Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Γιαγιά με καροτσάκι: 20 πόντοι.



Όταν ήμουν μικρός, ήμουν σαν τα περισσότερα αγοράκια -ή έστω είχαμε αρκετά κοινά. Μου άρεσαν πολύ οι δεινόσαυροι -είχα αποστηθίσει τα ονόματα και τις διαστάσεις όλων των γνωστών -ως τότε- ειδών. Μου άρεσαν τα μαχητικά αεροσκάφη -μπορούσα να αναγνωρίσω οποιοδήποτε τέτοιο μόνο από τη σκιά του, ακόμα και αν την έριχνε πλάγια. Μου άρεσε οτιδήποτε εμπεριείχε πόλεμο, στρατιώτες, ιππότες (αν και αντιπαθούσα τους καουμπόηδες) και γενικά, πράγματα που σκότωναν. Ξεκίνησα να διαβάζω την ιστορία του 2ου παγκοσμίου πολέμου όταν ήμουν 8 χρονών και είχα την πρώτη μου επαφή με την υποατομική φυσική στην 4η δημοτικού για να δω πως δουλεύει μια βόμβα υδρογόνου. Μου άρεσαν τα γλυκά, το κρέας, τα νεροπίστολα, τέτοια πράγματα. Και αν εξαιρέσει κανείς τους δεινόσαυρους, όλα τα υπόλοιπα συνεχίζουν να με έλκουν, συμπεριλαμβανομένων των νεροπίστολων.

Ένα πράγμα δε μου έκανε ποτέ εντύπωση, τόσο στην παιδική όσο και στην εφηβική μου ηλικία. Τα αυτοκίνητα.

Μικρός είχα φροντίσει φυσικά να μάθω ποιο σήμα αντιστοιχούσε σε ποια μάρκα και ήξερα να αλλάζω ταχύτητες, αλλά ως εκεί. Ποτέ δεν κόλλησα ιδιαίτερα με κάποιο racing game (εξαιρουμένου του RoadRash αλλά εκεί έπεφτε βρωμόξυλο) και ποτέ δεν κόλλησα καμία αφίσα κάποιας κίτρινης Diablo (η Murcielago ήρθε πολύ μετά) στο δωμάτιό μου. Οι μοναδικές στιγμές που ένοιωσα να αγαπάω κάποιο αυτοκίνητο ήταν όταν είδα το Lada του πατέρα μου να βγαίνει από λακούβες σε βουνά, δίπλα από κολλημένα τζιπ, όταν αντίκρυσα πρώτη φορά Saab (το κεφάλι μου έφτανε μόλις μερικούς πόντους πάνω από το καπώ, πράγμα που έκανε το τελευταίο να φαντάζει σαν θάλασσα λαμπρού αλουμινίου) και όταν πέρασα τις σήραγγες του Μαλιακού με το πιστό μου ZX. Και ως εκεί. Αγάπησα δύο πρακτικά και παλιά αυτοκίνητα και εντυπωσιάστηκα, μικρούλης, από ένα πολυτελείας.

Σήμερα, μετά από σερί ταινιών με υπερήρωες μετά μπυροποσίας, ήταν η σειρά να δω το Iron Man. Και εκεί είδα το Audi R8.



Δεν είναι ο κινητήρας 4+ λίτρων ή τα 420 άλογα.
Ούτε αυτός των 5+ με τα 525 άλογα.
Δεν είναι τα 300 και 317 χλμ/ώρα τελικής αντίστοιχα.
Ούτε η μόνιμη τετρακίνηση.

Δεν ξέρω τι σκατά είναι.
Και υπάρχουν 126.000 λόγοι να μη μάθω ποτέ.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

The fun that humans are.



All the years gathered here, in skin versus skin



of fingers tenderly outstretched towards all vibrancy



all the pretty folly of mindlessness we faintly recall



that made room for knowledge and wisdom and change



that made room in our palms for each other



while thrusting us forward to the building of worlds



whose innocence and joy, our own hurt should guarantee



and the days of plenty are being auditioned already



and the monuments raised -a humble request for credits



of the blissful world we strive to bring about



and of its thunderous celebration of completion



and the dominion of balance over this shining jewel, Gaia



when we will cherish the fruits so abundantly gifted to us



and the domain of mankind as the domain of calm



when riches shall be regarded as an obsolete triumph



and our triumphs will be simpler in form



but so much more in essence.

36.6



Καλωσορίζοντας τους παλιούς παρόντες
Που είχαν χαθεί στην επιφάνεια των βλεφάρων
Στους ωκεανούς πίσω απ' την πλάτη μας
Και την ευθεία των χειλιών.

Ο έρωτας, μας λένε διαλεκτικά
Γεννιέται στα νοσοκομεία
Είναι απ' αυτά για αυτά
Ένας αυτοσκοπός αισθητικής καραντίνας
Που ευγενέστατα περιορίζεται
Για να αφήσει χώρο στα δευτερόλεπτα
Που δεν ανέχονται να ξοδεύονται
Στα απλά και στα όμορφα.

