δέος των δεύτερων ήταν πεπερασμένο.

Έχεις ξεχάσει το αεροπλάνο σου και το σπίτι σου, έχεις ξεχάσει τι άφησες πίσω σου και τι έχεις μπροστά σου, απλώς κοιτάς, κοιτάς και προσπαθείς να μαθαίνεις. Βλέπεις τα άσχημα γωνιακά καφενεία και τις ταμπέλες στα χαμηλά σπιτάκια: "Κρεοπωλείον Η Ειλικρίνεια" και κάτω από την ίδια στέγη, με μια μεσοτοιχία για σύνορο, ένα κουρείο. Σκέφτεσαι για άλλη μια φορά πως σου αρέσουν αυτά τα μέρη, θυμάσαι πως θες να πας στο Danzig γιατί είναι ένα απέραντο άσχημο ναυπηγείο, θυμάσαι πως η πιο έντονη ανάμνηση από τη Βαλτική ήταν εκείνο το bar που περίμενες την Ιφιγένεια να έρθει από τη Λιθουανία, εκεί που δεν ήξεραν πως να φτιάχνουν black russian και που κανείς δεν ήξερε Αγγλικά, παρά μόνο Λετονικά και Ρώσσικα και ήταν γεμάτο νταλικέρηδες και πουτάνες. Και προσπαθείς να φανταστείς τον εαυτό σου να κάθεται στα άσχημα γωνιακά καφενεία, να σταματάς με το αμάξι σε κάθε ένα από αυτά, σε κάθε μικροσκοπική καντίνα δίπλα στα δάση και τη μεγάλη Ρωμαϊκή οδό, σε κάθε άσχημο και καταφρονημένο μέρος.

Και τρομάζεις λίγο με το πόσο εύκολα τα καταφέρνεις, τρομάζεις με το πόσο εύκολα μπορείς να φανταστείς πως ζεις εκεί, πως δυστυχείς εκεί, πως τελειώνεις χωρίς σημασία όπως και τώρα, αλλά χωρίς την εύκολη προσποίηση για το αντίθετο που σου προσφέρουν οι αστικές πολυτέλειες. Φαντάζεσαι εύκολα ψάθινα κρεββάτια, τρόικες και λασπωμένες μπότες, ενσωματώνεις το μυαλό σου στα βιβλία του Gogol και του Dostoevsky και ξεχνάς όλα όσα έχεις μάθει, τα ανταλλάζεις για λίγο για να νοιώσεις άλλη μια Νεκρή Ψυχή που έχει ως σίγουρο πεπρωμένο 2 χωράφια και μια Κατερίνα Ιβάνοβνα που ξέρει λίγα Τούρκικα και οι γονείς της είναι από μέρη που στους δρόμους δεν έχουν ονόματα.

Σε ξεβολεύει λίγο η συνειδητοποίηση πως ανάμεσα σε σένα και την φανταστική σου δυστυχία στέκει μόνο ένα τζάμι -όχι κάποιο ατσάλινο τοίχος, όχι κάποιο απόλυτο σκεπτικό, μόνο ένα τζάμι ενυδρείου που σε αφήνει να κοιτάς την δυστυχία μιας αλλοτινής ζωής στα μάτια ενώ σου χαμογελά το μεγαλειώδες χαμόγελό της, ενώ τυφλώνεσαι από το μεγαλείο ενός χαμού που σου θυμίζει κάτι που δεν έζησες, που σου θυμίζει πως συμπονάς και συμπονάσαι με μια απάνθρωπη φυσικότητα. Ακουμπάς το χέρι σου στο τζάμι, καθαρίζεις τους υδρατμούς από την αναπνοή σου, για να μη χάσεις στιγμή, να μη χάσεις ούτε ανάσα από την νεκρή φύση που ζωγραφίζεται απ' έξω και σε πιάνει μια τρελή λαχτάρα να κατέβεις, να κατέβεις από το λεωφορείο, να ζήσεις όλο αυτό το θάνατο που είναι η ζωή έξω από το σπίτι σου με την αυτόνομη θέρμανση, να κατέβεις και να κάτσεις δίπλα στο ερημικό εικονοστάσι και να κάψεις λεφτά και ταυτότητες για να απελπιστείς, να απελπιστείς και να νοιώσεις μόνος και βορά των απέραντων τοπίων. Εύχεσαι να μπορούσες να ανέβεις σε κάποιο λοφίσκο για να δεις καλύτερα τη χερσαία θάλασσα γύρω σου, να δεις τα σύννεφα στα μακρινά βουνά και τις μεγάλες λασπολίμνες μέσα στα ρουμάνια, να δεις την ερημιά και να νοιώσεις λίγο πόσο άνθρωπος είσαι χωρίς ζεστό αέρα στα πνευμόνια σου, με δάκρυα από τον άνεμο και με τίποτα, τίποτα απολύτως να πιστέψεις, να ποντάρεις, να καβατζωθείς. Θες να νοιώσεις την απέραντη δυστυχία του να είσαι το μηδέν στο πουθενά, να περπατήσεις μέχρι το άσχημο γωνιακό καφενείο και να δεις κάποιον που σταμάτησε με το αμάξι για να πει πως είχε κάτσει κάποτε σε ένα ερημικό καφενείο και να γελάσεις, να γελάσεις άγρια με τον αστείο τύπο με το aircondition στο αμάξι και τα κατοστάευρα στην τσέπη που νομίζει πως έχει καταλάβει το παραμικρό από την λαμπερή βία της απομόνωσης.

Καθαρίζεις το τζάμι, θέλεις να κατέβεις, δεν υπάρχουν αεροπλάνα στον κόσμο που χάθηκες, δεν υπάρχουν ζεστές αγκαλιές να γυρίσεις γιατί δεν ξεκίνησες από πουθενά, θέλεις απλώς να κατέβεις, θες να περάσεις από τη μια μεριά του τζαμιού στην άλλη, θες να βγεις από το ενυδρείο στον ωκεανό και να τρομάζεις τα χρυσόψαρα που σε βλέπουν από τις θέσεις τους, να σκέφτονται, "Θεέ μου, ευτυχώς που σε λίγο θα πάρω το αεροπλάνο, ευτυχώς που δεν είμαι αυτός, ευτυχώς που ένα παγκάκι μέσα στην ψυχοβόρο έρημο του κόσμου δεν είναι το μόνο σπίτι που έχω". Θες να κατέβεις, θες να κατέβεις -λίγο πριν συνειδητοποιήσεις πως τώρα έχεις καταλάβει από που ήρθαν αυτοί που ανέβηκαν πριν λίγο- θες να κατέβεις, γιατί τώρα ξέρεις πόση σημασία έχει ο Πλάτωνας εδώ, θες να κατέβεις και να μην βλέπεις ονόματα στους δρόμους, θες να κατέβεις και να βλέπεις τις λεγεώνες να περνούν, να πηγαίνουν προς τα ονειροδρόμιά τους σε σχηματισμό χελώνας με 120 χλμ/ώρα στην αριστερή λωρίδα της μεγάλης Ρωμαϊκής οδού -και να αναρωτιέσαι, που πάνε όλοι αυτοί;