Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Αφορισμός #22



Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να μην λείψει ποτέ ξανά κάτι.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

For the love of the End.



This story goes as any other story's gone already
There's really no pioneering anymore it seems
This story has an ending, that much is certain
And the beginning, well, is not that much of use
Or could it somehow aid us to portend
The mystic signs and secret sighs
Towards that loved End?

This story winds through all our knowledge
And swindles of our wisdom one small bit
This story is a story fit for parties, I daresay
And its beginning, well, it tends to bend the lips
Of those senile enough to comprehend
Its mystic joys and secret aches
That build towards the End.

This story really makes no difference, that's for sure
It doesn't change or end or save the world in any way
This story is a story mainly mortal -as everything is, really
And its beginning, is sometimes wise to reconsider
Or so I'm told, by those who used to apprehend
Such mystic wars and secret wounds
Against and by the End.

You see, this story is but words and gestures and expression
It doesn't reach at all the nether regions of one's mind
This is a story mainly to kill time -a fairietale for grownups
And its beginning, does indeed achieve such righteous kills
Or so is my belief, in its weak vigour to defend
Such mystic hunts and secret gains
Against a futile End.

But that tale told, I have not only sang in tuneless words
It doesn't end where do the broken boundaries of lips
This is a story firstly savored and then shared
And its beginning, endless and vast, can never change
And what is changeless is not mortal nor depends
On mystic thoughts and secret fears
Or on receding Ends.

And though the story is but words and dust and shadows
And all that syllables and verbs and nouns may claim, is air
And can be fought against, with different words or silence
Its bright beginning shall not fall, not to the blowing of winds
Deaf to the false and simple belief it needs to be mended
With mystic cold and secret void
Stands never to be Ended.

This story is the weakest shade of one red blazing Sun
And all the ether words are blown away in crimson heat
And though they cool the hearts and cloud the minds of swords
They falter weak before the vast and endless pyre of a beginning
Careless of whence winds blow or what small words pretend
For mystic selves or secret foes
Can't bring it to an End.

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

A Whiter Shade Of Pale.



Με οδηγό την ειλικρίνεια των μησυναισθημάτων και μπούσουλα το ρυθμό τσεκαρίσματος των απανταχού απόντων, παρόντων και ενδιαμέσων καταστάσεων blog -και αποφεύγοντας να πρωτοτυπήσουμε με την ενθρόνιση οποιασδήποτε κακομοίρας ψυχής που ανανεώνει τη σούμα των καλλιγραφικών τους τακτικά, συχνά και δίχως suspence, χαιρετίζουμε την Konstantja που ξεπροβάλλει από την περιστρεφόμενη πόρτα της εισόδου.

Κλαπ-κλαπ κτλ.

Σιχτίρια.



Κάπου, στην υπέροχη πόλη που χιλιετίες τώρα είναι γνωστή ως Αθήνα, υπάρχει ένα μεγάλο γκρι κτίριο με την επωνυμία Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Αλεξάνδρα". Στο ισόγειο αυτού του γκρι κτιρίου, υπάρχουν τα προσφάτως ανακαινισμένα εξωτερικά ιατρεία. Σε αυτά τα ιατρεία, χρωστούσα -και χρωστάω ακόμα- ένα συμπληρωματικό πεντάωρο εργαστήριο για να φύγει επιτέλους το γαμημένο εξάμηνο από τη μέση και για πολύ καιρό να σαπίσω κάνοντας κάτι πιο προσοδοφόρο, πνευματικά και υλιστικά.

Αυτό το συμπληρωματικό εργαστήριο -ξέρω, δε σας νοιάζει, μα πρέπει κάπου να τα πω και τα λέω στο μόνο μέρος που δε με βάζει σε πειρασμό να σκοτώσω- σκόπευα να το κάνω καιρό τώρα, μα μία οι απεργίες, μία το ότι καιγόταν η υπέροχη πόλη των πολλών χιλιετηρίδων, μια το ότι το έσκασα πριν κάνα 20ήμερο για την εξωτική Δανία, το εργαστήριο δεν έγινε. Και σαν από μηχανής θεός, έρχεται αυτή η βδομάδα που διανύεται τη στιγμή που γράφεται το ποστ, ως η εβδομάδα παράτασης εξαμήνου. Γυρίζω χθες και 'γω ο αεροπλανάτος, ξυπνάω σήμερα το μαύρο χάραμα, ξαναβλέπω ιδίοις όμμασι το ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ, ΓΗΕΑΧ και πάω στο Αλεξάνδρα και φυσικά είμαι εγώ και τα ντουβάρια. "Γιατί φυσικά" θα μου πείτε και εγώ θα σας πω "έλα ντε, απλώς τώρα μου φαίνεται φοβερά λογικό". Δε χάνω την πίστη μου όμως, εκ τυπικώς λειτουργούσης Ευρώπης ερχόμενος, σκέφτομαι πως "μια βδομάδα είπανε, Τετάρτη είναι, αποκλείεται να κάνω λάθος". Φυσικά έκανα, μα κάθομαι με την καφεδάρα μου και κάτι κιτρινόφιλτρα Prince με αλαμπουρνέζικα στο πακέτο και περιμένω. Ο μαλάκας, περιμένω.

Περιμένω.

Ακόμα περιμένω.

Ξαφνικά, μπαίνει μια κυράτσα μέσα, μου λέει έλα στις αιμοληψίες. Τι να κάνω στις αιμοληψίες. Τι κάνουν στις αιμοληψίες, μου λέει (ειρωνικά ντε) αυτή. Μα, της λέω, εγώ είμαι στα εξωτερικά. Συμπληρωματικό. Τελευταία μέρα. Δε με ξαναβλέπετε. Γι' αυτό, μου λέει, έλα να σε χορτάσουμε. Ειρωνικό και αυτό. Δε γαμιέται λέω (από μέσα μου) μια τελευταία αγγαρεία είναι, ας πάω να μη βαριέμαι. Πόση δουλειά να έχουν στις αιμοληψίες στις μαύρες 8;

Πολλή.

Από εκεί που καθόμουν και έκοβα τις φλέβες μου, κατέληξα να τρυπάω τις ξένες. Φλέβες μεγάλων, φλέβες μικρών, φλέβες μεσαίων, με βελόνες, με πεταλούδες, με μύγες, με τρυπάνια, με καλαμάκια, όχι άλλες φλέβες, τι θα τις κάνουμε μωρέ τόσες φλέβες, φτάνει. Νισάφι. Και φυσικά μου ήρθαν 3-4 λευκοί αλλά επειδή είναι ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΑ ΣΗΜΕΡΑ, όλοι οι υπόλοιποι ήταν μαύροι. Και θα μου πεις τι σε πειράζει, βρωμάει το αίμα τους; Όχι καλέ μου αναγνώστη, απλώς δε φαίνονται οι φλέβες κάτω από την εξωτική τους επιδερμίδα. Ψαχούλευε ο μαλάκας χέρια μέσα στις ανύπαρκτες μονοψήφιες ώρες, μέσα στην κωλόζεστη του Ελληνικού χειμώνα, φλέβες, φλέβες παντού και να το αίμα, φιάλη-φιάλη, μπουκαλάκι-μπουκαλάκι, ΜΑ ΤΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟΣΟ ΑΙΜΑ, ΣΤΟ BLADE 4 ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ, πάρε αίμα, πάρε αίμα και εκεί που λέω πάει, δεν ήρθα στο νοσοκομείο, στην εφορία ήρθα, τσουπ, να σου ένα γκομενάκι γνωστό και μου το σκάει το παραμύθι πως άδικα περιμένω, η υπεύθυνη μας αποχαιρέτισε χθες γιατί τα συμπληρωματικά, τιμώντας το όνομά τους, συμπληρώθηκαν. Πως συμπληρώθηκαν μωρή μαούνα, εγώ τι είμαι, ο φτωχός συγγενής; Δεν ξέρω μου απαντά και μένω 'γω με την απορία.

Σηκώνομαι λοιπόν και φεύγω και τους στέλνω στο διάολο όλους και γύρισα σπίτι μου και πρέπει να προβάρω μια ομιλία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης για ένα δημοτικό και να κάνω χίλιες μόντες για να κλείσω ένα θέμα με γυναικολογικούς καρκίνους στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο και ΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΓΡΥΛΟΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

To bomb a City Hall.



Όταν ο κύριος Στραντόρης έκλεισε τα μάτια του το βράδυ της εικοστής εβδόμης Ιουλίου, του παρθενικού για την δεκαετία, έτους 1980, δεν ήξερε πως τα κλείνει για τελευταία φορά. Όπως κάθε άλλη νύχτα, είχε πλύνει προσεκτικά τα δόντια του, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον πρόσφατα ραγισμένο τραπεζίτη του, είχε πετάξει με μεθοδική απροσεξία τα ρούχα του στην καρέκλα στα πόδια του κρεββατιού και είχε πλαγιάσει στο μονό στρώμα και το μόνο που φώτιζε το μικρό και βολικό δωματιάκι που χρησίμευε ως κρεββατοκάμαρα, ήταν το λιγοστό φως που διεύφευγε από το λαμπρό κενό μέσα του δια μέσω των ματιών του.

Ένα περίεργο προαίσθημα, λίγο κακό, λίγο ανακουφιστικό και πολύ αμυδρό, γέμιζε το αδρανές μυαλουδάκι του κυρίου Στραντόρη το βράδυ εκείνο. Αρχικά υποψιάστηκε πως ήταν το γνωστό αυτό αίσθημα που έχει κανείς όταν αναλογίζεται πως η σημερινή μέρα, όντας Κυριακή, δε θα έπρεπε να είναι -έτσι είχε ακούσει- όπως οι υπόλοιπες πέντε εργάσιμες μέχρι την επόμενη Κυριακή και την επόμενη Κυριακή και την επόμενη Κυριακή, σκέψη διόλου φωτεινή ή χαρούμενη ή στερούμενη ρεαλισμού, μα μετά από λίγο, αφουγκραζόμενος λίγο καλύτερα το μεγαλοπρεπές Τίποτα ανάμεσα στ' αυτιά του, κατάλαβε πως οι δικές του νοητικές διεργασίες λίγη σχέση είχαν με αυτό το παράξενο αίσθημα. Προσπάθησε λοιπόν, αν και όχι με ιδιαίτερες ελπίδες, να ταυτοποιήσει την πηγή της περίεργης ψυχολογίας του.

Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε κάποιος στην ηλικία του κυρίου Στραντόρη, δεν ήταν η γυναικεία συντροφιά και πιο συγκεκριμένα, η απουσία αυτής. Ήταν το κοτόπουλο πανέ με το ρύζι που έφαγε πριν πέσει για ύπνο. Αναγνώριζε βέβαια πως ήταν λίγο επιπόλαιο εκ μέρους κάποιου να το κάνει αυτό, μα αυτή η αίσθηση περιπέτειας που είχε όταν έκανε αιφνιδιαστικές επιδρομές στο ψυγείο... Άσε που δεν είχε και ποτέ κανένα πρόβλημα με το στομάχι του, όχι επειδή το πρόσεχε, απλώς επειδή ήταν γερός οργανισμός. Θυμήθηκε πριν πολλά χρόνια, όταν ήταν ακόμα "στις δόξες του" όπως έλεγε, είχε καταφέρει και είχε φάει ολόκληρο ένα γουρουνόπουλο μετά από στοίχημα με τον Χρήστο και τον Θωμά, τους κολλητούς του.

Αναστέναξε λίγο στη θύμηση των προσώπων τους.

Η σκέψη του πέταξε στην έκφραση του Χρήστου, στο χλωμό του πρόσωπο, τα σφιγμένα χείλη και τα γκρίζα μαλλιά. Έμοιαζε σα να προσπαθούσε να ανταλλάξει τον εαυτό του με αυτόν του Θωμά, ο οποίος εξίσου καλά κουστουμαρισμένος και χτενισμένος, κείτονταν με κλειστά μάτια μέσα στην τελευταία του κλίνη. "Αν το καλοσκεφτείς, είναι λογικό" του 'χε πει μεθυσμένα ο Χρήστος, "αν κάποιος απ' τους τρεις μας είχε ένα λαμπρό μέλλον, ήταν αυτός. Οπότε, είναι λογικό, είναι λογικό, είναι λογικό..."

Ο κύριος Στραντόρης χαμογέλασε λυπημένα με την ανάμνηση του νευρικού τικ του παλιού του φίλου. Από τότε που έχασαν το Θωμά, ο Χρήστος είχε την τάση να επαναλαμβάνει τις τελευταίες του λέξεις σε μια πρόταση, με ένταση που έσβηνε σταδιακά ως τη σιωπή. Ένας γνωστός τους, ηχολήπτης, είχε πει πως δεν είχε καταφέρει να κάνει πιο ωραίο fade out στη ζωή του -ακόμα και ο Χρήστος είχε γελάσει "με τα χάλια του" όπως έλεγε και το γέλιο του σταματούσε δυνατό και ωραίο, χωρίς να σβήνει.

Το χαμόγελο του κυρίου Στραντόρη έσβησε αργά και αδειάζοντας στον αέρα μπαγιάτικη χαρά. Θυμήθηκε τον εαυτό του να ορμά στο δωμάτιο της εντατικής και να αντικρύζει έναν αιμόφυρτο Χρήστο με τη γυναίκα του από πάνω του. "Είχε πάει επίσκεψη στο Θωμά" του είπε η Έλενα μέσα σε λυγμούς "και είχε πιεί και σκόνταψε και έπεσε μπροστά στο φορτηγό". Ο κύριος Στραντόρης κοίταξε τον Χρήστο και κατάλαβε και χαμογέλασε και λιποθύμησε. Όταν τον συνέφεραν πρόλαβε τον Χρήστο ξύπνιο να κρατάει το χέρι της Έλενας και να επαναλαμβάνει το τέλος μιας πρότασης που τελείωνε "σ' αγαπάω". "Σ' αγαπάω, σ' αγαπάω, σ' αγαπάω..." ως τη σιωπή. Ο κύριος Στραντόρης πήρε αγκαλιά την Έλενα που έτρεμε από τα κλάμματα και το μόνο που κατάφερε να πει ήταν "αυτό δεν ήταν νευρικό τικ."

Ο κύριος Στραντόρης δεν ήταν ποτέ αρκετά μεγαλόψυχος άνθρωπος ώστε να μπορέσει να λυπηθεί τον εαυτό του. Λυπόταν όμως την Έλενα γιατί ήξερε πόσο πολύ αγαπούσε τον Χρήστο και πόσο ο Χρήστος αγαπούσε αυτήν. Ο κύριος Στραντόρης δεν είχε ποτέ μια Έλενα να τον αγαπάει και δεν ήταν βέβαιος αν είχε αγαπήσει ποτέ καμία και ο ίδιος. Μικρός, όταν όλα τα αγοράκια περικύκλωναν το alpha male αγοράκι που είχε κλέψει το Playboy από κάποιον περιπτερά και ξεφώνιζαν για το τι θα έκαναν σε αυτό το καλλίγραμμο θηλυκό αν ήταν εκεί -προσπαθώντας ταυτόχρονα να καταλάβουν τι σήμαιναν τα λόγια τους- ο κύριος Στραντόρης καθόταν παράμερα και φανταζόταν πως θα φρόντιζε ένα όμορφο θηλυκό, πως θα το στόλιζε και πως θα το αγαπούσε. Και προσπαθούσε και αυτός ο κακόμοιρος να καταλάβει τι σημαίνει να αγαπάς. Μισό αιώνα μετά, ακόμα δεν είχε καταφέρει να απαντήσει. Γι' αυτό, λυπόταν την Έλενα που είχε χάσει τον Χρήστο, γιατί είχε καταλήξει πως καλύτερα να μη βρεις αυτό που ψάχνεις, παρά να το βρεις και να το χάσεις. Και της έκανε παρέα και έβγαιναν μαζί και επισκέπτονταν μαζί τον Χρήστο και τον Θωμά και ο κύριος Στραντόρης ήταν πάντα στο πλάι της Έλενας όταν αυτή τον χρειαζόταν και την φρόντιζε όσο μπορούσε γιατί ήταν το κοντινότερο πράγμα στην αγάπη που μπορούσε να σκεφτεί. Μετά, η Έλενα ξαναπαντρεύτηκε και έκανε ένα κοριτσάκι και ήταν ευτυχισμένη και ο κύριος Στραντόρης έκατσε και σκέφτηκε πως αυτός ήταν μονάχα μια ανάμνηση των κακών ημερών γι' αυτήν και ιπποτικά και (όσο) μεγαλόψυχα, άφησε και το τελευταίο πράγμα που έφερνε σε Νόημα να φύγει.

Ο κύριος Στραντόρης γύρισε αργά το κεφάλι του γύρω-γύρω και σαν χελώνα με το πάπλωμα για καβούκι, κοίταξε το δωμάτιο. Φαντάστηκε τον εαυτό του να κινείται εκεί μέσα, να ανοίγει τη ντουλάπα, να στρώνει το χαλάκι, να κλείνει το φως. Μετά, αντικατέστησε το είδωλό του με αυτό ενός αγνώστου που έκανε τα ίδια πράγματα. Εντόπισε τη διαφορά ανάμεσα στις εικόνες: ο άγνωστος μπορεί και να έκανε ό,τι έκανε χαμογελώντας. Ιπποτικά σκέφτηκε την αρχαία Ελληνική θεωρία περί ευτυχίας, δε θυμόταν ποιανού φιλόσοφου, που έλεγε πως δίκαιο είναι αυτό που συμβάλλει στο μεγαλύτερο δυνατό άθροισμα της ευτυχίας. Ήταν δίκαιο να θυσιάσει κάτι δικό του που θα έκανε κάποιον άλλο χαρούμενο, ήταν δίκαιο να έχει κάποιος περισσότερα από αυτόν αν αυτός ο άλλος θα ευτυχούσε έτσι περισσότερο απ' ότι αν οι ρόλοι ήταν ανάποδα. Ο κύριος Στραντόρης υπήρξε ανέκαθεν καλός άνθρωπος, ίσως και από συνήθεια, ποιος ξέρει, μα δε μπορούσε καμία χαρά να αντλήσει απ' αυτή του την καλωσύνη. Κατάλαβε τώρα τι ήταν αυτό το περίεργο προαίσθημα που είχε, το λίγο κακό, το λίγο ανακουφιστικό και λιγότερο αμυδρό πλέον. Χαμογελώντας ικανοποιημένος, ύψωσε λίγο τον δείκτη του δεξιού του χεριού και είπε με βραχνή από την αχρησία φωνή, "Δικαιοσύνη!"

Ο κύριος Στραντόρης κατά βάθος ήθελε τα πράγματα να ήταν λιγάκι διαφορετικά εξ αρχής, γι' αυτό του φάνταζε έτσι κακή η κατάληξη. Από την άλλη, ήταν ανακουφισμένος που εν τέλει, θα φαινόταν και αυτός χρήσιμος στο κοσμικό σύνολο, προσθέτοντας ένα λιθαράκι στην οικουμενική Δικαιοσύνη -και ποιος ξέρει, ίσως και στην ευτυχία αν νοίκιαζαν το διαμερισματάκι του φθηνά σε τίποτα φοιτητές. Ο κύριος Στραντόρης υπήρξε ανέκαθεν καλός άνθρωπος και κλείνοντας τα μάτια του, ευχήθηκε ό,τι καλό είχε μέσα του, να βρει το δρόμο του σε κάποιον άλλον, που θα τον έκανε ευτυχέστερο -και ό,τι κακό, ας έμενε για πάντα μαζί του κάτω απ' το πάπλωμα. Και σα να φυσούσε ένα κερί για κάθε ευχή, τα φωτάκια κάτω απ' τα σφαλιστά του βλέφαρα, σταμάτησαν να φωτίζουν το δωματιάκι.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

The Describer.



Ι.

Ο χρόνος είναι Νύχτα κι ο τόπος Ομόνοια. Ή Εξάρχεια. Μπορεί και Αίγιο, μπορεί και Ρόττερνταμ, δεν έχει σημασία. Βρέχει και είναι ακόμα η εποχή που στέκομαι κάτω απ' τα υπόστεγα, που είμαι ακόμα κατά 75% ζάχαρη και κολλαγόνο, μια μαυροντυμένη χερσαία τσούχτρα που δεν έχει λερώσει ακόμα τα σωθικά -ήταν άλλωστε και η εποχή που δεν είχα ακόμη δοκιμάσει εκείνη την πρώτη τζούρα από το Muratti της Αθηνάς στην Κηφισσίας κάποια Μεγάλη Πέμπτη.

Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με το ανάκατο μαλλί του, τα μπανάλ του μάτια και την απουσία οποιασδήποτε οσμής, αρώματος, ιδρώτα ή ρούχων. Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου και μου χάρισε έναν πρόλογο για την συνειδητοποίηση της μοναξιάς που, έτσι κι αλλιώς, είχα για δική μου.

-Φίλε, έχεις φωτιά;
-Όχι, με συγχωρείτε, δεν καπνίζω.
-Την καλύτερη δουλειά κάνεις.

Δε μιλάω. Αυτή τη στιχομυθία που μόλις πληρώσαμε, την έχω κάνει εκατοντάδες φορές.

Γυρνά και με κοιτά.

-Κωλόκαιρος ε.
-Ωραία είναι να γίνεται που και που...
-Ναι, αλλά μας έχει γαμήσει. 'Δω κοντά μένεις;
-Μπα, στου διαόλου το κέρατο από δω.
-Μμμ.

Μια άσχημη κοπέλα περνάει από μπροστά μας καπνίζοντας.
Τέσσερα μάτια πέφτουν πάνω της και αναπηδούν γρήγορα στο περίπτερο, στις λακούβες, στα αυτοκίνητα, στις λάμπες, στις βιτρίνες, κάτω.
Μια όμορφη κοπέλα περνά και τα ίδια μάτια σφηνώνονται πάνω στη μαλακή της μορφή.

-Κοπελιά, μήπως έχεις φωτιά;

Χαμογελάω.

Έρχεται και αυτή και κάθεται μαζί μας κάτω από το υπόστεγο.

-Δεν καπνίζεις εσύ;
-Όχι, δεν έχω καν δοκιμάσει.
-Καλά κάνεις, μη δοκιμάσεις ποτέ.

Σκέφτομαι πως ό,τι γουστάρω θα κάνω και της χαμογελάω αδιάφορα.

Ο αναμαλλιασμένος συνυποστεγίτης εκπνέει.

-Φοιτητές είστε και οι δύο ε;
-Ναι.
-Ναι.
-Τυχεροί. Μου λείπει το φοιτητιλίκι.
-Χεχ, αγορά εργασίας και τα ρέστα εσείς;
-Γάμησε τα...
-Τι δουλειά κάνετε;
-Είμαι περιγράφος.

Τον κοιτάω.
Η κοπέλα τον κοιτά εκσταστιασμένη.

-Ουάο...
-Δεν το 'χω ξανακούσει αυτό, λέω κοιτάζοντας μια αυτήν και μια εκείνον.
-Ούτε εγώ, απαντά εξίσου εκστασιασμένη η κοπέλα.

Εκείνος δε μιλάει. Εγώ τρώω μια Smint και θυμάμαι πως στον κόσμο υπάρχουν διάφορων ειδών σαλεμένοι και πως θα 'πρεπε να λέω και 'φχαριστώ.

ΙΙ.

Μισή ώρα μετά καθόμαστε φάτσα με φάτσα σε κάποιο καφέ-μπαρ. Μου μιλάει για διάφορα βαρετά πράγματα, για τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, το σεξ, την ανθρωπότητα κι εμένα.

-Ο βασικός περιορισμός του μέσου ανθρώπου, λέει, αναφορικά με το κεφάλι του, είναι πως σπάνια δύναται να συνδυάσει όλα τα επιμέρους στοιχεία του περιβάλλοντός του με έναν τρόπο που θα μπορέσει να ταυτοποιηθεί με έναν όρο, ή έστω, μια περιγραφή. Ενώ κατά συνθήκη οποιοσδήποτε μπορεί να αντιληφθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κάθε εξωγενές ερέθισμα ή δεδομένο, σπάνια έχει τον τρόπο και τη μέθοδο να το υπαγορεύσει στον εαυτό του -και κάτι που δε δηλώνεται, είναι κάτι που δεν υπάρχει.
-Κάτι σαν χάρτης;
-Κάτι σαν πνευματικό ληξιαρχείο. Βέβαια, τα περισσότερα πράγματα, οδηγούν το ένα στο άλλο και καθώς το ανθρώπινο μυαλό έχει την τάση να σκέφτεται βάσει αίτιου και αιτιατού, είναι πολύ δύσκολο να αυτοτεκμηριώσει κανείς τις εκτιμήσεις του, πόσο μάλλον αν υπάρχει κάτι το οποίο φαινομενικά αντιτίθεται σε αυτές -το λεγόμενο "δίλημμα" είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας κακής υπόθεσης, πως υπάρχουν δύο διαφορετικά ενδεχόμενα ή επιλογές για ένα θέμα. Μα στην πραγματικότητα, αν είχαμε φτιάξει σωστά το υπόλοιπο παζλ, θα ξέραμε πως μόνο ένα και μοναδικό κομμάτι ταιριάζει εκεί.
-Αλλά αυτό προϋποθέτει...
-...πως υπάρχει ένα παζλ, σωστά;
-Ακριβώς.
-Το παζλ το φτιάχνουμε εμείς, εν αγνοία μας ή όχι. Ο συνηθέστερος τρόπος είναι ο ακούσιος, υποσυνείδητες επιθυμίες, ευχές, αίσθηση δικαίου. Υπάρχει ένας τρόπος να συνδυαστούν όλα αυτά για τον καθένα.
-Και εσύ το 'χεις κάνει;
-Βεβαίως. Το δικό μου παζλ είναι το λυσάρι των άλλων.
-Νόμιζα πως αυτό υπάγεται στον κλάδο της ψυχολογίας.
-Ενδέχεται. Μα εγώ δεν είμαι ψυχολόγος, είμαι περιγράφος. Δεν προτείνω λύσεις ούτε θέτω ερωτήματα προς απάντηση -και δε με νοιάζει αν θα σωθεί κανείς. Υποθέτω πως γι' αυτό δεν έχω μισθό ψυχολόγου...
-Και τι κάνεις;
-Προσφέρω ακριβείς ή/και περιεκτικές περιγραφές για οποιοδήποτε θέμα μου ζητηθεί.
-Ωραία, περίγραψέ μου τον εαυτό σου.

Μου χαμογελά.

-Συναρτήσει τίνος;

ΙΙΙ.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στέκω κοιτάζοντας τους καρπούς μου.
Χοντρές στάλες σκουρόχρωμου αίματος στάζουν γρήγορα στο παρκέ από πεύκο.
Ζαρωμένες σταγόνες δακρύων κυλούν απ' τα μάτια μου.

Με κοιτά κάτω από τα λευκά του φρύδια.
Στα σταχτιά του γένεια, χρυσές σταγόνες κονιάκ.

-Πονάει αυτό;
-Δε φαντάζεσαι.
-Πράγματι. Σε ρωτάω.
-Ναι. Πονάει.
-Πως πονάει;

Τον κοιτάζω και για λίγες στιγμές η απορία πνίγει καθετί άλλο.
Ανακούφισης τέρμα, του γυρίζω αηδιασμένος την πλάτη.

-Σάλτα γαμήσου.
-Πονάει σαν να προσπαθεί να βγει ό,τι αγαπούσες στον κόσμο από το στέρνο σου και εσύ προσπαθείς να το κρατήσεις; Σαν να εύχεσαι να σ' αγαπούσε ο θεός τόσο ώστε το αίμα σου να μην έτρεχε; Είναι αδικία ή τύψεις που σε πονάνε;
-Βούλωσέ το λέμε.

Πίνει μια γουλιά.

-Μήπως είναι...
-Η απώλεια είναι, εντάξει; Η απώλεια. Θα σκάσεις τώρα;
-Και γιατί πονάει η απώλεια;
-Ε;
-Γιατί πονάει η απώλεια;
-Τι γιατί πονάει η απώλεια, αυτό κάνει. Απώλεια είναι.
-Ναι αλλά γιατί πονάει.
-Γιατί εύχομαι να είχαν πάει τα πράγματα αλλιώς.
-Γιατί;
-Γιατί τότε δε θα 'χα φτάσει εδώ.
-Άρα πονάς επειδή έφτασες εδώ.
-Όχι, έφτασα εδώ επειδή πονάω.
-Και γιατί πονάς;
-Άντε γαμήσου μωρέ μαλάκα.

Αρχίζω και ζαλίζομαι. Τα δάχτυλά μου παγώνουν.

-Μοιάζεις σαν αυτές τις φωτογραφίες...
-Ε;
-...αυτές τις φωτογραφίες που δείχνουν τη σταγόνα που μόλις έχει πέσει στο νερό...
-Τι λες μωρέ;
-...ξέρεις, αυτές που δείχνουν την απότομη εκτόπιση, που είναι το νερό υψωμένο στον αέρα.

Τον κοιτάω και με πνίγουν λυγμοί.

-Έτσι μοιάζεις. Μόνο που εσύ εκφύεσαι από το έδαφος. Και είναι λες και έσταξε στο χώμα ζωή και εσύ είσαι το αποτέλεσμα μιας απότομης εκτόπισης.
-Και τι είναι το έδαφος;
-Λύτρωση βέβαια.

Δεν καταλαβαίνω πότε βρίσκομαι στο πάτωμα ή αν οι προσπάθειές μου να κινήσω τα πόδια μου έχουν αποτέλεσμα. Αλλά σίγουρα κλαίω ακόμα και ακούω τη μεθυσμένη του φωνή.

-Επιστρέφεις τώρα πίσω και αρχίζεις να εκπτύσσεσαι, σε αργούς, ήρεμους κύκλους. Η ζωή χρωματίζει ακόμα τα κέντρα τους και είναι ακόμα τρομαγμένη από την πτώση της, αλλά θα ηρεμήσεις και 'συ.
-Αυτό είναι κλεμμένο.
-Όλα κλεμμένα είναι, μα που αναφέρεσαι;
-Warte nur, bald ruhest du auch. Είναι του Goethe.
-Ας είναι, έχουμε δίκιο.

Τα δάκρυα τα στεγνώνει ο οίκτος μου.

-Εσύ δε θα το έκανες ποτέ αυτό που έκανα ε;
-Όχι, όχι ακόμα. Όχι, ποτέ.
-Γιατί;
-Γιατί για τον εαυτό μου, θέλω πλήρεις περιγραφές.
-Μα ήταν πλήρης. Η σταγόνα, το εκτόπισμα...

Γελάω χλευαστικά, θέλω να μου φαίνονται όλα ένα μάτσο αμπελοφιλοσοφίες.

-Υπάρχει κάτι το απερίγραπτο.
-Ποιο;
-Δεν ξέρω από που έσταξα.

Τα βλέφαρα βαραίνουν.

-Ναι, αυτό δεν μπορώ ακόμα να...

Οι θόρυβοι μπλέκονται με τα φώτα.

-Αλλά που θα μου πάει...

Μια τελευταία τζούρα οξυγόνο.

-...κάποτε...

Εκπνέω.

-Θα το περιγράψω κι αυτό.

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Travel Blog V.

Μιας και αύριο φεύγω πάλι και δε μπορώ να σας υποσχεθώ πως θα σας συντροφεύουν τόσο συχνά οι λογοτεχνικές μου ακουαμαρίνες, πάρτε καμιά 55άρα φωτογραφίες από την γιορτινή περίοδο των Χριστουγέννων του Σωτήριου έτους 2008, να 'χετε να χαζεύετε μέχρι να ξαναμεγαλουργήσω.

Εν αρχή ήτο το Mont St. Michel. Αυτό είναι ένα ΠΡΑΜΑ, σαν κάστρο, με ένα αβαείο, πάνω σε ένα βράχο κάπου στα σύνορα Νορμανδίας και Βρεττάνης. Αυτά είναι στη Γαλλία, στη χώρα των Γάλλων. Το καταπληκτικό και ντιμπιγουάου αυτού του... εδώ να κάνω μια παρένθεση για να επισημάνω πως ο ορθογραφικός έλεγχος δεν κοκκινίζει το "ντιμπιγουάου". Το καλό το πράμα λοιπόν με το καστράκι, είναι πως εκεί που είναι επηρρεάζεται από την παλίρροια και την άμπωτη. Σαν έχουνε παλίρροια, γίνεται νησάκι, σαν έχουν άμπωτη γίνεται ένας λόφος με ένα κάστρο και γύρω-γύρω λάσπη η οποία λειτουργεί σαν κινούμενη άμμος ανά σημεία και έχει φάει κόσμο και πήγε να φάει και μένα σε κάποια φάση μα είμαι αίλουρος και μάγιστρος σοφός και μου 'κλασε μια μάντρα. Βρήκα και μια συκιά και καθάρισα και τις μπότες μετά και τέλος πάντων, πολλά λέω, πάρτε:

Photobucket

Αυτό είναι. Διακρίνεται ο λόφος, το αβαείο και το κάστρο.

Photobucket

Εδώ η θέα πάνω από έναν πυργίσκο.

Photobucket

Έτσι ήταν μέσα.

Photobucket

Το cloister.

Photobucket

Ένα άχρηστο δωμάτιο.

Photobucket

Ο γλάρος Ζοναθάν.

Photobucket

Εδώ πήγε να με κάνει χλαπ ο βάλτος.

Photobucket

Ηλιοβασίλεμα και δρόμο πριν πιάσουν τα κρύα.

Μετά έφυγα από 'κει και πήγα στο Παρίσι για να ζήσω τη μποέμικη ζωή. Και πράγματι, από ένα σημείο κι ύστερα το πρόγευμα-κυρίως-επιδόρπιο και Bordeaux του 1784, έγιναν μπαγκέτα, τυρί απ' το supermarche και Μποτζολέ των 2.70 ευρώ.

Photobucket

Αυτή είναι η Κυρά Μας από μέσα.

Photobucket

Αυτή είναι η Κυρά Μας απ' έξω.

Photobucket

Photobucket

Και πγοφίλ.

Photobucket

Είναι μοναχικός ο δρόμος του μποέμη Κάρολε.

Photobucket

Η παλαιότερη γέφυρα του Παρισιού.
Λέγεται Pont Neuf, "Νέα Γέφυρα".

Photobucket

Παντόφλα με τουρίστα.

Photobucket

Χαζοί Γάλλοι! Οι γάτες δεν ψαρεύουν!

Photobucket

Μην αποφεύγετε την ερώτηση.

Photobucket

Αχ, ο έρωτας.

Photobucket

Αχ, το σεξ.

Photobucket

Πελαργοί και τηλέφωνα.

Photobucket

Η κλέβουμε ή κάνουμε πλάκα.

Photobucket

God's busy, may I help you?

Photobucket

Οι παλιοί σταθμοί του μετρό, δεν έχουν κυλιόμενες.

Photobucket

Οι νέοι έχουν αλλά δε δουλεύουν.

Photobucket

Wink wink.

Photobucket

Forgive.

Photobucket

Η παλιά νέα γέφυρα μαζί με την προαναφερθείσα παντόφλα.

Photobucket

Το Λούβρο. Αυτό στον "Κώδικα Ντα Βίντσι".

Photobucket

Η πυραμίδα. Αυτό στη "Μούμια".

Photobucket

Η Ιερή Καρδιά στην Μονμάρτρη.

Photobucket

Όπου κι αν πάω, η βλακεία με πληγώνει.

Photobucket

Αλλά ξέρουν να φτιάχνουν τουαλέτες.

Photobucket

Ναι αλλά δε θα ανεβάσουν αυτά τις βαλίτσες.
Βλάκες χωρίς κυλιόμενες. Βλάκες. Γάλλοι.

Photobucket

Έχουν όμως φοβερό αυτοσαρκασμό.

Photobucket

Να και ο Γαλλικός στρατός, φόβητρο των οχτρών.

Photobucket

Και ο αρχιστράτηγος.

Photobucket

Το αρχηγείο.

Photobucket

Οδός βήματος του μουλαριού.
Δεν περιγράφω άλλο.

Photobucket

Τυπικό Παριζιάνικο στενάκι.

Photobucket

Παλιατζίδικα.
Εδώ οι καλές οι προπέλες.

Photobucket

Η γνωστή Χριστόπαπια.
Περπατά και στο νερό.

Photobucket

Και το γνωστό μανιταρόδεντρο.

Photobucket

It's all fun and games...

Photobucket

...'til the cold sets in.

Photobucket

Έφτιαξα έναν ουρανοξύστη τόοοσο ψηλό!!!

Photobucket

Πως βγήκες Γάλλος εσύ ρε μάστορα;

Photobucket

Ο φαλλός της Ευρώπης.
Μπλάβιασε απ' το κρύο.

Photobucket

Το υπερσύγχρονο ασανσέρ.

Ακολουθούν πανοραμικές φωτογραφίες από τη βάλανο του πύργου.

Photobucket

Photobucket

Photobucket

Photobucket

Photobucket

Μετά απ' όλα αυτά τα μαγευτικά στιγμιότυπα, είπαμε να πάμε και στη Βιέννη για να μη μας βρει ο νέος χρόνος στο Παρίσι και ξαναπατήσουμε εκεί.

Photobucket

Λίγο δημαρχείο, λίγο κρασί, λίγο μουσική...

Photobucket

...πολύ θέλει;

Photobucket

Εορτασμοί αέρος-εδάφους.

Photobucket

Και το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από το 2008.