Καλωσορίζοντας τους παλιούς παρόντες
Ενθυμούμενοι ακόμα το όνομα του λάθους
Αφήνουμε τον ανήμπορο κόσμο παγιδευμένο
Με τους συμπαγείς πυρηνικούς εαυτούς μας
Και δίχως ελαφρυντικά ή παραδοχές
Πυροβολούμε νεογέννητους λυγμούς
Εξ' επαφής.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Gone with the blastwave.



Αγαπημένο post-apocalyptic webcomic που έχει να ανανεωθεί ζαμάνια.
Τσεκ.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

The simple task of absolution.



Τραβά μια αργή ρουφηξιά κοιτώντας το κενό. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα, ανυπομονώντας ασυνείδητα για το τέλος της παύσης που σηματοδοτείται από την εκπνοή. Σκέφτομαι πρόχειρα πως "κάθε πράγμα έτσι τελειώνει". Μα η εκπνοή δεν έρχεται.

Τον κοιτάω ενώ κοιτάει το κενό ενώ τον κοιτάω ενώ δε βλέπει τίποτα ή τα βλέπει όλα, δεν ξέρω, δεν εκπνέει όμως και εκνευρίζομαι και ασφυκτιώ και είμαι έτοιμος να βλασφημήσω τη στιγμή, να τη χαλάσω, να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου τέλος πάντων και νοιώθω τον αργό δισταγμό να γίνεται τρέμουλο στο κεφάλι μου, νοιώθω τις άκρες του σώματός μου, αντιλαμβάνομαι, ναι, αντιλαμβάνομαι το μακρόσυρτο νευρικό σινιάλο να κατεβαίνει τη ράχη μου, να περνάει από τους ώμους μου, να γλυκοφιλά τη βασιλική μου φλέβα, κουνήσου, εκπνοή, πρόλαβέ με ρε, οι αρθρώσεις των δακτύλων μου τρίζουν σε μοριακό επίπεδο, τέλειωσέ το πριν-

Κουνάω το χέρι μου και το φέρνω στο πρόσωπό μου. Πιέζω απαλά τα μάτια μου ή τη βάση της μύτης, ξέρω 'γω, με τον δείκτη και τον αντίχειρα. Όταν τα βλέφαρα ξανανοίγουν, βλέπω τον καπνό στον αέρα.

Θα τον σκοτώσω τον γαμ-

-Τους είδες;

Τι λέει;

-Τι λες;

-Την παρέα που καθόταν έξω. Τους είδες;

-Ναι.

Δε μιλάει. Κάνει άλλη μια τζούρα και βασανίζοντάς την και αυτή, κουνάει το χέρι του σε μια χειρονομία που θέλει να υποδηλώσει πως προσπαθεί να βρει τα λόγια. Δεν βοηθάω, δεν μπορώ, δε θέλω, δε θυμάμαι, όλα μαζί, το χέρι κουνιέται, η τζούρα δε φεύγει, επιμένει και ξαφνικά το χέρι πέφτει άτονο και απελπισμένο κάτω. Η εκπνοή είναι της άδοξης φύσης.

Τα χείλη του ανοίγουν διστακτικά και ξανακλείνουν.

Εν τέλει γυρνά ελαφρά προς τα μένα, χωρίς να με κοιτά και τα λόγια βρίσκουν τον εαυτό τους.

-Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

-Ποιοι.

-Όλοι. Αυτοί.

Γυρνά και με κοιτά με ένα βλέμμα σχετικής αγωνίας.

Μορφάζω προσποιούμενος πως το σκέφτομαι.

-Δεν έχει σημασία.

Με κοιτά με παραίτηση.

-Αυτό μόνο;

-Ναι. Δεν έχει σημασία.

Σβήνει το τσιγάρο. Και ξαφνικά ακούω τζαμαρίες στο κεφάλι μου να σπάνε. Και με ακούω να ουρλιάζω.

