Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Sunger.









Τρία πράγματα είναι βέβαιο πως θα σε κρατήσουν ξύπνιο μέχρι το γαμημένο χάραμα. Η πείνα, ο έρωτας και ο θυμός. Και έχω την υποψία ότι ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Ή βασίλειο. Ή γένος. Δεν ξέρω, δεν ήμουν ποτέ καλός στην ταξονομία. Είμαι καλός στην ταξινόμηση όμως και ως εκ τούτου ξέρω πως ούτε πεινάω, ούτε ερωτοχτυπημένος είμαι. Θυμωμένος είμαι, με το άσχημο μέλλον που οφείλω. Τα αναγκαστικά και ταυτόχρονα περιττά. Προσπαθώ να σκέφτομαι πιο βραχυπρόθεσμα, να σκέφτομαι τα όμορφα πράγματα που, ταξινομημένα, με περιμένουν από αύριο. Τα πράγματα που είναι για εμένα. Δεν πολυπιάνει. Προσπαθώ να σκέφτομαι ακόμα πιο μακροπρόθεσμα, γιατί και αυτό ταξινομημένο είναι, προσπαθώ να κρατάω ό,τι προσφέρεται αφήνοντας απ' έξω αυτά που όσα ευτελίστηκαν μου προκαλούν, χωρίς να αρνούμαι έστω και αυτά τα ευτελή. Δεν πεινάω. Απλώς δε με νοιάζει να σώσω και τίποτα απ' τα δόντια, απ' το σάλιο μου. Όλα στο ίδιο οξύ, μεγάλα παιδιά είμαστε όλοι, γιατί να σβήνω εγώ τη λάμπα μου για να σώσω τα έντομα; Ούτε στην οικολογία είμαι καλός. Μόνο με την εξέλιξη τα πάω καλά και αυτή θέλει θυσίες. Θέλει να διαλέξεις πλευρά. Από τη μία η αγέλη και από την άλλη η φωλιά. Διαλέγω πάλι το δεύτερο. Το μόνο που χάθηκε είναι η ταξονομία που λέγαμε, τώρα οι λύκοι έχουν την ίδια γεύση με τα πρόβατα. Τα υπόλοιπα είναι λέξεις. Και οι λέξεις ξεχνιούνται, αλλάζουν και σβήνονται. Θυμώνω με τις τελευταίες που έχω να πω γιατί κάθε λέξη είναι πια μικρή μπροστά στην τυφλή, ελεύθερη σειρά πράξεων που με όρκισε αδέσποτο. Θυμώνω με το στόμα μου όταν μιλάει, τώρα που ξέρω τον πραγματικό του σκοπό.

Κι όταν χαμογελάει με τον καινούριο του τρόπο, καταλαβαίνω πως δεν ξέρω τι θα γίνει [ότ]αν ξεχάσω το θυμό, τον έρωτα και την πείνα. [Ότ]αν οι λέξεις ξεχαστούν και αλλάξουν και η φωλιά της επιλογής γίνει αγέλη του εαυτού μου που δε θυμάται τίποτε άλλο από το να ζει και να κοιμάται μέσα στην πείνα, τον έρωτα και τον θυμό, μες στην αγρύπνια των άλλων.

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Ενυδρείο.













Είσαι εσύ. Είσαι κομμάτια. Είναι νύχτα. Χέυδεν, Πατησίων, Σολωμού, Αχαρνών. Στα ωραία. Και είσαι κομμάτια. Έλεγες πριν καν γαμήσεις πρώτη φορά ότι η ομορφιά υπάρχει παντού, μπορείς να τη βρεις σε μια ρόδα αυτοκινήτου βουτηγμένη μέχρι τη μέση στα σκατόνερα. Ισχύει, αλλά επειδή το έλεγες τότε που το λεγες, έλεγες μαλακίες.

Ύπνος στη στάση του λεωφορείου. Οι κάδοι βρωμάνε κάτουρο, έχουν επάνω αφίσες που δε θα ξεκολλήσουν ποτέ, σαν αφροδίσιο ή σαν τις μαλακίες που θυμάσαι κατά καιρούς. Απέναντι περνάει ένα κοριτσάκι από το ανατολικό μπλοκ. Ανήλικο είναι, αλλά ξέρεις τη φάση. Ένας τύπος κλαίει πάνω σε κάτι κούτες, δίπλα σε κάτι παλιά σκυλοσκατά. Εσύ περνάς, ψέμματα, εσύ διασχίζεις.

