Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

There's some sun on your pillow.

Είσαι σε μέρη με τα οποία δεν έχεις επαφή. Μέρη με απέραντα λιβάδια και μακρινές οροσειρές στον ορίζοντα, με μειονότητες που είναι ξανθοί γαλανομάτηδες και κοντοί μελαμψοί μαυρομάλληδες, με μια ποιότητα στο κρύο που δεν έχεις ξανανοιώσει και περιέργως με μυρωδιές στον αέρα που δεν είναι κυκλικοί υδρογονάνθρακες και μονοξείδιο. Είσαι εσύ και ένα βρεγμένο τζάμι λεωφορείου που σου κάνει ξενάγηση σε όλα όσα δε θα καταλάβεις ποτέ πως δουλεύουν και πως επιζούν χωρίς να ξέρουν πως δουλεύεις εσύ.

Σταματάς μέσα στη μέση του πουθενά, κάτω από τον μουντό ουρανό και μέσα σε μια ελαφρά πάχνη. Και είσαι εσύ, η όμορφη ερημιά που δίνει ζωή σε πράγματα που δεν είσαι και ένα παγκάκι. Και παραξενεύεσαι που ανεβαίνουν άνθρωποι από εκεί, παραξενεύεσαι που είναι φυσιολογικό να σταματάει κανείς σε μια έρημο από χορτάρι και σπαρτά χωρίς ίχνος πέτρας, τσιμέντου και σκεπής ως εκεί που φτάνει το μάτι και να βρίσκει κάποιους να τον περιμένουν. Από που ήρθαν αυτοί;

Περνάς μέσα από χωριά που δεν ήξερες πως υπήρχαν. Βλέπεις τρακτέρ αραδιασμένα στη σειρά, μικρά μπακάλικα με ξένα ονόματα γραμμένα στη γλώσσα σου, πλατείες που δεν έχουν παιδιά και που δεν μπορείς να φανταστείς με παιδιά, σοκάκια που τιτλοφορούνται "Οδός Πλάτωνος" και αναρωτιέσαι, πόση σημασία έχει ο Πλάτωνας για όσους μένουν εκεί; Μιναρέδες και σταυροφόρα καμπαναριά, μαντήλες και φθηνές κοντές φούστες, μυστακοφόροι Μουσουλμάνοι και μαγκουροκρατώντες Χριστιανοί -και εσύ πίσω από το τζάμι, να βλέπεις, να ρουφάς, να κοιτάς, να κοιτάς σα μαλάκας πρωτευουσιάνος που η τρομακτική ποσότητα Ασυνήθιστου σε κάνει να αισθάνεσαι πως στην ουσία εσύ ήρθες από το χωριό σου στον πραγματικό κόσμο.

Κίτρινες διπλές γραμμές στην άσφαλτο -Εγνατία οδός, χτισμένη πάνω στον παλιό Ρωμαϊκό δρόμο, κάποτε από εδώ περνούσαν λεγεώνες. Και οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι ίσως κοιτούσαν τα απέραντα βοσκοτόπια και την απέραντη ευθεία οδό όπως οι Καρχηδόνιοι το Κολοσσαίο, μόνο που το δέος των δεύτερων ήταν πεπερασμένο.

Έχεις ξεχάσει το αεροπλάνο σου και το σπίτι σου, έχεις ξεχάσει τι άφησες πίσω σου και τι έχεις μπροστά σου, απλώς κοιτάς, κοιτάς και προσπαθείς να μαθαίνεις. Βλέπεις τα άσχημα γωνιακά καφενεία και τις ταμπέλες στα χαμηλά σπιτάκια: "Κρεοπωλείον Η Ειλικρίνεια" και κάτω από την ίδια στέγη, με μια μεσοτοιχία για σύνορο, ένα κουρείο. Σκέφτεσαι για άλλη μια φορά πως σου αρέσουν αυτά τα μέρη, θυμάσαι πως θες να πας στο Danzig γιατί είναι ένα απέραντο άσχημο ναυπηγείο, θυμάσαι πως η πιο έντονη ανάμνηση από τη Βαλτική ήταν εκείνο το bar που περίμενες την Ιφιγένεια να έρθει από τη Λιθουανία, εκεί που δεν ήξεραν πως να φτιάχνουν black russian και που κανείς δεν ήξερε Αγγλικά, παρά μόνο Λετονικά και Ρώσσικα και ήταν γεμάτο νταλικέρηδες και πουτάνες. Και προσπαθείς να φανταστείς τον εαυτό σου να κάθεται στα άσχημα γωνιακά καφενεία, να σταματάς με το αμάξι σε κάθε ένα από αυτά, σε κάθε μικροσκοπική καντίνα δίπλα στα δάση και τη μεγάλη Ρωμαϊκή οδό, σε κάθε άσχημο και καταφρονημένο μέρος.