-Δεν έχει σημασία γιατί όλο αυτό, όλοι αυτοί, όλα, είναι δομημένα πάνω στην ασημαντότητα. Γιατί σημασία έχουν τα πράγματα μόνο όταν τους τη δίνεις και κανένα πράγμα ποτέ, έμβιο ή μη δεν απέκτησε σημασία από μόνο του. Το χρήμα, η ζωή, το οξυγόνο, τίποτα. Και αυτός ο κοντοκουρεμένος με το μπλε πουκάμισο που φιλούσε την διπλανή, θα πεθάνει, αυτός και αυτή και οι επόμενοι που θα κάτσουν εκεί, και οι μεθεπόμενοι και όλοι, όλοι όσοι κάτσουν εκεί θα πεθάνουν, όποιος κάθεται εκεί πεθαίνει, δε το ξέρεις; Δεν πρεφάρεις; Όποιος πίνει καφέ πεθαίνει, όποιος πίνει χυμό πεθαίνει, όποιος φοράει γυαλιά ηλίου πεθαίνει, όποιος βγάζει φωτογραφίες τη θάλασσα με κόντρα τον ήλιο πεθαίνει, όλοι. Ό,τι αγαπιέται πεθαίνει, ό,τι περνάει στο ντούκου πεθαίνει -και εκεί εξισώνονται, εκεί ακροβατούν στην ανεπηρρέαστη από τις ανθρώπινες επιθυμίες σημασία: τη μηδενική. Όλα, όλα πεθαίνουν, ό,τι γερνάει ή δεν προλαβαίνει, ό,τι γεννιέται και ό,τι φτιάχνεται, όλα πεθαίνουν, ο τύπος με το μπλε πουκάμισο και εσύ και ο ήλιος και το σπουργίτι πάνω στην τέντα του περιπτέρου, όλα. Και δε μένει τίποτα, κανείς δεν ξέρει τίποτα, αλλά προσπαθούν, όσοι δε θέλουν να πεθάνουν προσπαθούν να αφήσουν πίσω τους διάφορα και όσοι δε μπορούν, μιλάνε γι' αυτούς που άφησαν και πάει λέγοντας το παραμύθι. Είναι ένα παιδάκι σε ένα σπίτι που καίγεται και πάει και λέει στην πανικόβλητη μάνα του "μαμά, κοίτα, ζωγράφισα ένα γατάκι". Και η μάνα του το κοιτάει και του λέει "εδώ καίγεται το σπίτι Χρηστάκη και εσύ μου μιλάς για γατάκια;" ή κάτι παρεμφερές. Ο Ναπολέοντας κι ο Χίτλερ ζωγράφιζαν γατάκια σε έναν κόσμο που καίγεται -όχι σε 12 ή 24 ώρες, αλλά κάποτε. Κάποτε. Και ελπίζω να είναι σύντομα γιατί έχω βαρεθεί να περιμένω πότε θα εκπνεύσει τελικά ο γαμημένος μύθος της σημασίας και της σημασίας της σημασίας και τέτοιων νεκροβόρων αντιμηδενιστικών ανούσιων φιλοσοφιών.

Παίρνω το χέρι μου από το πρόσωπό μου. Όταν τα βλέφαρα ξανανοίγουν, βλέπω τον καπνό στον αέρα.

-Τους είδες;

-Τι λες;

-Την παρέα που καθόταν έξω. Τους είδες;

-Ναι.

Χειρονομεί προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια.
Τον διακόπτω.

-Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

Με κοιτάει με απορία.

-Τι;

-Τι θα ρωτούσες;

-Αυτόν με το γαλάζιο πουκάμισο....

-Τον είδα.

-Πως γαμάει αυτός ο φλούφλης αυτή τη γκομενάρα ρε φίλε.

Βλεφαρίζω λίγο στο κενό αέρος του κεφαλιού μου.

Τώρα τι να του πω; "Δεν έχει σημασία";

-Έλα ντε.

-Γιατί ρε μαλάκα, το άλλο; Δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ πως γίνεται τόσος κόσμος, και γνωστοί μας ε, η Σούλα, ο Τάκης, ο Αλέξανδρος, ακόμα και η Βάλια να μπορούν να... ... ... .. .. . . . . .

Και 'γω, μην ακούγοντας άλλα ονόματα από το παραμύθι, αναρωτιέμαι.

Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Αφορισμός #26



Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Τελειώνουν.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Atlantic.



Μου λείπεις με έναν τρόπο που είχα ξεχάσει
Που αμφίδρομα αδικεί τις θύμισες και το παρόν
Και που εγείρει πλαγιασμένες εικόνες
Από ωκεανούς, φούχτες μ' αέρα
Και φωτισμένες από φωτιά παλάμες
Από ραντεβού που περιμένεις να ανακληθούν
Τη στιγμή που θα ξυπνήσεις.

Είναι αμβλεία η μοναξιά σήμερα όπως τότε
Μα χωρίς το πικρό και οικείο χαμόγελο
Της απέλπιδης θέλησης.
Είναι μάλλον η μνήμη, των βημάτων σου εδώ
Των κεριών κι ενός ονείρου από σεντόνια
Των πρώτων δακρύων και πρώτων χαμών
Όταν απ' την κορυφή του μαινόμενου κύματος
Τα δάχτυλά μου έφταναν τη μικρή σου παλάμη.

Σε περιμένω χωρίς να ελπίζω πως θα σε δω
Και της προσμονής η αγωνία είναι μόνο
Σαν τη φορά που ντύνεται κάποιος κομψά
Για να κάνει πιο μεγάλη εντύπωση
Καθώς ο κόσμος θα τον κοιτά να περιμένει
Κάποιον που ήταν εξ' αρχής φανερό
Πως δε θα 'ρθει.

Εσύ όμως, βιάσου.