Έχει κάτι ασπρόμαυρα Α3 που βουλώνουν τα φρεάτια, το νερό βρωμάει. Η πλατεία είναι φωτισμένη, τσάμπα ρεύμα. Κάνα δυο σε κόβουν, οι μισοί ασφαλίτες, οι άλλοι μισοί σουγιά, μαλάκες όλοι. Τι θα σου κάνουν; Έχεις προλάβει.

Αύριο θα 'σαι κάπου με κάποια κοπελίτσα και θα πίνεις καπουτσίνο μέτριο. Και θα μιλάτε για ιδέες, θα της λες ότι ακόμα και μια σαμπρέλα καουτσούκ γεμάτη σκατά μπορεί να είναι ωραία. Η μισή θα θέλει να συμφωνήσει, η άλλη μισή θα πίνει και αυτή καπουτσίνο όμως. Ένα κρεββάτι ολόκληρη και η πρώτη τζούρα ξένη, αλλουνού. Του τύπου που ξερνάει στον κάδο και σκουπίζεται στο μανίκι του. Αυτού που μιλάει ευγενικά στον περιπτερά που θέλει να σκοτώσει.

Όλοι οι δρόμοι τα ίδια σκατά, ζέχνουν την ίδια εξωτική ομορφιά. Αφού δεν είσαι για εδώ. Όλα τα συλλέγεις και τίποτα δεν είναι δικό σου. Θα θυμάσαι τον τύπο που πάλευε κάνα δεκάλεπτο να βρει φλέβα μαζί με πλίνθινα σοκάκια σε κάποια χώρα παραπέρα. Θα θυμάσαι βραδιές όπερας μαζί με νοικιασμένα αμάξια που οδηγούσες μέσα από καταυλισμούς. Ο μισός πεθαμένος, ο άλλος μισός ξεσκονόπανο για τα περασμένα. Ολόκληρος κανένας.

Αράζεις σε καταλήψεις. Πιάνεις κουβέντες με μπάτσους. Ακούς γιατί οι γυναίκες είναι πουτάνες από τους λέκτορες στην πιάτσα ταξί. Μαθαίνεις και το ξέρεις, μαθαίνεις όλα τα λάθη με την ελπίδα να προλάβεις να κάνεις την εις άτοπον απαγωγή. Αύριο θα ερωτευτείς κάποια ξεπλυμμένη, κάποια πυρηνοκέφαλη, κάποια μακρυμαλλούσα, κάποια πρασινομάτα και δε θα θες να συλλέξεις, θα θες να σε περισυλλέξουν και να χαμογελάς ακόμα, θα θες να σε απαγάγουν οι φωνές τους όταν τις κάνεις να τελειώνουν. Και η πρώτη τζούρα θα 'ναι πάλι γη.

Δεν ξέρεις αν υπάρχει φυγή. Δεν ξέρεις τι είναι, δεν ξέρεις πως βγαίνει κανείς εκεί από Βικτώρια, δε σε νοιάζει. Δεν έχεις από τι να φύγεις. Έχεις καβάτζα τα ξύδια σου, τις άκρες σου, τα κοριτσάκια στα σεντόνια σου, τον καπουτσίνο στο ψυγείο σου που ξηγιέται ποίηση σε κιλοβατώρες. Θα βρεις κάτι να κλάψεις άμα δεις ότι πας να το χάσεις, θα βρεις καμιά μαλακία να γελάσεις για να νοιώσεις κομμάτι του παζλ. Έχεις πράγματα να πεις. Έχεις τόσα πράγματα να πεις. Θυμήσου τα, σίγουρα έχεις. Σίγουρα έχεις. Όλοι έχουν.

Ζευγαράκια χαζεύουν την Ακρόπολη. Η Διονυσίου Αρειοπαγίτου έχει γίνει τράπεζα σπέρματος, σιχαίνεσαι να αναπνεύσεις την ανθρωπίλα που κρεμάστηκε πάνω στον εαυτό της σαν αυνανισμένο σφαχτάρι. Αλλά αυτό έχουμε, αυτό κάνουμε, δε γαμιέται. Ευτυχία. Λειτουργεί, αλλά δεν υπάρχει αντιπροσωπεία. Δεν υπάρχει εγγύηση. Θα το πεις στη γκοθού που σε κόβει σε λίγο, θα σε πιπώσει δίπλα στο θερινό σινεμά και μετά θα λέτε μαλακίες με Μαλαματίνες. Θα γυρίσεις σπίτι και αν είσαι τυχερός θα 'χεις ξεχάσει τι χρειάστηκε να σκέφτεσαι για να χύσεις.

Έξω απ' τα μετρόπολις σου ζητάνε ψιλά. Δίνεις, σε ευχαριστούν, σε ευχαριστούν ειλικρινά, να 'σαι καλά ρε 'συ, είσαι ωραίος, είσαι ωραίος. Κοιτάς και τα μάτια σου λάμπουν και δεν είναι συμπόνοια, είναι θαπεθάνεις, θαπεθάνεις, θαπεθάνεις, πάρε 50 λεπτά, θαπεθάνεις, θαπεθάνεις. Τελείωνε. Έχεις 50 λεπτά να πεθάνεις.

Σε όλους τους τοίχους, σε όλους τους γαμημένους τοίχους, έχει γράμματα. Έχει λέξεις. Παντού. Πόσο να κοιτάς το πεζοδρόμιο; Κι αυτοί οι τύποι που τις γράψανε, τώρα τι σκατά κάνουν; Την πίνουν και αναλύουν τα κινηματικά τους; Πηδάνε καμιά πάνκισσα που έχει να σηκωθεί πρωί να πάει σπίτι να ξυπνήσει την αδερφή της για το σχολείο; Και μετά τι, θα 'χουν περάσει κάνα δυο δεκαριές χρόνια και θα διαβάζει η επόμενη βάρδια τις ίδιες προκηρύξεις; Θα μου ζητάνε οι γιοι των ίδιων μπάτσων ταυτότητα; Θα θυμάμαι τι σου ψιθύρισα το πρωί πριν φύγεις; Θα θυμάμαι πόση ζάχαρη ήθελες στον καπουτσίνο σου μικρή μου και πόσο μέσα έπρεπε να μπω για να πονέσεις;

Πόσα χρόνια μπορεί ένας άνθρωπος να πίνει την ίδια μπύρα; Να ζητάει τα ίδια πράγματα, να πληρώνει με τα ίδια χέρια, να γερνάει στο ίδιο δέρμα; Πόσες διαφορετικές κολώνιες νομίζεις ότι υπάρχουν και πόσα χρώματα μαλλιών και πόσα ονόματα και πόσες συλλαβές στις ίδιες οδούς; Πόσες λέξεις νομίζεις ότι σου 'χουν μείνει αβίαστες; Πόσες ρόδες χωμένες σε σκατά και πόσους καφέδες στη βεράντα μπορεί να θυμάται κανείς, πόσες γεύσεις που στάξανε στη γλώσσα σου ανάμεσα απ' τα πόδια, πόσα χαμόγελα που έβγαλες από πάνω σου σαν ξεραμένο αίμα όταν η πληγή δεν είχε άλλο να δώσει;

Αύριο την ξέρεις τη φάση. Πρώτα οι καύλες, μετά τα σάλια, μετά τα δάκρυα. Το πρωί βλέμμα "γάμησέ τα" στον καθρέφτη, το κοινό κοινότυπο μυστικό που το 'χουν όλοι σημαία στους καφετί πνεύμονές τους. Χέυδεν, Πατησίων, Αχαρνών, Βασιλίσσης Όλγας, Κάρολου Κουν, Πολυτεχνείου, Σκουφά, Λένορμαν, Ηφαίστου. Κάπνισε όσο θες, τα ονόματα δεν πρόκειται να κάτσουν στα κουτάκια τους στο ράφι όσα πακέτα κι αν φύγουν. Ο μισός δε θα κοιμάται ποτέ μόνος, ο άλλος μισός πάντα έτσι θα ξημερώνεται.

Δε γαμιέται. Έχεις τίποτα άλλο να κάνεις;
Τράβα για την επόμενη στιγμή να μιλάς για τις προηγούμενες. Ζήτα τον καπουτσίνο μέτριο, πίστεψέ τες πως κανείς δε τις γάμησε έτσι πριν, φάε τα φράγκα σου σε μπύρες με τους ανθρώπους που λένε ότι σ' αγαπούν για όσο το λένε.

Καλού-κακού όμως κράτα κάνα 50λεπτο καβάτζα.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Animalady















I like to think of the better things
As little ivory towers
Both homes and monuments
Raised on our actions
Decorated with our kindness
Built on our resolve
Reaching up
For a better view
A better understanding of our origin.

I like to think of the happy things
As little, peaceful animals
Both duty and gift
Bred by our needs
Fed by our ambition
Evolved from our communion
Groomed by our promises
For a better end
A better closure to our quest.

I like to think of everything
As a bronze pocket watch
Wired to our thirst for fire
Ticking and measuring our bliss
Logging and counting our order
Until the human gives way
Until the purpose takes hold
For nothing better
Nothing better than a single moment.

This is what rages
At the end of all questions
This is what roars
The answer to our presence
This is the why, this is the how
This is the when and the because
The understanding to our origin
The closure to our quest
Nothing beyond this point of fission
Where ivory towers melt in our flesh
Where homes and monuments go blazing
When duty burns and gifts are ravaged
For the animals to feast on their peace:
This is all better things
This is all happy things
Boiling the oceans of actions
Leveling mountains of will
The time to finally cherish
The flammable wonders we built
Again and again and again
To watch the smoke choke
The green fields of heaven
Our bodies sweating, shining with cinders
Our head resting in red hot debris
Our smiles cutting further than our face
Our hands barely remembering
How to hold
The cigarette still.

Tomorrow morning
We'll build the world anew
Tomorrow night
We'll know what to do.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Chain to the sun.












Σε είχα δει στον ύπνο μου
Πριν πολλά, πολλά χρόνια
Παρακαλούσα να μην ξυπνήσω
(Γιατί αν ξέρεις κάτι
Το ξέρεις απ' την αρχή)
Κι ήξερα πως δε γινόταν να μείνω
Ούτε να 'ρθεις μαζί μου
Μα είχαμε μια νύχτα
Και τη ζήτησα ολόκληρη:
Η τελευταία μου πράξη αθωότητας.

Μου έμοιαζες πολύ
Γιατί έτσι θα σε γνώριζα
Ο ίδιος μαλάκας, από τότε.

Δεν έμαθα ποτέ πώς μυρίζεις
Λένε πως στα όνειρα δεν υπάρχουν μυρωδιές
Ίσως έτσι να ορίζονται βέβαια
Κάπως πρέπει να τα ξεδιαλέγουμε
Απ' τις αναμνήσεις.

Κάπως έτσι δια/ξε/απο-χωρίζουμε
Αυτά που δεν έχουμε
Απ' αυτά που δεν έχουμε πια.

Αν είσαι όντως κάπου εκεί μέσα
Ίσως να 'χεις συνηθίσει κι εσύ
Να μη θυμάσαι τα όνειρά σου
Και ίσως να 'χεις προσπαθήσει κι εσύ
Να ονειρευτείς το παρόν
Που θες να μη χρειαστεί να ξεχάσεις ποτέ.
Δεν είχες όνομα
Είχαν όλοι οι άλλοι
Μα εγώ προσπάθησα να τους βαφτίσω
Σαν εσένα.

Αν είσαι ακόμα κάπου εκεί μέσα
Δεν είσαι πια η λύση,
η λήθη,
η λήξη μου.

Ελπίζω να μη σε βρω ποτέ:
Κάποτε θα περίσσευες
Σήμερα περιττεύεις
Και δεν υπάρχει λέξη
Για τη συγγνώμη που χρωστάς.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

ReJoyce











Dearest friend,


I know this letter comes unannounced, lacking the pompous signs that usually herald our mutual embrace of an inevitable transition. I know it's a treason of sorts, to words we spent on lesser ears, but this night I crave for your company and your company alone -a strange choice of words for some.

There's nothing I can tell you that you don't know already, but these days are too monumental in nature to be left unremarked. The old need to indoctrinate is gone, the persisting yearning for forced discipline, lost. I am writting to you, in loss of any thirst, outside any transition, waiting for no transcendance whatsoever and only you can apprehend the rarity, nay, the singularity of such a state.

I'm too old to call it all completeness and too reckless to name it peace. I think it might be freedom, though not of the kind we used to wish for, neither escape nor deliverance pollute my -our- smile. It's certainly not another piece of immunity reclaimed; I know for the lack of infection.

But the terms don't matter anymore, the terms can rest with those struggling.

I guess I can sum it up in a sentence, simple and brief, yet so novel for us, so novel even for us, that I do not know if I can celebrate enough through simple words. No matter,

All the faces are gone.

All the silver numbers we shot against the flesh and all the crimson strikes that blurred our purpose; they unexpectedly allied themselves against their individual inviability. Too grand to fit in our joy, too much to fit in our cups; a home, a truth, a pair of wings, something between a gift and a reward, all the faces are gone.

I tell you again, in a voice now become too expensive:

The faces are gone and only moments remain and
The turn has come for others
To weave songs about us.

At long last yours,