Και τρομάζεις λίγο με το πόσο εύκολα τα καταφέρνεις, τρομάζεις με το πόσο εύκολα μπορείς να φανταστείς πως ζεις εκεί, πως δυστυχείς εκεί, πως τελειώνεις χωρίς σημασία όπως και τώρα, αλλά χωρίς την εύκολη προσποίηση για το αντίθετο που σου προσφέρουν οι αστικές πολυτέλειες. Φαντάζεσαι εύκολα ψάθινα κρεββάτια, τρόικες και λασπωμένες μπότες, ενσωματώνεις το μυαλό σου στα βιβλία του Gogol και του Dostoevsky και ξεχνάς όλα όσα έχεις μάθει, τα ανταλλάζεις για λίγο για να νοιώσεις άλλη μια Νεκρή Ψυχή που έχει ως σίγουρο πεπρωμένο 2 χωράφια και μια Κατερίνα Ιβάνοβνα που ξέρει λίγα Τούρκικα και οι γονείς της είναι από μέρη που στους δρόμους δεν έχουν ονόματα.

Σε ξεβολεύει λίγο η συνειδητοποίηση πως ανάμεσα σε σένα και την φανταστική σου δυστυχία στέκει μόνο ένα τζάμι -όχι κάποιο ατσάλινο τοίχος, όχι κάποιο απόλυτο σκεπτικό, μόνο ένα τζάμι ενυδρείου που σε αφήνει να κοιτάς την δυστυχία μιας αλλοτινής ζωής στα μάτια ενώ σου χαμογελά το μεγαλειώδες χαμόγελό της, ενώ τυφλώνεσαι από το μεγαλείο ενός χαμού που σου θυμίζει κάτι που δεν έζησες, που σου θυμίζει πως συμπονάς και συμπονάσαι με μια απάνθρωπη φυσικότητα. Ακουμπάς το χέρι σου στο τζάμι, καθαρίζεις τους υδρατμούς από την αναπνοή σου, για να μη χάσεις στιγμή, να μη χάσεις ούτε ανάσα από την νεκρή φύση που ζωγραφίζεται απ' έξω και σε πιάνει μια τρελή λαχτάρα να κατέβεις, να κατέβεις από το λεωφορείο, να ζήσεις όλο αυτό το θάνατο που είναι η ζωή έξω από το σπίτι σου με την αυτόνομη θέρμανση, να κατέβεις και να κάτσεις δίπλα στο ερημικό εικονοστάσι και να κάψεις λεφτά και ταυτότητες για να απελπιστείς, να απελπιστείς και να νοιώσεις μόνος και βορά των απέραντων τοπίων. Εύχεσαι να μπορούσες να ανέβεις σε κάποιο λοφίσκο για να δεις καλύτερα τη χερσαία θάλασσα γύρω σου, να δεις τα σύννεφα στα μακρινά βουνά και τις μεγάλες λασπολίμνες μέσα στα ρουμάνια, να δεις την ερημιά και να νοιώσεις λίγο πόσο άνθρωπος είσαι χωρίς ζεστό αέρα στα πνευμόνια σου, με δάκρυα από τον άνεμο και με τίποτα, τίποτα απολύτως να πιστέψεις, να ποντάρεις, να καβατζωθείς. Θες να νοιώσεις την απέραντη δυστυχία του να είσαι το μηδέν στο πουθενά, να περπατήσεις μέχρι το άσχημο γωνιακό καφενείο και να δεις κάποιον που σταμάτησε με το αμάξι για να πει πως είχε κάτσει κάποτε σε ένα ερημικό καφενείο και να γελάσεις, να γελάσεις άγρια με τον αστείο τύπο με το aircondition στο αμάξι και τα κατοστάευρα στην τσέπη που νομίζει πως έχει καταλάβει το παραμικρό από την λαμπερή βία της απομόνωσης.

Καθαρίζεις το τζάμι, θέλεις να κατέβεις, δεν υπάρχουν αεροπλάνα στον κόσμο που χάθηκες, δεν υπάρχουν ζεστές αγκαλιές να γυρίσεις γιατί δεν ξεκίνησες από πουθενά, θέλεις απλώς να κατέβεις, θες να περάσεις από τη μια μεριά του τζαμιού στην άλλη, θες να βγεις από το ενυδρείο στον ωκεανό και να τρομάζεις τα χρυσόψαρα που σε βλέπουν από τις θέσεις τους, να σκέφτονται, "Θεέ μου, ευτυχώς που σε λίγο θα πάρω το αεροπλάνο, ευτυχώς που δεν είμαι αυτός, ευτυχώς που ένα παγκάκι μέσα στην ψυχοβόρο έρημο του κόσμου δεν είναι το μόνο σπίτι που έχω". Θες να κατέβεις, θες να κατέβεις -λίγο πριν συνειδητοποιήσεις πως τώρα έχεις καταλάβει από που ήρθαν αυτοί που ανέβηκαν πριν λίγο- θες να κατέβεις, γιατί τώρα ξέρεις πόση σημασία έχει ο Πλάτωνας εδώ, θες να κατέβεις και να μην βλέπεις ονόματα στους δρόμους, θες να κατέβεις και να βλέπεις τις λεγεώνες να περνούν, να πηγαίνουν προς τα ονειροδρόμιά τους σε σχηματισμό χελώνας με 120 χλμ/ώρα στην αριστερή λωρίδα της μεγάλης Ρωμαϊκής οδού -και να αναρωτιέσαι, που πάνε όλοι αυτοί;

1 σχόλιο: