Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010


We were born in the city of dreams
By the rivers of smiling cinders
And the gusts of breath
That the sky had no need for.

But the frostbit aorta
Was not measured for life
It would only pump ether
And a thick stench of gold.

We were not of the winged ones
But we mastered the ground
And the harsh art of gravity
For the fallen to learn.

We did not tread on rainbows
Nor did the light carry us on
But we learned of forevers
And devised greater nevers.

But to live and let leave
We could never assume
And to leave and let live
Could we ever permit?

On the choices of grandeur we did nothing
Right control and left freedom, we stalled
For the beckoned resolution to rain on our hearts
That beat slowly, transparent and polar.
This is not of the city of temples
This is not of the skydomes of good
Not one river flows here, not one spring
Not an ocean, or desert or foe would engulf us.

Only dust from the veins ripped asunder
Only ice on the eyelids remain
Yet the warmth that we suffer's not sun
And the breath on the pillow's not death
But an end far more subtle and grinding
Like the moon as it gleams on the white of your eyes
Like the leaves when the wind breaks formation
Just like when in the morning you change
And adorn my wet scars with your ethanol lips.

We were born in the city of dreams
We did not tread on rainbows
But we learned of forevers
And we turned them to bronze.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010


Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010


Όταν μου είπες πως τα όνειρα είναι φτιαγμένα από σπασμούς
γέλασα νευρικά και σου χάιδεψα αμήχανα το χέρι
κι όταν μου είπες πως όταν ξυπνάς
για λίγα δευτερόλεπτα ακούς τον πυρήνα της γης
όπως ακούς το καρδιοχτύπι σου
όταν σου τελειώνει η ανάσα στο μακροβούτι
σε κοίταξα ανυπόμονα και σε ρώτησα
πότε θα σταματήσεις να λες χαζομάρες
και μου πες πως μες στη βροντή της γης
ακούς το τραγούδι, μόνο για μερικές στιγμές
βλέπεις τη σκόνη γύρω σου ν
α φωτίζεται
και να χορεύει στην άκρη του χρόνου
στου σκοπού αυτού την ηχώ
μα σου πα να μη με ζαλίζεις
σου είπα πως οι αποφάσεις έχουν παρθεί
ο παλμός δεν υπάρχει
το τραγούδι δεν φτάνει πια εδώ
σηκώθηκα απ' το μακροβούτι των λόγων σου
και σου πα πως αν θες σπασμούς
θα σου δώσω έναν για το τέλος
με κοίταξες κι είχες όμορφα μάτια
τα 'χα φτιάξει εγώ
δε βλεφάρισες καν
όσο εγώ έσερνα το όνειρο στο φως
δε βλεφάρισες καν
όταν άνοιξα τα μάτια μου στην κορφή του σπασμού
Χαμογέλασα θριαμβευτικά
που δεν άκουσα μήτε πυρήνα, μήτε σκοπό
Μα το τσιγάρο θα ήταν γλυκύτερο
Αν είχες, έστω, βλεφαρίσει.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

God of Pentacles.

Moments do come
When I yearn for a presence
Moments do come
When I miss
What's unremembered
And lest I forget
I watch the weather
Its inexorable thinning
And I wish there was someone
I could wait herein
Someone worth the shelter.

There's a coat hanger up north
Empty of all my unbelongings
And there's a heavy grey coat
Breathing heat in my closet
In here.

I like to run my fingers on it
I like to feel the heavy fabric
And dream of a recurrence
Of days of cold and beds of refuge
I like to toy with hollow coins
I keep "forgotten" in its pockets
And feign a hope for days of cold
When I will worm in it again.

Black leather coats for killing
Short polyester jackets
For the blend-ins
Even a corduroy for the half-life
All known to bitter-brained historians
But there's a grey coat, waiting
For the endtimes to pass
For when there will be peril and cause
And things left to lose
A grey battlesuit that's madness-proof
It calls to the failure of sunlight
And the sheperdless stars.

I look at my grey armor
And moments do come
When I yearn for a present
Someone worth the shelter
Sometimes worth a try
Moments do come
When I can't wait
To unsheathe my will
A knight between the ends
And wear my suit of sorrow.

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010


The ride is slow
And the road is deep
But the wheels know the Task
The relentless consumption.

Here lies no peace
In this sadist's candyshop
There's no safeword for stopping
Not even "Silence" will do.

The rain is young
And the cold is still learning
But the wind knows the End
The only thing it whispers.

Here lies no peace
This is the final automation
It's how the sun is manufactured
It's how the stars dissolve.

Your god is dead
And your children know
But the dead breathe their smile
As the memories scatter.

Here lies no peace
Chaos collapses on itself
A black hole for occurrences
That were but wider patterns.

Here lies no peace
But at least the cigarettes burn
A long white wish between the teeth
That have grown needless of any lip's embrace.

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

The song was for you

but the End is mine.

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

And her name was Stolichnaya.

Ανοίγω τα μάτια μου και όλα είναι πόνος.

Είμαι ανάσκελα σε ένα κρεββάτι με μπορντώ πάπλωμα και κοιτάω το εσωτερικό μιας ξύλινης στέγης με σοφίτα. Χαμηλώνω το βλέμμα μου και βλέπω την μαρτυρική μορφή που περιφέρεται στο δωμάτιο. Είναι ο Γιάννης, που κατευθύνεται σκυφτός προς μια ξύλινη καρέκλα. Χωρίς να με κοιτάει, ανοίγει το στόμα και ψιθυρίζει φωναχτά "είμαι ένα ράκος". Ανοίγω το στόμα μου για να συμφωνήσω, να του πω πως κι εγώ είμαι ένα ράκος, μα το μόνο που βγαίνει είναι ένα επιφώνημα: "πωωωω...". Προσπαθώ πάλι, προσπαθώ να τον κάνω να καταλάβει, μα και τη δεύτερη φορά με ακούω να λέω απλώς πιο δυνατά το ίδιο "πωωωω...". Συνειδητοποιώ πως αυτό αρκεί. Ο Γιάννης δε χρειάζεται να καταλάβει τίποτα, τα ξέρει ήδη. Δεν υπάρχει τίποτα να πω(ωωω...).

Μου δείχνει το πάτωμα όπου δεκάδες σοκολατάκια ΙΟΝ Noisette είναι σκορπισμένα.

-Τι κάναμε ρε μαλάκα χθες, με ρωτάει, σοκολατοπόλεμο;
-Α, σοκολατάκια, να τι ήταν αυτό το μαύρο κολλώδες πράγμα που ξερνούσα.
-Ναι αλλά γιατί είναι στο πάτωμα;
-Σε κάποια φάση νομίζω στα πετούσα.
-Α ναι, προσπαθούσες να με σκοτώσεις με σοκολατάκια.
-Δε θυμάμαι.

Μαζεύουμε τα πράγματα και φεύγουμε σαν κυνηγημένοι από το ξενοδοχείο.
Ο Γιάννης προσπαθεί να κλέψει ένα γατί με τρία καλά πόδια, το γατί δεν ψήνεται.
Φτάνουμε στο αμάξι. Η μπροστά δεξιά πλευρά του, χαμηλά στο φανάρι της ομίχλης, είναι ολόκληρη καλυμμένη με πηχτή λάσπη.

-Εντάξει, δεν έγινε καμιά μεγάλη ζημιά.

Καθαρίζουμε τη λάσπη και φεύγουμε.
Σταματάμε για καφέ και ομελέτα, τσοντάρουμε και μπύρα.

Και αρχίζουμε να θυμόμαστε.


22 ώρες πριν:

-Ψήνεσαι για καμιά εκδρομούλα; Κάνα Μαραθώνα να δούμε θάλασσα κι έτσι.
-Πάμε ορεινή Κορινθία.

19 ώρες πριν:

-Καύλα είναι ε, βουνά, λαγκάδια, ομίχλη...
-Κοίτα πάνω στο βουνό που είναι μέσα στο σύννεφο.
-Εκεί πάμε.
-Στη μαυρίλα, στο χάος.
-Δεν κάνει καν τον κόπο να έρθει προς τα εδώ ε, ξέρει ότι θα πάμε.

17 ώρες πριν:

-Να πάρουμε άλλο ένα κρασάκι;
-Ναι, αμέ.
-Όχι το ροζέ όμως, να πάρουμε μπουκάλι.
-Ωραία, θα πάρουμε μια στροφυλιά.

Όσο πίνουμε, τόσο σταματάμε να ελέγχουμε τις σκέψεις.
Η φιλοσοφία της γκρίνιας αυξάνεται αναλογικά με τον ενοχλητικό κόσμο.
Η μαγείρισσα την πέφτει στο Γιάννη ενώ έχουμε βγει για να καπνίσουμε.
Ο επόμενος καλεσμένος στο καπνιστήριο είναι μια χοντρή καθυστερημένη με τον άνδρα της.
Ο άνδρας της μας εξηγεί πως έκοψε το κάπνισμα όταν μια μέρα

"παίρνω ένα πακέτο το πρωί και πάω στο γραφείο. Και το μεσημέρι, πάω να ανάψω ένα τσιγάρο και είναι το πακέτο άδειο. Που πήγαν τα τσιγάρα;"

Παύση γεμάτη αγωνία.

"Τα είχα καπνίσει."

16 ώρες πριν:

Έχουμε πιει μόνο 2 μπουκάλια κρασί διαφορετικού χρώματος.
Και θέλουμε να βάλουμε κάρτα στα κινητά μας. Δεν έχουμε κάποιον να πάρουμε στ' αλήθεια, αλλά εκείνη την ώρα μας αρέσει να μη το σκεφτόμαστε αυτό.

Μπαίνουμε στο αμάξι, σταματάμε σε ένα μπακαλικάκι, τζίφος. Αλλά εκεί δίπλα έχει ένα μπαρ και ο Γιάννης το επισημαίνει. "Γυρνώντας" του λέω. Συνεχίζουμε στο επόμενο χωριό, τζίφος κι εκεί. Ο μαγαζάτωρ έχει μόνο τηλεκάρτες και το καρτοτηλέφωνο είναι κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο, το μισό χαμένο στην ομίχλη και το άλλο μισό στη βροχή. Ο μαγαζάτωρ εξηγεί τους λόγους που δεν έχει κάρτες για κινητά ενώ το κρασί είναι στο max capacity:

-Μα να τις αγοράζω πέντε ευρώ για να τις ξαναπουλάω πέντε; Και να έχω ένα στοκ διακόσα και πεντακόσα ευρώ στο συρτάρι;

Αυτός ήμουν εγώ. Ήταν η πρώτη από τις Μεγάλες Κουβέντες που θα ακολουθούσαν.

Γυρνάμε πίσω, παρκάρουμε έξω από το μπαρ.

-Δυο σφηνάκια και φύγαμε, έτσι;
-Ναι μωρέ, ίσα-ίσα για το cult.

15 ώρες πριν:

Το CAFE BAR ΡΟΔΟΝ στα Κάτω (;) Τρίκαλα Κορινθίας, είναι ένα θλιβερό μέρος.
Ο ιδιοκτήτης είναι ένας τύπος προς το μεσήλιξ, που κάθεται όλη νύχτα πάνω από τα πικάπια με τα ακουστικά στα αυτιά προσποιούμενος πως επιλέγει μουσική, ενώ παίζει Kiss FM ή κάτι τέτοιο, κομπλέ με διαφημίσεις τζάμπο. Ο ίδιος τύπος έχει πιει 2 ποτά από την αρχή της σεζόν. Η σερβιτόρα, είναι η Μαρία, 19 χρονών, ντόπιο στοκάδι που δεν έχει ξαναδουλέψει ποτέ σε μπαρ. Βάσει του νέου νόμου, το κάπνισμα απαγορεύεται μέσα στο μπαρ. Οι πελάτες του μαγαζιού είναι ο Γιάννης κι εγώ.

Παίρνουμε πράγματι δύο σφηνάκια βότκα.
Πίνονται σε κλάσματα.

-Αυτή τη δουλειά θα κάνουμε τώρα;
-Όχι, πληρώνουμε και φεύγουμε.
-Έλα να πιούμε κάτι μωρέ και φεύγουμε.
-Καλά, τι θες;
-Ένα Black Russian, εσύ;
-Ξέρωγω, κάτι με το οποίο δε θα θέλω τσιγάρο, κάνα Bacardi Cola.

Έρχονται τα ποτά. Πίνονται κι όλας.
Παίρνω άλλο ένα, ο Γιάννης δεν έχει τελειώσει το χτυμπακάρδι του.

Κάποια στιγμή σηκώνομαι, με νεύρα, δεν ξέρω γιατί και βγαίνω έξω.
Είναι 11 τη νύχτα περίπου, στα 1000τόσα μέτρα και βρέχει.
Και στέκομαι με το κοντομάνικο στη βροχή και την ομίχλη και το τσιγάρο στο χέρι και δεν κρυώνω καθόλου.

Ο Γιάννης βγαίνει και μου λέει "έλα μέσα, είπαν ότι μπορούμε να καπνίσουμε, μας έβγαλαν τασάκι."
"ΔΕ ΘΕΛΩ!" απαντώ διαλλακτικά και ο Γιάννης ξαναμπαίνει μέσα.

Ξαναμπαίνω μέσα. Ο Γιάννης παίρνει άλλο ένα, εγώ συνεχίζω με σκέτη βότκα, δύο παγάκια, όχι λεμόνι, πως προφέρεται αυτό, στολίσναγια Μαρία, στολινασαγα, στολισναγια Μαρία, δε θα μπορέσω ποτέ να το πω, καλά δεν πειράζει, βάλε τώρα λίγο.

Πίνουμε τη βότκα, κάνουμε πως την πέφτουμε στο 19χρονο για να μάθει να δουλεύει σε μπαρ η αναίσχυντη, Μαρία γκλενφίντιχ δεκαοχτάρι έχετε, τι είναι αυτό, ρώτα τον φοβερό ιδιοκτήτη-dj, δεν είχανε, βάλε 3 σφηνάκια από το 12αρι που βλέπω εκεί, τι τρία, ΤΡΙΑ Η ΚΑΝΕΝΑ, βάζει τρία, πίνει, καίγεται, γελάμε, πλάκα έχει η Μαρία, μου θυμίζει που ήμουνα μικρός και σαλαγούσα κότες στην Εύβοια, να 'σου άλλη μια βότκα κι άλλο ένα βακάρδι, σε κάποια φάση μου λέει ο Γιάννης "στρίψε αυτό που έφερες να το κάνουμε έξω". Όχι του λέω, εδώ θα το κάνουμε, που, μέσα στο μπαρ, ναι μέσα στο μπαρ, τασάκι δε μας φέρανε; Ο Γιάννης παίρνει δύο χαρτάκια, τα κολλάει κάθετα μεταξύ τους, τον ρωτάω τι κάνει, σηκώνει τους ώμους αδιάφορα και μορφάζοντας σαν τον Κλιντ Ήστγουντ όταν του λένε πως οι Απάτσι σκότωσαν την αγαπημένη του, απλώνω 3 χαρτιά στον πάγκο, ρίχνω τον καπνό, ρίχνω και τα σημαντικότερα, "λες κι ήμασταν σε κόφισοπ στο άμστερνταμ ρε μαλάκα", το στρίβουμε το σκάμε και ξαναπιάνουμε κουβέντα με Μαρίες και DJs σα να μην τρέχει μια. Ο Γιάννης σε κάποια φάση κοπανάει τον πάγκο quotάροντας Κώστα Τσάκωνα "ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΡΕΙΣ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ;;;", αργότερα κι ενώ κοιτάω το κενό με σκουντάει λίγο στο χέρι με τα δάχτυλά του για να μου πει κάτι κι ενώ έχει ξεκινήσει να το λέει, του λέω απειλητικά "μη μ' ακουμπάς", τον πιάνει νευρικό, με πιάνει νευρικό, έρχεται η Μαρία να μου υπενθυμίσει πως μπλέκω τα ποτά, πίνουμε άλλα 3 σφηνάκια, ο Γιάννης δεν ακούει καλά τι του λέω κι αποφασίζω να του το γράψω, σπάω έναν πλαστικό αναδευτήρα και χαράζω τη λέξη "ΦΥΤΙΛΙ" στο χέρι μου (κανείς δε θυμάται τι συζητούσαμε), επισημαίνω στο Γιάννη πως πονάει κι ο Γιάννης θέλει να δει πως είναι, έτσι χαράζω μια πεντάλφα στην πλάτη του, η Μαρία μας ρωτάει πως θα γυρίσουμε έτσι που γίναμε κωλοτρυπίδια, εγώ λέω πως εγώ είμαι λιγότερο μεθυσμένος και θα οδηγήσω εγώ, ο Γιάννης σκάει ένσταση, λέει θα το λύσουμε σε μονομαχία, τι μονομαχία ρε μουνή, λέει θα κάνουμε αυτή τη μαλακία με τους αντίχειρες, όποιος παγιδέψει τον αντίχειρα του άλλου, προφανώς σημαίνει πως είναι πιο ξεμέθυστος (αμέ) και άρα οδηγεί. Το κάνουμε, νικάω, έρχεται η Μαρία, μας λέει δε σας βάζω άλλο, της λέω βάλε 3 σφηνάκια και φύγαμε, με ρωτάει αν είμαι σίγουρος ο Γιάννης σηκώνεται πάνω και της φωνάζει

-Μαρία, βάλε 3 σφηνάκια.

Η Μαρία βάζει 6 σφηνάκια Ούρσους, τα πίνουμε, πληρώνουμε κάτι λιγότερο για τα ποτά από όσα δώσαμε στο εστιατόριο που φάγαμε τον κώλο μας, ο Γιάννης πετάει 5 ευρώ μπροστά στη Μαρία για φιλοδώρημα, η Μαρία λέει όχι ρε συ, κράτα τα, ο Γιάννης λέει πάρτα, η Μαρία λέει είναι πολλά, ο Γιάννης φωνάζει ΠΑΡΤΑ, η Μαρία τα παίρνει, βγαίνουμε έξω και κάθομαι στο τιμόνι. Πρώτη φορά στο τιμόνι ξένου αμαξιού, πρώτη φορά σε τιμόνι μεθυσμένος, αλλά η ώρα είναι 2 παρά και στα χωριά της Ορεινής Κορινθίας δε κυκλοφορεί ούτε μόριο οξυγόνου τέτοια ώρα και μέρα. Εν τω μεταξύ, η ομίχλη κοντεύει να γίνει σούπα.

-Που είναι τα φώτα;
-Χέσε τα φώτα.
-Ρε μαλάκα έχει ομίχλη.
-Χέσε τα φώτα, δε τα χρειάζεσαι.

Βάζω μπροστά και ξεκινάω. Ο Γιάννης γέρνει επάνω μου με ύφος παιδεραστή που ξυπνάει σε παιδική χαρά.

-Μαλάκα, θα σε ΓΑΜΗΣΕΙ η Γαλλίδα αν της τρακάρεις τ' αμάξι μαλάκα.

Στην αρχή όλα πάνε καλά. Κάποια στιγμή, μια στροφή παίρνεται λάθος. Και λέγοντας "λάθος", εννοούμε πως δεν παίρνεται σχεδόν καθόλου. Καθ' όλη τη διάρκεια της λανθασμένης μανούβρας, ο Γιάννης, ψυχραιμότατος παρατηρεί πως "δεν το πας καλά, έτσι όπως πας δε θα σου βγει, δεν το- στο είπα." Το αμάξι, κατά τα φαινόμενα, έχει φρενάρει χιλιοστά μπροστά από το κάθετο τοίχωμα του γκρεμού. Ο Γιάννης αρχίζει να επαναλαμβάνει μια από τις διασημότερες φράσεις της βραδιάς. Είναι η ψυχραιμία που την ξεστομίζει που την κάνει τόσο αξιομνημόνευτη: "Δες που είναι ο δρόμος και που είσαι εσύ. Δες που είναι ο δρόμος *παύση* και που είσαι εσύ. Βγες να δεις, που είναι ο δρόμος και που είσαι εσύ." Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει έξω. "Μαλάκα, έλα να δεις που είναι ο δρόμος και που είσαι εσύ, έλα να δεις- φέρε τα κλειδιά μαλάκα."

Αλλάζουμε θέσεις. Δε μου αρέσει η ιδέα να πεθάνουμε χωρίς να μας σκοτώσω εγώ, αλλά είχα την ευκαιρία μου και την πέταξα. Ο Γιάννης δε την πετά, μας φτάνει ασφαλείς στο ξενοδοχείο -ο αρχιδάκος, τα άναψε τα φώτα όταν οδήγησε αυτός.
Μπαίνουμε παραπατώντας μέσα, παίρνουμε κλειδιά, μπαίνουμε δωμάτιο, ταβλιαζόμαστε. Ξεχάσαμε τα τσιγάρα στο αμάξι όμως, ο Γιάννης δεν πάει να τα πάρει, μάλλον γι' αυτό του πετούσα τα σοκολατάκια, βγαίνω εξώ, πάω προς την έξοδο της reception, πετάγεται η ρεσεψιονίστ από τα σκοτάδια με ένα σάλι.

-Ψάχνετε κάτι;
-Ξεχάσαμε κάτι στο αμάξι και πάω να το πάρω.
-Δε μπορείτε να βγείτε από εκεί, είναι κλειστά γιατί *εμφανής αλλαγή τόνου* όλοι κοιμούνται τέτοια ώρα.
-Ελάτε, θα σας ανοίξω να βγείτε από πίσω.

Με οδηγεί στο σκοτεινό ξενοδοχείο, ανοίγει μια πόρτα, σκάλες προς τα κάτω.

-Προσοχή στις σκάλες.

Κατεβαίνω (όλα κομπλέ) φτάνω στο αμάξι, το οποίο κανείς δε σκέφτηκε να τσεκάρει αν όντως ήταν ανέπαφο ή απλώς έτσι νομίζαμε, παίρνω τον καπνό και πάω να γυρίσω. Ανεβαίνω τις σκάλες, στρίβω να μπω στην είσοδο και δεν βλέπω κανέναν. Σκοτάδια παντού. "Η πουτάνα" σκέφτομαι, "με παράτησε μόνο μου". Κάθομαι σα μαλάκας όρθιος και κοιτάω ευθεία μπροστά το τίποτα για κάμποσα δευτερόλεπτα και μετά αποφασίζω πως αποκλείεται να με άφησε μόνο μου και πως κάποιο λάθος έκανα. Βγαίνω από το ντουλάπι-αποθήκη, συνεχίζω να ανεβαίνω τις σκάλες "μπήκατε κάπου λάθος μάλλον" μου λέει το διακριτικό γκομενάκι που με παρατηρούσε όλη αυτή την ώρα, μουγκρίζω κάτι για την αναστάτωση που της προκάλεσα, γυρνάω στο δωμάτιο, ο Γιάννης στρίβει ένα τσιγάρο, αποφασίζει πως δε το θέλει όλο και μου το πετάει στον ώμο από τη σοφίτα, το καπνίζω, πέφτω στο κρεββάτι και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι, είναι η αρχή της ιστορίας.

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Αφορισμός #37

Η μεγαλύτερη ήττα όλων
είναι, εν τέλει,
η σιωπή στο πεδίο της νίκης.

There's a throne in the desert.

Ήταν, μου πε, στην Πλατεία των Κίτρινων Φύλλων
Κάτω απ' το μπλε καμπαναριό με το νεκρό ρολόι
Ήταν, μου πε, εκεί που την πρωτόδε
Χαιρέτιζε η ανάσα της τον Άλλον Ουρανό
Τις Άλλες Μέρες, τις γεμάτες μοιρολόι
Ήρθε σαν ήρθαν όλα τ' άλλα, έτσι μου πε
Μα κάτι σάλευε βαθιά μες στη σκιά της
Ήταν, μου πε, τότε που τρόμαξε
Μήπως από κακό πηλό ήταν φτιαγμένος, ή σαν άμμος
Μήπως, μου είπε, ξέραινε την άχραντη δροσιά της
Κρατούσε, μου πε, μια φωτιά, μέσα στις απαλάμες
Σαν κάνουνε οι χριστιανοί στα προσκυνήματά τους
Το πρόσωπο ήταν πάλλευκο, θαμπή η φωτογραφία
Μα μες στα χέρια τα ωχρά, λεπτές γραμμές αστράφταν
Σαν κάνουν, μου πε, οι άνθρωποι στα ξεκινήματά τους.

Δεν ήξερα τι να της πω, μου είπε ντροπιασμένος
Γροθιές σφιχτές μες στο παλτό, χαμόγελο από χιόνι
Ήταν, μου είπε, σαν μιλάς σε ξένο γιο
Φοβάσαι μήπως ξεχαστείς και πεις το ξόρκι που ραγίζει
Κι έτσι καθόταν, είπε, σιωπηλός στο στέρνο το σαγόνι
Ώσπου η βοή τον πρόφτασε, του χάιδεψε τις λέξεις
Και ένοιωσε μέσα του μακριά, η νύχτα πως λυγίζει
Και σαν τροχιές πλανήτη δίχως άστρο, τα βήματα γοργά
Πως να της έλεγε, μου είπε, πως ζει για να πεθάνει;
Πως λες στο γέρο βασιλιά, τα τείχη του πως πέσαν;
Πως λες στο άρρωστο παιδί καινούρια μέρα πως δε θα 'ρθει;
Πως να της πει, πως δε μπορούσε σαν αυτή, όνειρα πια να κάνει;
Ήταν, μου είπε κάποτε, στων Κίτρινων των Φύλλων την πλατεία
Κάτω απ' το μπλε καμπαναριό, τις ώρες πια που δε χτυπάει
Ήταν, μου είπε κάποτε, εκεί μονάχα που την είδε
Χαμογελώντας γλίστρησε πέρα απ' τα χέρια της κι από το φως
Κι άμμο δακρύζοντας ψυχρή, τον κόσμο ξέχασε πως να αγαπάει.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010


Είμαστε τώρα στην όμορφη Κοπεγχάγη και τα πίνουμε. Και είμαστε εμείς και δυο κοπελιές, η μία άρρωστη, η άλλη γεννημένη στη Δανία αλλά μισή από την Ουγγαρία και μισή από την Ιαπωνία. Και η έμπνευση της στιγμής που καλύπτει προσωπικά γούστα, μπουκωμένες μύτες και πολιτιστικά κενά, είναι να φτιάξουμε ρακόμελο, γηέεεη. Αλλά πρώτα πρέπει να βρούμε ρακή.

Εδώ, αγαπητέ αναγνώστη και δυνητικέ Κρητικέ, είναι Δανία. Η ρακή δεν είναι αυτά που ξέρουμε για Κρήτη και Αμοργό και δε συμμαζεύεται. Εδώ η ρακή είναι πατρογονική υπόθεση και αν φέρνει μια λέξη στο μυαλό, αυτή είναι "Τουρκία". Ξεκινάω λοιπόν γνωρίζοντας πως ψάχνω όχι γιενί ρακί με γλυκάνισο, αλλά τη σκέτη, γνωστή ως σούμα ρακή ή έφε ρακή.

Υπάρχει εδώ κοντά στο σπίτι, στο καρακέντρο της παλιάς πόλης, μια ωραία γκλάμουρ κάβα. Πηγαίνει λοιπόν ο ήρωας της ιστορίας μας (εγώ) από 'κει μπας και του κάτσει η καλή, μιας και είναι κάβα υψηλού κύρους -έχει 4 διαφορετικά είδη αψεντιού, αμέ. Αλλά ο ήρωας της ιστορίας μας βρίσκει την κάβα κλειστή. Πετάγεται μέχρι το Ελληνικό εστιατόριο, βρίσκει τον Γιώργο τον Ντεσπεράντο, του λέει θέλω να φτιάξω ρακόμελο και ψάχνω ρακή, αλλά χωρίς γλυκάνισο. Ή τσίπουρο. Ή κάτι τέτοιο. Ο Γιώργος ο Ντεσπεράντο δεν έχει ιδέα. Ο ήρωας της ιστορίας μας παίρνει σβάρνα τα μαγαζιά με κεμπάμπ και ξεκινάει το γκάλοπ.

-Γεια σας, μιλάτε αγγλικά;
-Είστε Τούρκος;
-Ευχαριστώ, γεια σας.

Αυτό γίνεται πεντέξι φορές μέχρι που πετυχαίνει Τούρκο ντονερά.

-Θέλω ρακή.
-Δεν έχω, μόνο αναψυκτικά και αριάνι.
-Που θα βρω;
-Θα πας πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό, στην οδό Istegade.

Η οδός Istegade αγαπητέ αναγνώστη, είναι από τα πιο κυριλέ και ντελικάτα μέρη της Κοπεγχάγης. Πρέζες, κόκες, πουτάνες, μπουρδέλα, νταβατζιλίκια μπράβων, μη τα πολυλογώ, τα πιο φίνα παλικάρια εκεί κάνουν τσάρκα, στο ethnic μακρύ οδόστρωμα της Istegade και των γύρω δρομακίων.

Σκάει μύτη ο ήρωάς μας στην Istegade. Αμφίεση νορμάλ, τζινάκι μαύρο, μπλούζα sonisphere, κοντό δερμάτινο τζακετάκι, ακουστικά, σιγαρέττο. Βλέπει ένα ψιλικατζίδικο, μπαίνει μέσα και πετάει το catch phrase: Είστε Τούρκος;

Στην αρχή κανείς δεν είναι. Και κανείς δεν ξέρει τι είναι η ρακή.
Ο ήρωας μας προχωρά βαθύτερα στην Istegade. Και αφήνει πίσω του, κομμάτι-κομμάτι, την γνώριμη Κοπεγχάγη.

Ο πρώτος που σκάει μύτη μοιάζει σα να θέλει τσιγάρο. Μου λέει κάτι που δεν ακούω κάτω από τους ράμσταη, κάνει και κάτι σπαστικά με το κεφάλι, κοιτά παντού εκτός από εμένα, τζέντλεμαν από τους λίγους. Βγάζω ακουστικά, γουάτ του λέω, μου λέει ψάχνεσαι για κόκα; Όχι του λέω, ντάξει είμαι, ξαναβάζω ακουστικά, συνεχίζω, "είστε Τούρκος, είστε Τούρκος" σε κάποια φάση με ακούει μια μαύρη κι όπως βγαίνω από το μαγαζί μου λέει "εγώ είμαι Τουρκάλα, 250 κορώνες". Την κοιτάω, της κάνω "300 αλλά θέλω ρακή". "Τι είναι αυτό μου κάνει" και βλέπω πως προσπαθεί να θυμηθεί αν της το 'χουν κάνει ποτέ αυτό το ρακή κι αν πονούσε. Την παρατάω, συνεχίζω, έχω κάνει 400 μέτρα σε ευθεία, 800 σε ζιγκζαγκ για να μπω σε όλα τα ψιλικατζίδικα και μίνι μάρκετ, έχω προσπεράσει δυο φορές την ίδια παρέα τύπων που είχαν ρίξει κάτω έναν και του έδειχναν τι γερά παπούτσια έχουν, έχουν έρθει τουλάχιστον έντεκα-δώδεκα τύποι να μου πουλήσουν ντρόγκια, σχεδόν πάντα κόκα και το πήρα και λίγο πάνω μου που δε με περνούσαν για φτηνιάρη, πουτάνες παντού, η ταρίφα ίδια, ρακή πουθενά.

Σε κάποια φάση φορτώνω, λέω τι γελοίοι Τούρκοι είστε εσείς, μόνο καρλσμπεργκ και αριάνι, αρχίζω και μπαίνω παντού. Σε σεξ σοπ, σε παλιατζίδικα που πουλούσαν πορσελάνες, σε χασάπικα, μέχρι και σε ένα κουρείο που οι πελάτες καπνίζαν ναργιλέ ενώ τους κούρευαν. Μπήκα σε σουπερμάρκετ που είχε θάλαμο για καπνιστές και απ' έξω είχε παρκαρισμένο ένα αμάξι γεμάτο μαύρους από αυτά τα φτιαγμένα που πάνε πάνω-κάτω, μπήκα σε ντονεράδικα, σε μανάβικα, μπήκα σε χαρτοπαικτική λέσχη με κάτι σημαδεμένους στην πόρτα, ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΠ' ΟΛΟΥΣ ΔΕ ΘΑ ΠΙΝΕ ΡΑΚΗ; Μπήκα ακόμα και σε ένα καφενέ που είχε ταμπέλα "πολιτιστική λέσχη Τουρκίας-Δανίας" ή κάτι τέτοιο και φώναξα "ψάχνω ρακή, ποιος ξέρει που θα βρω" αλλά κανείς δεν ήξερε να με στείλει κάπου που δεν είχα ήδη πάει. Εκεί με ρώτησαν πρώτη φορά από που είμαι και μάλλον χάρηκαν μόλις το άκουσαν, αλλά εγώ είχα απελπιστεί γιατί ήξερα πλέον πως ρακή χωρίς γλυκάνισο δεν υπάρχει στη Δανία. Τον τελευταίο βαπόρα πρέπει να τον άγχωσα λίγο γιατί μόλις μου είπε πάλι για ναρκωτικά εγώ του είπα ψιλοπαρμένος "Raki. I want fucking raki. Just raki." και απομακρύνθηκε πετώντας ένα αινιγματικό και προβληματισμένο "No names man, no names".

Πήγα την Istegade από τη μια άκρη ως την άλλη, κι απ' τις δύο μεριές, ρακή πουθενά και ενώ κάθομαι αποκαμωμένος στη στάση σταματάει μπροστά μου ένα Lada Niva (δεν έχω ξαναδεί ποτέ Lada στη Δανία) με έναν τύπο στο τιμόνι 2 μέτρα ύψος και ενάμιση φάρδος και με ρωτάει, με μια προφορά αποθηκάριου στο Ιρκούτσκ, αν ψήνομαι να αγοράσω κανένα όπλο. Όχι του λέω, έχω τέσσερα (τι να του πω) οπότε ο τύπος με ρωτάει στο ίδιο "μήπως ξέρεις τι ώρα είναι" στυλ αν θέλω ναρκωτικά. KUN VODKA! του λέω και γελάει με έναν τρόπο που πρέπει να είμαι από τους λίγους που τον άκουσαν και ζουν για να το πουν, γκαζώνει και φεύγει.

Το λεωφορείο τελικά σκάει μύτη, μπαίνω μέσα και το τελευταίο πράγμα που βλέπω πριν κλείσω τα μάτια μου αναστενάζοντας, είναι για τρίτη φορά, τους ίδιους τύπους να κλωτσάνε τον πεσμένο. Και δε μου βγάζει κανείς απ' το μυαλό πως αν κάποιος ήξερε που θα βρω ρακή χωρίς γλυκάνισο, ήταν αυτός.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010


There is a combination that solves the world.
There's a special way you must walk
When the sun shines the right way
Between the apartment buildings
A special path you must follow
On a special pace
Walk on certain tiles
And there's a pattern in your breathing
You must follow
Then you reach an intersection
You must wait for the light to go green
A specific amount of times
Before you cross
And then the tiles are different
And the pattern's changed
And when you reach your door
Use only your left hand
Lock and unlock the secret number of times
The speak the word you must
And open it
Let the door slide and run to the kitchen
You must be there before it's shut
And then stand still with your eyes closed
Until it slams
Find the button on the oven
The lever in the sink
Go up the stairs, two steps at a time
One step back down for each pair
Hop on one foot to your bed
Jump down towards it
Half a turn midair will do
And lie still the way you landed
For the correct amount of time
You'll hear a click from somewhere inside
And everything will be new
For there's a combination, yes
That solves the world.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Sketching Directions.

Two hundred centuries -one name
From beneath the city comes the hum
The roads are calling again
Dreams and mirages, the memories
Trails of absolution in the nightsky
Iron angels with economy seats
I can't wait to get out.

There's a city, somewhere
And its name is Bratislava
Pretty girls and old cell mates
Cheap cigarettes, block apartments
A castle on top of a hill
And I can't wait to visit again.

There's a city, somewhere
An eternal city called Rome
Glory flows down the sidewalk
Where the spilled cappuccinos
Stain designer shoes of hearty folk
And I can't wait to laugh there again.

There's a city, somewhere
People call it Paris
A cathedral, a river
A racial blur and a white hill
Funny accents and coffee
And I can't wait to be there.

Two hundred centuries -one failure
Four million houses can't make a home
But there's a city, somewhere
And its name is Vienna
Where the people remember a dance
Where the bakeries smell in the morning
And a man without name works the tap.

There's a city, somewhere
And its name is Prague
Inexpensive high heels
Inexpressive blond thrills
A hangover gone medieval
And I can't wait for the next.

There's a city somewhere
The folks call Budapest
A spine of steel, a smell of sex
Where my own continent ends
And the intimate strangers await
For me, just for one more time.

Two hundred centuries -one life
Four million hearts can't make a friend
But there's a city, somewhere
And its name is Amsterdam
Where God and Devil drink together
On a cloud blown by hookahs and bongs
And I can't wait to rejoin them.

There's a city somewhere
And its name is Bucharest
One more red castle to fall
Where the people won't stay
And the people won't go
And yet still, I can't wait.

There's a city somewhere
And it's name is Riga
Where the snow falls majestic
And it smells of absinthe and wool
Where the tongue is hard
And the beds are soft
For my body to dent again.

Two hundred centuries -one airport
Four million minds can't make an excuse
But there's a city, somewhere
And its name is Berlin
Where history heaves the sunlight
And the air smells of cycles and change
And I'll always be there again.

There's a city somewhere
And its name is Lisbon
Where the havens hail the black sea
And the stray cats prey on caught fish
Where the winding roads lead up the castles
I will be with my heart still in place.

There's a city somewhere
And it's name is Seville
It is brown and it looks like blood
Music plays on the streets
And the dusty roads jingle
As they'll do when I walk them again.

Two hundred centuries -one chain
Four million reasons can't make a cause
But there's a city, somewhere
And its name is Copenhagen
Where there's nothing for most
But pretty old buildings
And petty gray rain
Yet it tears me apart
Every day I'm not there.

Two hundred centuries -one mother
Four million tumors can't make a disease
For there's a city, somewhere
And its name has always been Athens
Where the blankets smell of teargas
And the water tastes like despair
The central piece always falls loose
But of all harms and all evils
This succubus city
Is what I can't quit inflicting on me.

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Hyperviolet Side.

There's a blue light coming through the windowpane
A blue light that calls my name
I can hear the sirens' whispering wails
Behind the smiling fluorescence
There's a blue light and it knows where I lay
And it creeps through the cracks and the holes
And it spreads like a carpet of souls
Right under my door.
There's a blue light dripping down on me when I'm sleeping
A blue light that tastes like the sandstorms of the South
I can smell iron on the bedsheets -and something else
And there's a hum coming from the chimney.
There's a blue light and it knows my secret name
It flows with my breath and blankets my heart
It is cold like the wastelands up North
And it's tight like tongues intersecting
For the very first time.
There's a blue light in my shadow at night
A blue light that scares the stray dogs away
The lamplights turn cobalt when I blink
I don't know how I know
And the sidewalk ahead is always empty.
It blends with the water I thirst for
It seasons the food when I starve
It flavours the smile when I'm weeping
And yet whispers it loves me.
There's a heavy blue light on the back of my neck
A Prussian Blue light that smells of stale almonds
And it hugs me so tight, it drowns me so sweet
That my screams only come out as moans.
There's a blue light right behind my eyes
That turns black when I play with my veins
And it claims me, for better, for worse
A blue light that riddles the Endtimes
And spreads wide the Sphinx of its sex.
There's a blue light at the rim of the trigger
And it heaves the merciful barrel away
Sometimes it sounds like laughter
Sometimes it sounds like despair
And once upon a time
-I don't know how I know-
Anywhere but here
It used to be both.

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010


Ώρες μεσημβρινής και νυκτερινής ησυχίας θεωρούνται οι εξής:
Α. Κατά τη θερινή περίοδο από 15:00 έως 17:30 και από 23:00. έως 07:00. Β. Κατά τη χειμερινή περίοδο από 15:30 έως 17:30 και από 22:00 έως 07:30. Θερινή περίοδος, λογίζεται το χρονικό διάστημα, από την 1 Απριλίου έως την 30 Σεπτεμβρίου και ως χειμερινή το χρονικό διάστημα, από την 1 Οκτωβρίου έως την 31 Μαρτίου.

Τελευταία, μου αρέσει να κρατάω ένα τσιγάρο για τη νύχτα. Για την ώρα που θα βγω στη βεράντα και θα δω τι συμβαίνει όταν...

Μα ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή.

Αυτή την περίοδο, που δεν ξέρω που αρχίζει και που τελειώνει, όσο κι αν το παροδικό της φράσης το κάνει να φαίνεται λίγο, αυτή την περίοδο λοιπόν, νομίζω πως φοβάμαι να κοιμηθώ. Δεν είμαι και βέβαιος πως είναι φόβος, ίσως είναι και άγχος. Αλλά το ίδιο δεν είναι; Ας το πούμε φόγχος για να συνεννοούμαστε. Έχω λοιπόν ένα φόγχος πως κάτι θα γίνει άμα κοιμηθώ. Όχι σε μένα. Όχι στο κεφάλι μου. Εγώ ελέγχω τα όνειρά μου, δηλαδή ξέρω να τα τελειώνω, αυτό εννοώ. Αν κάποιο όνειρο πάει στραβά ή υπερβολικά καλά, το τελειώνω. Δε με φοβάμαι εκεί. Το φόγχος μου είναι τι γίνεται έξω όσο κοιμάμαι. Φαντάσου ένα παιδάκι, στο πίσω κάθισμα, πάει διακοπές, οδηγεί ο μπαμπάς, η μαμά γαμάει το ραδιόφωνο, το παιδάκι βαριέται και βάζει στόχο να μετρήσει όλα τα εικονοστάσια από την αφετηρία ως τον προορισμό. Τώρα ας φανταστούμε πως το παιδάκι είναι και λίγο ψυχαναγκαστικό και πως αφού το άρχισε, πρέπει να είναι βέβαιο πως τα μέτρησε όλα. Αλλά το ταξίδι είναι μεγάλο και το μυαλό του παιδιού γίνεται φραπές και νυστάζει. Ε, αυτό το παιδάκι έχει το φόγχος μη το πάρει ο ύπνος και χάσει κανένα εικονοστάσι. Αν το πει αυτό στο μπαμπά του και τη μαμά του θα του απαντήσουν "και τι έγινε να χάσεις ένα εικονοστάσι". Αυτό είναι λάθος. Το σωστό είναι "κοιμήσου και θα μετράει η μαμά να σου πει πόσα περάσαμε ενώ κοιμόσουν". Το θέμα είναι αν το παιδάκι έχει εμπιστοσύνη στη μαμά του. Αν το παιδάκι είναι έξυπνο, τη γάμησε, πρέπει να μείνει ξύπνιο αλλιώς η μαμά του θα του πει "δεκατέσσερα" για να ξεμπερδεύει και πάει χαμένο όλο το μέτρημα. Αν το παιδάκι είναι χαζό, δεν ξέρω τι γίνεται. Λογικά θα βάλει τη μαμά να "μετράει" και αυτό θα κοιμάται καθ' όλη τη διαδρομή. Και μετά θα του πει "δεκατέσσερα" και δε θα θυμάται τι δεκατέσσερα και όλα τζετ.

Εγώ μετράω ώρες. Είμαι κάτι σαν τα πειράματα των Σοβιετικών για την αϋπνία αλλά χωρίς το σφυροδρέπανο. Εδώ είναι εθελοντικά όλα. Από την άλλη, κάποια στιγμή κοιμάμαι. Τα χαράματα συνήθως. Ήξερα κάποτε μια κοπέλα, ακόμα την ξέρω δηλαδή, αλλά όταν την ήξερα όντως, μου έλεγε πως πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε γυρίσει από οπουδήποτε στο σπίτι (επίσης οπουδήποτε) πριν βγει ο ήλιος (από την ανατολή). Δε μπορούσε να κοιμηθεί αν έσκαγε μύτη ο ήλιος, την έπιανε υπερένταση ή κάτι τέτοιο. Εγώ προσωπικά το σεβόμουν, δεν είχα κανένα κόλλημα με τον ήλιο ή το φεγγάρι, εγώ χέστηκα, έτσι κι αλλιώς θα με φάει το μαύρο χώμα κάποτε, τι με νοιάζει τι λάμπει όταν εγώ κοιμάμαι; Όπως και να 'χει, άμα την ήξερα ακόμα αυτή την κοπέλα τώρα που απλώς την ξέρω ακόμα, θα είχαμε πρόβλημα. Θα προσπαθούσα να της εξηγήσω πως κοίταξε να δεις (και όχι "άκου να δεις" γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σηκώνει το ρελέ) κοίταξε να δεις, εγώ δεν έχω κάνα πρόβλημα να γυρίσουμε σπίτι όποτε θες, ωραίο το σπίτι, για την ακρίβεια δεν έχουμε βγει από το σπίτι γιατί σιγά μην έβγαινα από το σπίτι τέτοιο καιρό, αλλά εγώ δεν παίζει να κοιμηθώ τώρα. Έτσι θα της έλεγα. Και αν της άρεσε, καλώς, αν όχι, κρίμα γιατί έτσι κι αλλιώς κάποτε θα πεθάνω και τι με νοιάζει αν της άρεσε ή όχι.

Ξεχνιέμαι. Ήθελα να σου πω πως ενώ λοιπόν εγώ κοιμάμαι με τον ήλιο από αυτό το φόγχος μη κοιμηθώ τη νύχτα, όταν είμαι ξύπνιος ούτε κάτι παραγωγικό κάνω, ούτε αξιοποιώ τις ώρες που δεν κοιμάμαι, ούτε νοιώθω (αξιοπρόσεκτα) άσχημα όταν ξυπνάω αργά. Γιατί δε φοβάμαι να κοιμηθώ αφού βγει ο ήλιος; Ξέρω γιατί. Και θα σου πω. Φοβάμαι γιατί δεν ακούω πια το σκουπιδιάρικο.

Μορφάζεις, αλλά ξέρω τι λέω. Χρόνια τώρα, ο ήχος του σκουπιδιάρικου ήταν ο αγαπημένος μου ήχος σε όλη την πλάση. Το άκουγα μέσα στον ύπνο μου και ένοιωθα Ασφαλής. Ένοιωθα πως εκεί έξω ο κόσμος έστεκε ακόμα στη θέση του, πως θα ξυπνούσα και όλα θα ήταν εκεί, το σκουπιδιάρικο μου έλεγε πως δεν ονειρεύομαι τον κόσμο και κυρίως πως δεν είμαι στο τέλος του ονείρου αυτού -που δεν έβλεπα. Το σκουπιδιάρικο ήταν η μια ευκαιρία ακόμα σε έναν κόσμο που με Περίμενε. Μετά σε γνώρισα και εκεί που μέναμε δεν υπήρχαν σκουπιδιάρικα, δηλαδή υπήρχαν αλλά περνούσαν στις 10 το πρωί περίπου και δεν έκαναν πολύ θόρυβο, μόνο όταν έσερναν τους κάδους ως το δρόμο. Αλλά εκεί δεν είχα ανάγκη ούτε το σκουπιδιάρικο, ούτε να με περιμένει ο κόσμος. Εκεί, ήθελα τον κόσμο να βάλει νέφτι στον κώλο του και να μας πάει γαμιώντας γιατί ήμασταν μαζί και ήθελα να φτάσουμε κάπου παρέα. Εκεί, ξυπνούσα και ήσουν δίπλα μου και ήξερα όλη τη νύχτα πως θα σηκωθώ και θα ήσουν εκεί και πως θα ξυπνήσω και θα ήσουν εκεί και πως θα πέσω για ύπνο και θα ήσουν εκεί και είχα ξεχάσει το σκουπιδιάρικο εδώ. Και όπως φαίνεται με ξέχασε κι αυτό.

Τώρα δεν έχω κανένα δίπλα μου, ούτε όταν ξυπνάω, ούτε όταν πέφτω για ύπνο, ούτε όταν σηκώνομαι τη νύχτα. Δεν είναι όμως λυπητερό, είναι χειρότερο, γιατί δε θέλω κι όλας κανέναν δίπλα μου. Θα ήθελα όμως να ακούω το σκουπιδιάρικο. Ίσως γι' αυτό μένω ξύπνιος ως το ξημέρωμα. Όχι για να το περιμένω. Γιατί τώρα, είμαι εγώ το σκουπιδιάρικο. Πρέπει εγώ να τσεκάρω αν είναι όλα στη θέση τους. Και γι' αυτό μου αρέσει να κρατάω ένα τσιγάρο για τη νύχτα. Είναι από αυτά τα τσιγάρα που ανάβεις όταν έχεις φόγχος. Δε το διώχνει, αλλά τουλάχιστον κάνεις κάτι άλλο, όταν σκάσει μύτη ο Διάολος, δείχνεις απασχολημένος κι όταν σκάσει μύτη ο Θάνατος, δείχνεις λίγο πιο μάγκας. Τώρα αν σκάσει μύτη ο Θεός δεν ξέρω τι παίζει, μάλλον άναψες λάθος τσιγάρο.

Έτσι που λες. Τις προάλλες είδα ένα φαντασμαγορικό θέαμα. Ένα λεωφορείο, εκτός υπηρεσίας, έστριψε από τη μεγάλη λεωφόρο και πέρασε μπροστά από το στενάκι που μένω. Ένοιωθα σαν αυτούς τους τύπους στην Αφρική, στην Κένυα, στο Σερενγκέτι που κάθονται σα μαλάκες ώωωωρες μέσα στη λάσπη με κάτι κυάλια που τα δείχνουν όλα πράσινα και παρακολουθούν τις ύαινες. Και γυρνάνε μετά με μια φάτσα λες και έχουν φάει όλα τα κουμπιά του κόσμου και σου λένε "Είμαι ενθουσιασμένος! Πρώτη φορά το είδα αυτό, ώστε έτσι κατουράνε οι ύαινες το βράδυ!" Και το εννοούν. Όντως είναι ενθουσιασμένοι. Εγώ είδα αυτό το λεωφορείο να περνάει μπροστά από το σπίτι, παραλίγο να μου φάει και τον καθρέφτη γι' αυτό την επόμενη το έβαλα στο στενό το αμάξι. Και το τελευταίο που θα υποπτευόμουν, θα ήταν το λεωφορείο. Είδα επίσης άλλα δύο λεωφορεία, άδεια και αχανή να πηγαίνουν με χίλια στη λεωφόρο. Και είδα και τη γειτόνισσα να βγαίνει από το σπίτι, να πηγαίνει στο αμάξι, να παίρνει κάτι, να το δαγκώνει ή κάτι τέτοιο και μετά να κλειδώνει το αμάξι και να ξαναμπαίνει σπίτι. Τέσσερις με πέντε το πρωί αυτό. Και είδα και ένα αεροπλάνο να αναβοσβήνει τα φώτα του ψηλά στον ουρανό και εκεί ένοιωσα σα να βγήκε ένα άυλο δάχτυλο από το κενό ανάμεσα στα αστέρια και να προσπαθούσε να με λιώσει. Ήταν άυλο και δεν την πάλευε, αλλά εγώ ένοιωσα κάπως, τίναξα το τσιγάρο και είδα πως ξημέρωνε και σκέφτηκα "να μπω μέσα πριν βγει ο ήλιος" και γέλασα γιατί με είχε επηρρεάσει αυτή η κοπέλα που ξέρω που ήξερα κάποτε, αλλά μπήκα όντως μέσα, όχι για τον ήλιο, για το αεροπλάνο, δηλαδή για το άυλο δάχτυλο που 'θελε να με λιώσει. Τσέκαρα κι εγώ τον πάγκο να δω αν έχει μαζευτεί κάνα μυρμήγκι πάλι, τίποτα, εγώ δεν έχω να λιώσω τίποτα εκεί έξω, ήπια νερό, έκλεισα τα φώτα και έπεσα για ύπνο και με το που έκλεισα τα μάτια μου περίμενα να γίνει κάτι κακό. Περίμενα να ξυπνήσω κάπου αλλού ή κάποτε άλλου, αλλά ούτε αυτό έγινε και κάπου εκεί πρέφαρα πως δίκιο είχα που περιμένω να γίνει κάτι κακό γιατί κατάλαβα που θα ξυπνήσω και το κακό ήταν αυτό.
Και όντως, δεν ξύπνησα ούτε κάπου αλλού, ούτε κάποτε αλλού.

Ξύπνησα πάλι εδώ και τώρα.

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Desert Claus.

Άστο να βγει και θα τους δεις
Γόνατα λεκιασμένα, σε έκταση τα χέρια
Αμφορείς γεμάτους μέλι να προσφέρουν
Άστο να βγει και θα δεις
Νεκρικά προσωπεία, λαγνεία γεμάτα
Τη φωλιά να κοιτούν, για σκατά να διψάνε
Άστο να βγει και θα τους δεις
Με τραγούδια ζωσμένους, αχθοφόρους μιας λήθης
Που ποτέ δεν ξεχνιέται και ποτέ δεν γυρνά
Άστο να βγει και θα έρθουν.

Εδώ το κρατώ, κλειδωμένο
Εδώ το κρατώ μ' αλυσίδες βαριές

Υπηκόους δεν ψάχνει, για ζωή δεν πεινά

Εδώ το 'χω, κάτω απ' τη φτέρνα

'Πα στο μαύρο το χώμα που γυρνά και καπνίζει

Εδώ το κρατώ κλειδωμένο

Την ανάσω του πια δε βαστώ να ξερνά

Πάνω σ' όσα ανθίζουν, πάνω σ' όσα αγαπώ.

Άστο να βγει και θα μάθουν
Τι αξίζεις, τι σέρνεις, τι θες
Από που 'σαι φερμένος και πως σε φωνάζουν
Άστο να βγει και θα δουν.
Άστο να βγει και θα ξέρουν
Από τι 'σαι φτιαγμένος και τι σε κρατά
Τις πληγές της λαγνείας πού το αίμα κεντά
Άστο να βγει και θα ξέρουν.
Άστο να βγει και θα κλάψουν
Για το λάθος που είσαι και δεν κυβερνούν
Τα ξερά τους τα μάτια μόνο άμμο γεννάνε
Άστο να βγει
Και θα σωθούν.

Εδώ το κρατώ, κλειδωμένο
Εδώ το κρατώ με καρφιά στο λαιμό

Οι θεοί δεν του λείπουν, για συντρίμμια πεινά

Εδώ το 'χω, με το σχοινί στο λαρύγγι

Απ' του εαυτού μου μακριά τη σπασμένη τροχιά

Εδώ το κρατώ κλειδωμένο

Του πολέμου το γέλιο πια δεν αντέχω

Του καπνού την οσμή δε μπορώ.

Άστο να βγει και θα μάθεις
Από τι είσαι φτιαγμένος, ποιο φίδι κρατάς
Για ποιο τέλος βαδίζεις, σε ποια φρίκη χωράς
Ποιον θα πάρεις μαζί σου, ποιον προδίδεις και πού
Τα όνειρα που θα ζούσες αν ξυπνούσες αλλού
Άστο να βγει και θα μάθεις
Πως ο κόσμος τελειώνει
Πως γερνά ο καιρός
Πως ο ανθός μαραζώνει
Άστο να βγει και θα μάθεις
Να κοιτάς και να βλέπεις
Το χαμό να αγαπάς
Και το τέλος να αντέχεις
Άστο να βγει και θα μάθεις.
Become me
And I'll help you escape

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Απορίες V

You march on a trodden momentum
Towards a chimaera called completion
And then what?

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010


Ένας βόμβος διασχίζει τον κόσμο
Και μια βοή που τρίζει στα λαγόνια
Κι είναι εκεί μέσα ένα ζώο
Πολλάκις ραβδισμένο
Χίλιες φορές εκπαιδευμένο
Δέκα χιλιάδων χρόνων ζωντανό.

Είναι ένα ζώο εκεί μέσα
Που θα 'χει δει τον κόσμο να τελειώνει
Πόσες φορές; Δεν πάει ο νους μου
Κι έμαθε αυτό να ζει
Μασώντας τα συντρίμμια
Κι έμαθε να το θέλει.

Είναι ένα ζώο εκεί μέσα
Που ψιθυρίζει για τα χρόνια που περνούν
Που μου μιλάει για το πώς όλα θα πέσουν
Και πως ίσα που προλαβαίνω να το αφήσω
Να μου δείξει
Πως είναι να τελειώνει ο κόσμος.

Μου λέει πως τα Πρέπει μου είναι ωραία
Και με συγχαίρει για την άσπιλη ηθική
Θα ήταν ωραία, παραδέχεται
Να μην υπήρχα τώρα εδώ να με ακούς
Θα ήταν ωραία, παραδέχεται
Να μη με είχες τόσο ανάγκη.

Υπάρχει μέσα μου ένα ζώο
Ξέρει να τρέφεται μόνο στη φτήνια
Απ' τα πολύτιμα κλείνεται απ' έξω
Ως να του ανοίξεις από οίκτο
Και το ταΐσεις λίγο
Ένα μικρό κομμάτι εαυτού.

Μου λέει πως εγώ είμαι ωραίος
Μου λέει πως εγώ είμαι αγνός
Και καθώς πίνει απ' τα λιμνάζοντα
Τα μιαρά υγρά στην άκρη της ψυχής μου
Ό,τι κι αν είμαι, δεν αρκεί
Όχι απέναντί του.

Υπάρχει μέσα μου ένα ζώο
Δίχως ελπίδες, δίχως αξίες, δίχως προσμονές
Λέει δεν υπάρχει τίποτα εδώ ν' αγαπήσεις
Λέει δεν υπάρχει τίποτα εδώ ν' αλλάζει
Όλη τη μέρα του ματώνω το ρύγχος
Όλη τη μέρα του σπάω τα δόντια και τη ράχη
Όλη τη μέρα το μισώ
Μα δε φωνάζει, δε γρυλίζει, δεν αλυχτά
Χαμογελά το ματωμένο του χαμόγελο
Και περιμένει
Τη μέρα που θα το λύσω
Τη μέρα που θα το αφήσω να με μάθει
Πως να γίνω σαν αυτό
Μόνο αυτό.

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010


Είμαι ήρεμος.

Είναι αυτή η ώρα του 24ώρου που είναι ανάμεσα στο "αργά τη νύχτα" και στο "νωρίς το πρωί". Η μη-ώρα. Αυτό το διάστημα που ο χρόνος κάνει τσιγάρο και το ρολόι τσουλάει στη νεκρά. Λίγα πράγματα γίνονται αυτή την ώρα σε αυτή τη φέτα του πλανήτη. Από το βόρειο πόλο και το Ελσίνκι μέχρι το Κάιρο, την Πραιτόρια και ένα κομμάτι πάγου της ανταρκτικής, ο κόσμος ξεχνά την ύπαρξή του. Όλα όσα αγαπώ ξεκουράζονται και όλα όσα σιχαίνομαι βρίσκονται σε ανακωχή μαζί μου. Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, είμαι απόλυτα ήρεμος. Ξέρω, δεν είναι τίποτα το φοβερό. Υπάρχουν άνθρωποι που στο μυαλό τους έχουν συχνά τέτοιες σιωπές. Βρήκα κι έναν άνθρωπο μέσα στη νύχτα που δεν κοιμόταν ούτε αυτός και πρόλαβα να το πω. "Μπορεί και να μη φύγει" είπε, μα εγώ δεν είμαι αισιόδοξος. Είμαι πολύ ήρεμος για να 'μαι αισιόδοξος. Είμαι ήρεμος σα να είναι ξανά όλα σε τάξη. Ξέρω πως δεν είναι και ξέρω πως τίποτα δεν πάει καλά αλλά είμαι ήρεμος. Αν μπορούσα να νοιώσω κάτι άλλο, θα ένοιωθα παράξενα. Μα μου αρκεί να ακούω το πιάνο στα ηχεία και να βλέπω τον καπνό απ' το τσιγάρο να πλέκει τις αργά περιστρεφόμενες σπείρες του στο ημίφως.

Όλα έχουν γίνει πια
Και δε μένει τίποτα να προσμένω
Αλλά είμαι ήρεμος
Και θέλω να υπάρχει γραμμένο
Γιατί πρέπει να μπορώ να το θυμάμαι
Πρέπει να μπορώ να θυμάμαι
Πως μπορεί ακόμα να συμβεί
Ακόμα κι όταν όλα έχουν συμβεί
Κι έχουν περάσει
Και θέλω να ευχαριστήσω
Όποιον το άφησε αυτό σήμερα
Για να το βρω εγώ
Που δεν ξέρω πως να το φτιάχνω.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Some people.

The cigarette is lit
And the eyes are dim
And I know some people
Who can't have what they want.

The smile is set inside
And the curtains are drawn
And I know some people
Who can't fit in what they're made of.

My thoughts are of you
But the end is mine
And I know some people
Who can live with their shame
But don't know how to die with it.

The eyes are dry these days
And the wounds don't show
And I know some people
Who wish that they were anything
Anything but this.

The dreams have gone now
And the waking is narrow
And I know some people
That never forgive.

The front doors are locked
And the coats are all gone
And I know some people
That whisper of small things
As if they were mythical.

The daybreak is sold
And the world is now sleeping
And I know some people
And they fear sleep so much
They go to it only with the sun.

The cigarette is out
And the eyes are narrow
And I know some people
That would write a letter like this
Only to someone
For whom they were not measured.

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010


Με κοιτά
Μου χαμογελά
Κι ανάβει ένα τσιγάρο
Και με ρωτά
"Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;"

Και δε μπορώ να βρω μιαν απάντηση
Δε μπορώ να σκεφτώ ένα λάθος
Που να είναι αρκετά καλό
Και ντρέπομαι λίγο
Που πρέπει για μια φορά να βρω
Τον τρόπο να του εξηγήσω
Πως δε μπορώ πια να βρω
Τι να μου κάνω.

"Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;"
Και δεν είναι καθησυχασμός
Δεν είναι παρηγοριά
Είναι η αρχή του παλιού μας σχεδίου
Είναι η αναζήτηση της πρόποσης
Της σπονδής, της θυσίας.

Μα τι να πω
Τι να πω που οι στάχτες δεν καίγονται
Τι να πω που τα μεγάλα
Αν είναι λιγοστά
Καίγονται γρήγορα
Τι να βρω να πω
Και τι να βρω να χάσω

Αυτό απαντώ
Αυτό τον ρωτάω
"Τι έχω να χάσω;"
Και δεν είναι καθησυχασμός
Δεν είναι παρηγοριά.

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Your Nature.

Θα 'χεις σίγουρα ακούσει το παραμύθι
με το σκορπιό και τον κύκνο
Και θα το 'χεις σίγουρα ακούσει
όπως έπρεπε να έχει ειπωθεί από ανθρώπους
Ο αδαής κύκνος -δε λες καλά να πάθει γιατί δεν ήξερε
Ο σκορπιός που δεν ήξερε τι άλλο να κάνει -δε του κρατάς κακία
Αυτό που θα μπορούσε να είναι μια μικρή προσευχή
στην Αλήθεια
Το πότισαν με την δύσωδη στάμπα της ηλιθιότητας, της άγνοιας
Αυτοί που ξέρουν να εφευρίσκουν χίλιους τρόπους
Ώστε να αποποιούνται της ευθύνης.
"Ήμουν ο κύκνος, δεν ήξερα" σου λένε
και απλώνουν το χέρι της επαιτείας
Κι εσύ μόλις έμαθες, εσύ
δεν μπορείς να αρνηθείς την προσφορά πια
Δάγκωσες το μήλο από το δέντρο της γνώσης
και εξορίστηκες απ' την ουδετερότητα
Ξέρεις πια το κακόμοιρο καλό και το μονόδρομο του κακού
Και πρέπει να ελεήσεις
Και πρέπει να προσέξεις, γιατί εσύ δε δικαιούσαι πια έλεος.
"Ήμουν ο σκορπιός, τι άλλο να έκανα" σου λένε
και περιμένουν κατανόηση
Ενώ εσύ γεύεσαι ακόμη το πικρό τους δώρο στα χείλη.
Αυτή είναι η φύση τους, αυτή ήταν όταν σε κέντρισαν
Και αυτό θα πουν όταν στο ξανακάνουν
Κι αν τώρα δεν έχουν τύψεις, τότε δε θα 'χουν ούτε συμπόνοια
Γιατί την επόμενη φορά, θα το 'χεις επιτρέψει να ξανασυμβεί.

Όποιος βολεύεται με αυτή την ιστορία, να ξέρεις
Σε χρίζει βασιλιά με ακάνθινο στέμμα
Σε στολίζει με όλο το καθήκον του εαυτού σου
Και όλες τις ευθύνες που θα είχε ο δικός του
Μα εσύ, βρες τον τρόπο, τον ατελέσφορο
Τον πανώριο και τον άσηπτο τρόπο
Να σταθείς ταπεινά μπροστά και στους δύο
Να συρθείς από κάτω απ' τη φύση που ευαγγελίζονται
Και δίχως χαρά ή συμπόνοια
Να γίνεις ο ποταμός.

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010


Με θυμάμαι να λέω πως τ' όνειρο ήταν λάθος.

Ήμουν ακόμα μικρός και τα ήξερα ακόμα όλα
Και μέσα σ' αυτά, το πιστεύω, ήξερα τι καραδοκεί
Στο τέλος, όποιος κι αν το 'φερνε.

Με θυμάμαι να λέω πως τα μαλλιά δεν ήταν ακριβώς κόκκινα.
Πως έπρεπε να 'σαι πολύ κοντά για να δεις τις φακίδες.
Με θυμάμαι να λέω, να λέω, να λέω
Να λέω πως αυτό που μου 'δωσες θα το πετάξω στη Βαλτική.
Από τόσες θάλασσες, αυτή, κι αν ήξερα το γιατί, δεν το θυμόμουν ακόμα.

Αιώνες μετά, που και που σε θυμάμαι
Κι είσαι απ' αυτά που χαίρομαι να ανακαλώ.
Υπάρχουν άνθρωποι που χαίρονται να βλέπουν εφιάλτες
Και καθώς ήμουν τότε ένα κακό άγαρμπο,
χαμογελώ που ευτυχώς τέλειωσα.

Θυμάμαι την άγια πτώση σου
Ήταν η πρώτη φορά που το είδα να συμβαίνει
Χωρίς κανείς να φταίει, παρά η φύση των πραγμάτων
Και χωρίς θλίψη, μετάνοια ή απορίες
Με πιάνω να χαμογελώ.

Σε έναν κόσμο που τα όνειρα ήταν σωστά
Θα ήταν παράξενο, κάτι τόσο φθηνό σαν εσένα
Να είναι το σύμβολο μιας αλήθειας τόσο μεγάλης.
Μα στον κόσμο που ζω, οι καμπύλες γραμμές σου
Τα μαλλιά που δεν ήταν ακριβώς κόκκινα
Ή και οι φακίδες που έπρεπε να πας πολύ κοντά για να υπάρξουν
Υπενθυμίζουν, χωρίς να τρομάζουν
Πως μετά τη λήξη κάθε ονείρου
Ακολουθεί η πρωινή επίσκεψη στην τουαλέτα.

Πέταξα το ξεχασμένο σου δώρο στη Βαλτική
Μια απ' τις μέρες που έχανα το σπίτι μου
Και αυτή τη φορά δε χαμογελούσα
Και τόσες ζωές αργότερα, σου 'κανα πάλι μια ευχή
Να μου 'χες μάθει κάτι μικρότερο
Να με είχες ξυπνήσει πριν μάθω να ονειρεύομαι
Το λάθος.

Μα ξανάρχεται στα χείλη μου
Το μειδίαμα της αλήθειας
Που όσες φορές κι αν το πεις, δε μουδιάζει

Τι έφταιγες κι εσύ;

Απορίες IV

Γιατί τα πολύτιμα πράγματα
να μη δικαιούνται κι αυτά
ένα φθηνό τέλος;

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Αφορισμός #37

Η γνώση περί της διαφοράς του να ξεχνάς και του να μη θυμάσαι
είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γνώση της διαφοράς
ανάμεσα στο νόημα και τον σκοπό.

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010


Τα πάντα είναι σε τάξη.

Το τασάκι έχει τοποθετηθεί με την υποδοχή να βλέπει στις 45 μοίρες του 4ου τεταρτημόριου του κύκλου, αν και το τασάκι είναι τρίγωνο. Έτσι, για κάποιον δεξιόχειρα, η διαδικασία εναπόθεσης του τσιγάρου διευκολύνεται.

Το τηλεχειριστήριο του air condition είναι σε απόσταση βολής από το αριστερό χέρι. Το πακέτο τσιγάρα το ίδιο -απέναντι στέκει ο zippo, με τον άξονα προς τα αριστερά για να ανοιχτεί εύκολα από τον δεξί αντίχειρα.

Τα πιάτα είναι πλυμμένα. Τα καλύμματα των καναπέδων στη θέση τους, τα μαξιλάρια στις γωνίες συμμετρικά.

Όλα είναι σε τάξη.

Το κρεββάτι ξαναστρώνεται κάθε μέρα, οι μεγάλες διακοσμητικές μαξιλάρες ξαναμπαίνουν στη θέση τους, η κουρτίνα μισοτραβιέται εξίσου κι απ' τις δύο πλευρές.

Συγύρισα και την κουζίνα -τα βαζάκια με τα μπαχαρικά ταξινομημένα, οι καφέδες σε σειρά συχνότητας κατανάλωσης, το χερούλι του βραστήρα προς τη μεριά αρπαγής, η μηχανή capuccino ετοιμοπόλεμη.

Όλα εντάξει.

Ό,τι χρησιμοποιείται ξαναμπαίνει στη θέση του το συντομότερο δυνατόν.
Ελέγχω περιοδικά το τσιμεντένιο κάστρο. Είναι σα να μην κατοικείται.
Δεν υπάρχουν τσαλακωμένα ριχτάρια, βαθουλωμένα μαξιλάρια, μυρωδιές.

Όλα εντάξει.

Δεν υπάρχουν λίστες για ψώνια, σημειώσεις, υπενθυμίσεις, ραντεβού.
Δεν υπάρχουν απρόοπτα, όλα είναι έτοιμα, υπό έλεγχο, στη θέση τους, στο πόστο τους, στο κουτί τους, στο κελί τους, στον τάφο τους.

Όλα εντάξει.

Ξανά και ξανά κάθε μέρα, το λογικό οικοδόμημα επιδέχεται της ίδιας διαδικασίας συντήρησης. Η μέθοδος, πανομοιότυπη και λειτουργική.
Αποτελεσματική. Αν αναμένονταν επισκέψεις, θα ήταν όλα στη θέση τους -το ίδιο κι αν η επίσκεψη ήταν απροσδόκητη. Όλα ΟΚ, όλα έτοιμα.

Στον ύπνο μου μεταμορφώνομαι σε μεγάλη ηλεκτρική σκούπα, σε μοιρογνωμόνιο, σε γλώσσα μηχανής, σε γραμμή παραγωγής, σε γωνία χαρτοκιβώτιου, σε αντισηπτικό νοσοκομείου. Στον ύπνο μου μπορεί και να κλαίω, δεν ξέρω, το θέμα είναι πως εκεί που έχω λόγο, όλα βαράνε προσοχή, στη γραμμή, στοιχισμένα, εναρμονισμένα με το στανιό.

Όλα σε τάξη.

Σκέφτομαι προς τα πίσω, μερικές φορές, και προσπαθώ να θυμηθώ πότε σταμάτησα να μαραίνομαι χωρίς να το δικαιούμαι. Πάω αρκετά πίσω για να το βρω και στεναχωριέμαι λίγο για το χαμένο χρόνο και για το χαμό γενικά. Δε σκέφτομαι πολύ συγκεκριμένα. Τις προάλλες ξαναδιάβαζα τον Μαύρο Οβελίσκο και είδα την ατάκα που λέει πως δε μας λείπουν μέρη ή πρόσωπα, παρά μονάχα ο εαυτός μας όπως ήταν τότε και εκεί. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος αν μου λείπει ιδιαίτερα ο εαυτός μου. Όχι ότι μου λείπουν μέρη ή πρόσωπα δηλαδή, έχω μονάχα μια τεράστια μυλόπετρα εκεί που χωρίζει το στομάχι απ' τους πνεύμονες όταν σκέφτομαι πως κάποια πράγματα μεγαλειώδη στην εποχή τους, έχουν χαθεί για πάντα. Διάφορα πράγματα, μικρά και μεγάλα. Το δάσος στο φράγμα του Μαραθώνα για παράδειγμα. Ή ένα μαγαζάκι γεμάτο παραμυθοπράγματα στο Βατικανό. Μια pub στο Gammeltorv. Ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Καστέλλι. Μια παραλία στη Χαλκιδική. Ένα αεροδρόμιο στην Αλεξανδρούπολη, μια μπάλα στη Βόρεια Εύβοια, το λεωφορείο 14, μια πανσιόν στην Τσεχία, ένα διαμέρισμα στην Ηρώων Πολυτεχνείου στη Λάρισα, ένα μπαλκόνι στα Χανιά, ένα γήπεδο στο Βερολίνο, ένα μαχαίρι στη Strandvejen, ένα ρολόι σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Όλα εκείνα τα πράγματα που εξίμισι δισεκατομμύρια άνθρωποι θα βαριόντουσαν να διαβάσουν και να ρωτήσουν γι' αυτά, όλα εκείνα τα πράγματα που είτε πιο αργά, είτε πιο γρήγορα από εμένα θα παρέλθουν και θα ξεχαστούν και δε θα έχουν αλλάξει τίποτα για κανέναν εκτός από εμένα, εμένα που νοιώθω το στέρνο μου να ραγίζει από όλα αυτά τα συσσωρευμένα πράγματα που δεν έχω με ποιον να μοιραστώ και που δε θα έχω ποτέ κανέναν να τα αφήσω, όλα αυτά τα πράγματα που μέσα στην αιώνια ασημαντότητά τους είχαν όλη τη σημασία του κόσμου μα σκοτώθηκαν πριν ξεφτίσουν.

Σκέφτομαι προς τα πίσω και προσπαθώ να θυμηθώ πότε άρχισα να ζω, έστω και σε δόσεις και προσπαθώ να θυμηθώ πότε άρχισαν να με μεθούν όλα εκείνα που δεν ήταν σε τάξη και δεν τακτοποιούνταν. Και διάβασα το Μαύρο Οβελίσκο πάλι, μα σοβαρά, δε μου λείπει ο εαυτός μου, αυτά μου λείπουν. Είναι πολλά, μικρά και στιγμιαία, συνδεδεμένα με πλάσματα τώρα νεκρά μέσα στην αλλαγή που υπέστησαν μες στον καιρό, συνδεδεμένα με στιγμές που δεν επαναλαμβάνονται, ίσως να 'ταν ασήμαντα, δεν ξέρω, μα είναι χαμένα για πάντα κι εγώ τα θυμάμαι και δεν έχω σε ποιον να τα πω παρά σε μένα κι αυτό, όπως και να το κάνεις, κάποιες στιγμές, ειδικά τις νύχτες, πονάει κάπως.

Τώρα τα πιάτα θα έχουν στεγνώσει και είναι καιρός να μπουν στη θέση τους, τα ρηχά δεξιά, τα βαθιά αριστερά. Αύριο, λογικά, θα ξυπνήσω πάλι, θα ντυθώ και θα στρώσω το κρεββάτι σα να μην κοιμήθηκε κανείς εκεί. Σα να μην έχει κοιμηθεί ποτέ κανείς εκεί. Και θα πιω τον καφέ μου κοιτώντας γύρω και βλέποντας πως όλα είναι σε τάξη. Και έτσι, δε θα μου λείψει ποτέ τίποτα από όλα αυτά. Και θα 'ναι όλα σα να ετοιμάζομαι να φύγω για ταξίδι.

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Tower Trajectory.

Great things, and their shadows, monumental under the sun
Small things, kept tightly in palms and little cardboard boxes
Big words, spoken in whispers or in between gulps of tears
Small words, stenciled eternal in our mind, under our very noses
Under our very noises
All collapse.

The things long forgotten, under the debris: a toll of our successes
The things forever recalled, nailed on our lips and our senses
The moments of wonder, the right space and time for us
To witness our own personal miracle
And the hours of our undertow routine
The boiling calmness of narcoleptic existence
All collapse.

The architecture of what was once a soul
The blueprints of what was once a future
The aspirations of what was once a dream
The claims of initiative of what was life
They all, eventually, collapse.

Someone saw you stretch your arm
Someone saw you smile
A shared glance, a two-sided touch of nickel
A common bed, a common dream, so commonplace
Yet so much fleeting
In their common and unique

I can imagine a time of happiness
White walls and light coloured blinds on the windows
A casserole breeding and boiling lunch
The sound of keys turning
Evening rain on the windows
Light by the pillow
I can imagine a time of completion
And collapse.

I see the obelisks of hope
Raised gracefully in every little place we call our own
Their shadow in the light of noon like sundials
For every age, impossible or not;
And with a smile that shakes some cinders from the lips
I see it all go down.

Sitting upon the sidewalk
Tossing away a cigarette unlit
I curiously observe the detonation
And I routinely witness everything

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Αφορισμός #36

Κάτι που απ' την πρώτη κι όλας στιγμή
δε σου ανήκει ποτέ
και εκείνη την ύστατη
δε το χάνεις για πάντα.

Ένας ορισμός, για μία λέξη.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Αφορισμός #35

Μόνο τη στιγμή που αντιλαμβάνεται κανείς την εξελικτική ανωτερότητα της απογοήτευσης συνειδητοποιεί πως η μοναξιά είναι το έλασσον κακό.

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Pervigilium Veneris.

Staring at the sea
Will she come?
Is there hope for me
After all is said and done
Anything at any price
All of this for you
All the spoils of a wasted life
All of this for you
All the world has closed her eyes
Tired faith all worn and thin
For all we could have done
And all that could have been

Ocean pulls me close
And whispers in my ear
The destiny I've chose
All becoming clear
The currents have their say
The time is drawing near
Washes me away
Makes me disappear

And I descend from grace
In arms of undertow
I will take my place
In the great below

I can still feel you
Even so far away.

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

The Tower.

Μου μιλούσε για μεγάλες πλατείες
Για κίτρινα, υγρά, σάπια φύλλα
Έρημες νύχτες με αέρα
Δυστοπικά παραμύθια
Παράλληλα σύμπαντα
Μου μιλούσε για φωτιές στις χούφτες
Για ζεστά σεντόνια
Και κλειστά τηλέφωνα
Για όλη την εφήμερη ευτυχία
Ανάμεσα σε δυο σβησμένα τσιγάρα
Σαν σπασμένα τηλεγραφόξυλα
Το καθένα στον δικό του γαλαξία
Με σημείο επικάλυψης ένα καλύτερο παρελθόν.
Εκεί που ο χρόνος ήταν ακόμα άπλετος
Ίσως εκεί τα παγάκια στα ποτά
Να μην έλιωναν ποτέ
Ίσως εκεί ο κόσμος να ήταν πάντα νύχτα
Από τις φωτεινές, τις γαλήνιες
Τις ρεζερβέ για τη Μία φορά
Που δεν είχε αρχή και τέλος
Μα αλίμονο
Ήταν χρόνια πια αργά
Για την όποια θέρμη
Για την όποια απέραντη αφή.

"Θα ήταν ωραία" απάντησα
Και αυτό ήταν όλα όσα άντεχα να πω.

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Αφορισμός #34

Είναι εξίσου θλιβερό, κάθε φορά, να συναντάς
πύργους κενούς και ανθρώπους με φτερά
με υψοφοβία.

Our days of shooting stars.

There was a boy with stars in his hands
hidden songs in his hair, and a sunrise on his back
In a time when the roads would stretch endless
paved with gold, leading up above the dream

There was a place where horizons were absent
and all things could be reached with the tap of a wand
when the world was still magic and the footsteps were friends
and life was flooding out my cup of smiles and bicycles

Now the arc has been drawn and the ground comes back closer
my bright orbit has grown old into everyday gravity
and the choices that drove me and moved me and held me
they float up beyond reach of my fingers that fall

I am not really sorry for all those that have happened
and I'm not really sad for the things that have not
after all, in the end we are all only ashes;
your absence calls me not to forget that

I am not really sorry for all those roads not taken
and there's still some more time to catch up
but the truth is, you were so much wrong
for the faith and the hopes that you forced me to carry

Now the halo you nailed on my forehead is rusty
can't remember in which drawer I keep it
and the wings that would bring all my dreams in reach
they're now feathers inside my soft pillow

Now the boy with the stars in his hands has grown older
and though young he's as gray as you were
lacking faith, lacking loss, lacking dreams
he is glad that you're not here to see him

As I sit on the gold-paved sidewalk that's shinning
looking down on the shoes on the street
that go running towards blank horizons
I light a cigarette; and I regret for nothing

Nothing has gone as gloriously as you'd wanted
everything has gone terribly right
you are not here to see; but I brought you some flowers
my own guilty way to forgive you

There was a boy with wings on his shoulders
standing out from the crowd, the neighborhood's messiah
but his palms faded out the stars he was holding
now a memoir in some girl's wrinkling neck

I am not really sorry for letting it all go
I'm not sad I'm no longer your dream
In the end, we're all ashes and starlight alike
And this, I'm glad I can no longer tell you.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Αφορισμός #33

Ναι, τώρα που με χτυπάς είμαι εύθραυστο.
Όμως η ώρα μου θα έρθει -σε λίγο θα 'μαι κοφτερό.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Short Story #5

Λίγα πράγματα μπόρεσε να συμπεράνει ο χωρικός από τα περίεργα ευρήματα λίγο έξω απ' τις παρυφές του δάσους.
Τα ξασπρισμένα από τα χρόνια κόκαλα ενός μεγάλου δράκου
Κι ένας χάρτης με επισημάνσεις, διεγραμμένες με κόκκινη πένα
Ήταν όλα όσα βρέθηκαν δίπλα στον νεαρό ιππότη
Με ίχνη από τα δάκρυα φανερά στο λερωμένο του πρόσωπο
Και το σπαθί στο στέρνο, έτσι όπως έπεσε πάνω στην κόψη του.

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Fishermen's Tales.

Το μεσημέρι ήρθε στην πόλη ο άνθρωπος με τον τρύπιο σκούφο.
Φορούσε πορτοκαλί μανδύα και μεγάλα παπούτσια
Και στα χέρια του κρατούσε δυο λευκά ζάρια χωρίς αριθμούς.
Αμέσως οι δρόμοι γέμισαν αργόσχολους αστούς
Που έκαναν τάχα πως βγήκαν για τη βόλτα τους
Για να χαζέψουν τους πάγκους των εμπόρων
Ή για να επισκεφθούν ανθρώπους που έλειπαν απ' το σπίτι.
Οι ταβερνιάρηδες ήταν κάθετοι και δε σήκωναν λόγια
"Ο καινούριος γελωτοποιός του βασιλιά είναι" βρυχώνταν
Και έστελναν ξανά μέσα τις γυναίκες τους.
Οι γεροντοκόρες τον έβλεπαν μέσα απ' τα παντζούρια
Μα δεν τις έκαιγε ο πόθος πια, μήτε η λησμονιά
Παρά μόνο το μίσος για τον αστείο άνθρωπο
Που αν και σαχλός, αποτελούσε γι' αυτές μια διέξοδο.
Οι αυλικοί χαμογελούσαν σαρδόνια και ειρωνικά
"Ο κουρελής χωριάτης" τον αποκαλούσαν και ύψωναν τη μύτη
Μα απ' τις άκρες των ματιών, το βλέμμα τους πετούσε πάνω του
Γεμάτο από αυτό τον φόβο στον οποίο είχαν συνηθίσει.
Τα παιδιά έτρεχαν πίσω του και του φώναζαν βρισιές
Κάνοντας τους τρελούς της πόλης να φουντώνουν από ζήλια
Μα σαν αυτός γυρνούσε προς τα πίσω να τα κοιτάξει
Τα έλουζε σιωπή έτσι στοργικά που τους χαμογελούσε.
Στο λιμάνι, οι ψαράδες του πρόσφεραν να πιει απ' το κρασί τους
Κι αυτός κοντοστεκόταν και τους κοίταζε με θαυμασμό
Κρασί δεν έπινε, μα βοήθησε κάνα-δυο να ξεμπλέξουν τα δίχτυα
Και όσοι μίλησαν μαζί του, δεν είπαν σε κανένα τι συζήτησαν.
Μια περίπολος έπεσε πάνω του, τον έσπρωξαν βίαια παράμερα
Ο αρχηγός, τυπικός και αμείλικτος τον ρώτησε ποιος ήταν
Κι από που ερχόταν, γιατί φορούσε τρύπιο σκούφο
Αν ήτανε ζητιάνος, κλέφτης ή φονιάς
Αν ήτανε φτωχός ή εγκληματίας
Κι υποκλινόμενος ο άνθρωπος τους είπε σιγανά
"Είμαι ο αγγελιοφόρος".
Τίνος, δεν μπόρεσε κανείς να μάθει.
Τον έριξαν σε ένα μπουντρούμι μέχρι να μιλήσει
Δίχως τροφή, δίχως νερό
"Ίσως να είναι κατάσκοπος" έλεγαν σοβαρά οι ιππότες
Μα το παράταιρο ντύσιμο του ξένου, κόμπιαζε τα λόγια τους.
Ο βασιλιάς έστειλε τον σύμβουλο να του μιλήσει.
"Πες μας ποιος είσαι" του λεγε εκείνος "και θα ζήσεις"
"Πες μας ποιος σε έστειλε και θα σου δώσουμε να φας"
"Πες μας τι ήρθες να μάθεις και δε θα σε ξαναπονέσει κανείς"
Μα ο άνθρωπος, ταπεινά χαμογελούσε και σώπαινε.
Έδωσε μόνο ένα κομμάτι από πηλό στο σύμβουλο και του 'πε
"Δώσε αυτό στον άρχοντά σου: αν καταλάβει, να έρθει να με βρει"
Ο σύμβουλος γύρισε άπρακτος στον βασιλιά
Του 'δωσε τον πηλό και του 'πε τα λόγια του κουρελή
Ο βασιλιάς, όχι πολύ σοφός, όχι πολύ υπερόπτης, το σκέφτηκε
Μα λύση δε βρήκε, ούτε κατάλαβε τίποτα.
"Τρελός είναι" μουρμούρισε και πέταξε το κομματάκι.

Μέρες μετά, ρώτησαν τον άνθρωπο με τον τρύπιο σκούφο
Αν είχε κάποια τελευταία επιθυμία.
"Θέλω να δω το βασιλιά" είπε εκείνος.
Ο βασιλιάς, όχι πολύ σοφός, μα όχι κι αλαζόνας
Τήρησε το νόμο και ήρθε και στάθηκε μπροστά του.
"Ήθελες να με δεις" του είπε, "να 'μαι".
Ο άνθρωπος με τον πορτοκαλί μανδύα υποκλίθηκε.
"Άρχοντά μου" ξεκίνησε "πλούσια είναι η πόλη σου
και οι άνθρωποι σου ζουν καλά. Οι έμποροί σου είναι πλούσιοι,
ψηλοί οι νέοι και όμορφες οι κοπελιές.
Μα τα τείχη της πόλης είναι πολύ ψηλά".
Ο βασιλιάς τον κοίταξε με οίκτο.
"Φτωχέ τρελέ, είσαι κουτός και δεν καταλαβαίνεις
μα τα τείχη είναι ψηλά επειδή ακριβώς η πόλη ευημερεί."
"Από τούβλα και πλίνθους και πηλό τα ύψωσες άρχοντά μου
και δε θα στέκουν για πάντα εκεί. Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω;
Πέρα απ' τις χρυσελεφάντινες σιδερόφρακτες πύλες σου
Ξέρεις τι γίνεται και τι έχει συμβεί;
Πόλεις σαν τούτη έχουν χαθεί φορές χίλιες χιλιάδων
Τείχη σαν τα δικά σου έχουν χαθεί μέσα στη γη
Και οι πύλες σπάσαν ανάμεσα απ' τις ρίζες των δέντρων.
Λέω λοιπόν βασιλιά: κανένα τείχος δε θα μείνει όρθιο για πάντα.
Όλα όσα μένουν αιώνια στον κόσμο είναι όσα δε φοβήθηκαν.
Αν θες λοιπόν τούτη η πόλη να ζήσει αιώνια, γκρέμισε τα τείχη
γιατί στο λέω εγώ: ο αμυνόμενος είναι ήδη νεκρός για τον κόσμο."

Ο άνθρωπος με τον τρύπιο σκούφο, τα μεγάλα παπούτσια και τον πορτοκαλί μανδύα εκτελέστηκε την ίδια μέρα.
Η πόλη έστεκε περήφανη για πολλά χρόνια και άλλαξε πολλούς βασιλιάδες. Τα λόγια ενός κουρελή τρελού που κρατούσε τρία λευκά ζάρια, πνίγηκαν μέσα σε δυναστείες δόξας και ευημερίας. Μέχρι που κοντά έναν αιώνα μετά, ήρθε ο λοιμός και εξαφάνισε την πόλη. Τα σπίτια ρήμαξαν και κατέρρευσαν, οι δρόμοι άνοιξαν απ' τις βροχές και έγιναν ρεματιές. Δέντρα φύτρωσαν εκεί που κάποτε έστεκαν συντριβάνια και μια πανέμορφη λίμνη ήπιε το παλάτι. Τα τείχη ξέφτισαν και γέμισαν ρωγμές, έλος έγινε η κοιλάδα και σιγά σιγά τα κατάπιε.
Χρόνια μετά το έλος ξεράθηκε και τα τείχη έγιναν η μάντρα ενός βοσκού που έβοσκε τα ζωντανά του πάνω από μια θαμμένη πόλη, το όνομα της οποίας δεν άκουσε ποτέ, ούτε αυτός, ούτε οι γιοί του. Όσοι είχαν δει την πόλη ήταν χρόνια και χρόνια νεκροί, όσοι είχαν μάθει απ' αυτούς ότι υπήρχε, είχαν πεθάνει και στο τέλος, τα μεγάλα τείχη ήταν απλώς ένας φράχτης για πρόβατα, σε έναν κόσμο για τον οποίο η πόλη δεν υπήρξε ποτέ.

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Αφορισμός #32

Η ανάγκη για αποδοχή και η ανάγκη για αναγνώριση
Όσο στενά συνυφασμένες κι αν ενδέχεται να θεωρηθούν
Είναι αντιδιαμετρικές, ως η ανάγκη του να ανήκεις
Με την ανάγκη να ξεχωρίζεις -αντίστοιχα.

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010


Καλησπέρα, μου λέει και με κοιτά χαμογελώντας.
Καλησπέρα, απαντώ κι εγώ αμήχανα κι ευγενικά, όπως κάθε φορά που η αρχή δεν γίνεται βάσει σχεδίου.
Έχεις ώρα; με ρωτά και εγώ μπερδεύομαι ακόμα περισσότερο.
Είναι εννιά παρά τέσσερα, απαντώ και ελπίζω πως η ακρίβειά μου θα είναι αρκετή πληρωμή.
Νωρίς είναι ακόμα, μου λέει. Θες να πιούμε κάτι;
Γνωριζόμαστε; τον ρωτώ.
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, λέει.
Εμένα όμως με ενδιαφέρουν, πως να σας το πω...
Εμένα δε με ενδιαφέρουν ούτε αυτές, απαντά καθησυχαστικά.
Χαμογελά και κάθε λογική κτίση καταποντίζεται.
Γιατί όχι, απαντώ.

Μέσα σε μερικά λεπτά βρισκόμαστε σε ένα γωνιακό μαγαζί.
Δε βρέχει, ούτε είναι ακόμα εντελώς νύχτα. Το μαγαζί δεν είναι ρουστίκ. Δεν υπάρχει ατμόσφαιρα εδώ.

Θα ξεκινήσω εγώ αυτή τη φορά.

-Μου φαίνεσαι γνωστός. Σίγουρα δεν έχουμε ξανασυναντηθεί;
-Μήπως είσαι κανένας γνωστός; Κανένας διάσημος;
-Μπορείς να το πεις αυτό.
-Αχά. Και με τι ασχολείσαι;
-Είμαι κριτικός.
-Κριτικός τίνος πράγματος;
-Τέχνης. Γενικά.
-Υπάρχει γενικ-
-Ξέρεις τίποτα από τέχνη;
-Τα απαραίτητα.
-Είμαι σίγουρος πως ξέρεις. Φαίνεσαι άνθρωπος με καλό γούστο.
-Αυτό δεν έχει σχέση, έχει;
-Ίσως να μην είσαι σε θέση να ξεχωρίσεις έναν Μανέ από κάποιον πίνακα της σχολής των Φλαμανδών. Ίσως να μην έχεις ιδέα τι είναι μια αντίστιξη και ενδεχομένως να μην έχεις δει ποτέ σου το Μάκβεθ του Βέρντι. Αλλά όλοι οι άνθρωποι με καλό γούστο, δημιουργούν στην κλίμακα που τους αντιστοιχεί τη δική τους τέχνη.
-Ήξερα κάποτε κάποιον που υποστήριζε πως η μεγαλύτερη αξία της ζωής είναι η ομορφιά.
-Αυτό είναι πολύ ανθρώπινη προσέγγιση. Αυτό που μάλλον ήθελε να πει ο γνωστός σου, είναι πως το κίνητρο πίσω από όλο το σύμπαν είναι η αισθητική. Η εξέλιξη είναι απλώς συνεχές ραφινάρισμα. Κάποτε η μόδα ήταν η νεκρή φύση, μετά ήταν ο ρεαλισμός, μετά η αφηρημένη τέχνη, μετά ο κυβισμός. Αυτή τη στιγμή, τολμώ να πω πως είμαστε οι μούσες του σύμπαντος προς τον σουρεαλισμό, ως είδος.
-Ενδιαφέρουσα άποψη.
-Δεν είναι άποψη, είναι γεγονός.
-Ναι αλλά έτσι πάνε άπατοι αιώνιες διανόησης και φιλοσοφίας. Ολόκληρος ο υπαρξισμός χαντακώνεται.
-Δικό του πρόβλημα. Από την γένεση του κινήματος "η τέχνη για την τέχνη" ήταν εξόφθαλμα προφανές πως αυτό βρίσκει άριστη εφαρμογή σε όλες τις πτυχές της ύπαρξης.
-Σχεδόν σε όλες.
-Τι σε κάνει να το λες αυτό;
-Μα, το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει ποτέ οποιαδήποτε φιλοσοφική προσέγγιση. Καλά, σχεδόν οποιαδήποτε, υπήρχαν κάτι αστείοι εκεί στα 2000 χρόνια πριν...
-Και ποιο είναι αυτό το πρόβλημα;
-Το Τέλος βέβαια.

Ο μυστηριώδης συνομιλητής μου κάγχασε διακριτικά.

-Το Τέλος ε; Για πες μου, όταν βάζεις φωτιά σε ένα πυροτέχνημα, γιατί το κάνεις; Για να δεις την πορεία του να διαγράφεται στον αέρα; Ή όταν κάνεις σεξ, ποια είναι η βασικότερη ανταμοιβή σου αν όχι το τέλος; Όλες σου οι εμπειρίες σε ξεπληρώνουν μόνο μετά το πέρας τους, εκεί βρίσκεται η συνειδητοποίηση. Οτιδήποτε έχει πεπερασμένη διάρκεια καλέ μου φίλε, την έχει για το τέλος. Όλη η ομορφιά του κόσμου βρίσκεται στο τέλος των πραγμάτων με ημερομηνία λήξης. Μπορεί να μην είναι άμεσα αντιληπτή από την ανθρώπινη ματαιόδοξη φύση μας που γαλουχήθηκε χιλιετίες με την ιδέα της υστεροφημίας και πολλές φορές η ομορφιά αυτή μπορεί να μας φαίνεται σκληρή -όταν είναι εις βάρος μας. Όλοι θαυμάζουμε την τίγρη καθώς ορμά και ξεσχίζει τη γαζέλα, όλες οι ταινίες είναι γεμάτες με εκρήξεις, κάθε φορά που ένα κτίριο κατεδαφίζεται, μαζεύεται ολόκληρο πλήθος για να το δει από κοντά. Τι ώρα είναι;
-Δέκα και είκοσι.
-Έχουμε λίγα λεπτά ακόμα. Έτσι που λες. Όλο το σύμπαν είναι απλώς μια συλλογή από μορφές ομορφιάς που εξελίσσονται -που εξελίσσονται προς το απόγειο της ομορφιάς αυτής, προς την άνθισή τους: προς το τέλος τους. Δεν υπάρχει τέλος που να μην είναι αισθητικά υπέροχο. Και τώρα θα με συγχωρέσεις, πρέπει να βγω για λίγα λεπτά.

Έμεινα να σκέφτομαι τα λόγια του συνομιλητή μου. Από μια αποστασιοποιημένη οπτική γωνία, δεν είχε άδικο. Ο θάνατος, το τέλος, ήταν κάτι που πάντα γοήτευε την ανθρώπινη φύση. Αυτή, έχοντας το προνόμιο (αν είναι προνόμιο) να γνωρίζει πως η κατάληξη επίκειται για τα πάντα, γοητεύτηκε από αυτή τη γνώση περισσότερο απ' όσο τρομοκρατήθηκε. Η έννοια του ηρωισμού, της πίστης, των ιδανικών -όλα αυτά είναι απλώς η στολισμένη υποσυνείδητη ανάγκη του είδους να υπηρετήσει την κοσμική αρχή της αισθητικής στον κολοφώνα της δόξας της, στο τέλος. Για κάποιο υπερκόσμιο ον, οι εκατομμύρια θάνατοι των πάντων στον πλανήτη θα φαίνονται σαν εκρήξεις πυροτεχνημάτων, οι εκατομμύρια γεννήσεις σαν σπίθες σε φιτίλια. Δεν υπάρχει έργο στην ανθρώπινη ιστορία που να μην απεικονίζει το τέλος, από τις πρωτόγονες τοιχογραφίες κυνηγιού, μέχρι τις ταινίες στο σινεμά, γεμάτες χωρισμούς, θανάτους, καταστροφές. Κάθε τι οφείλει να έχει μια κατάληξη και αυτό είναι κάτι που δεχόμαστε αυτόματα εκ γενετής για τα πάντα -με λίγη περισσότερη δυσκολία όταν αφορά εμάς.

Αυτά σκεφτόμουν, όταν μέσα στο γωνιακό μαγαζί μπήκαν τρεις άνδρες με λαδί μπουφάν και μάσκες στο πρόσωπο. Όλοι κρατούσαν όπλα. Πυροβόλησαν τον μπάρμαν, τη σερβιτόρα και μια κοπελίτσα που προσπάθησε να τρέξει προς την έξοδο. Όταν ένας από αυτούς με πλησίασε, άρπαξα το μπουκάλι της μπύρας μου και του το έσπασα στο κεφάλι, άρπαξα το όπλο του και άρχισα να πυροβολώ εναντίων των άλλων δύο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, κάμποσες σφαίρες είχαν ανοίξει πληγές στο σώμα μου το οποίο ένοιωσα να σωριάζεται πίσω στην καρέκλα που καθόμουν. Το πιστόλι έφυγε από το χέρι μου και δεν άκουγα πια τους ήχους των πυροβολισμών, ούτε ένοιωθα τον πόνο από τις νέες σφαίρες που δεχόμουν. Γύρισα αργά το κεφάλι μου και κοίταξα από τη τζαμαρία έξω στο δρόμο. Εκεί, στεκόταν ο μυστηριώδης συνομιλητής μου κοιτώντας το ρολόι του. Μου χαμογέλασε γλυκά και έγνεψε. Κατόπιν, μπήκε στο μαγαζί χωρίς να ανοίξει την πόρτα και χωρίς κανένας να δείξει πως τον πρόσεξε. Με πλησίασε και γέλασε γάργαρα.

-Είδες που το γνώριζες ανέκαθεν; Ακόμα και αν δε θες να συμφωνείς, κάνεις ό,τι μπορείς για να ομορφαίνουν τα πάντα.

Άνοιξα το στόμα μου που ήταν γεμάτο αίμα και χαμογέλασα.

-Για ποιον όμως;
-Μην ασχολείσαι με αυτά. Ποτέ κάτι δε χρειάστηκε θεατές για να είναι όμορφο.

Έκλεισα τα μάτια μου γαλήνιος. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι μια φωνή που έλεγε "ο τύπος είναι άσχημα τραυματισμένος".
Μακάρι να μπορούσα να μιλήσω ώστε να του εξηγήσω πόσο όμορφα τραυματισμένος ήμουν.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

The flow of tissue.

"Η μεγαλύτερη παρεξήγηση ως τώρα -και λέω ως τώρα γιατί έχω τεράστια πίστη στην εφευρετικότητα του αυτοκαταστροφικού είδους μας- παραμένει αυτή η αποδοχή των ανωμαλιών της φυσικής λογικής που βαφτίζουμε με ωραία και εύηχα ονόματα και βγάζουν και οι ποιητές κι οι συγγραφείς το ψωμί τους."

-Σας παρακαλώ κύριε, διακόπτετε τη διάλεξη.

-Στην πραγματικότητα καλά μου παιδιά, η εξέλιξη αποτελεί προϊόν μετάλλαξης. Αυτό είναι γνωστό, παρά την κακή αύρα που έχει αποκτήσει ο δεύτερος όρος μετά το μπαράζ λαϊκίστικων αναφορών σε αυτόν. Δεν είναι λοιπόν παράλογο να υποθέσει κανείς πως είναι κάποιο τέτοιο εξελικτικό τρικ που οδήγησε τον ανθρώπινο εγκέφαλο να αναπτύξει νευροϋποδοχείς που εξυπηρετούν διεργασίες πέραν των απαιτήσεων επιβίωσης -του γνωστού εν-στί-κτου.

-Κύριε, σας παρακαλώ, εδώ είναι η τάξη της Ιστορίας.

-Γιατί στην ουσία, βάσει της λογικής μας την οποία έχουμε κορώνα στο χοντροκεφάλι μας, αυτές οι ορμόνες δεν είναι τίποτε άλλο από ψυχότροπες ουσίες. Ψυχικές μεταπτώσεις, αναδρομικές θεωρήσεις απλών δεδομένων, εναλλακτικές ερμηνείες συμβάντων, σύνδρομα στέρησης, ΜΑ ΣΟΒΑΡΟΛΟΓΟΥΜΕ;

-Κύριε, φοβάμαι πως πρέπει να φύγετε.

-Και ακριβώς επάνω στη μοναδική αυτή μας ιδιότητα της αυτοπαραπλάνησης, που ξεκινάει από αδενικό επίπεδο και εκτείνεται σε φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα, οικοδομούμε περήφανοι το μνημείο του είδους μας. Λέμε να, είμαστε οραματιστές, φιλόσοφοι, ονειροβάτες, ιδεαλιστές, είμαστε η αιχμή του δόρατος της εξέλιξης και δώσ' του χαρά και δώσ' του υπερηφάνεια και δώσ' του κι άλλες ντοπαμίνες ανταμοιβής. Και χτίζουμε θεούς, κατεδαφίζουμε θεούς, πλέκουμε κοινωνικές δομές συνύπαρξης και δέκα χιλιάδες σταγονίδια χρόνου τώρα, αυτό το οποίο κάνουμε ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ είναι η σύνθεση επιχειρημάτων. Κάθε πλαστή δημιουργία βασίζεται σε επιχειρήματα, κάθε αμφισβήτηση σε άλλα, το σύστημα δικαίου, οι θεμελιώδεις κανόνες αλληλεπίδρασης, η νομοθεσία, η ηθική, όλα βασίζονται σε επιχειρήματα που ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝΤΑΙ με μια μικρή δόση σεροτονίνης...


-...και που αμέσως τρέχουμε να δοξάσουμε ως στιγμή ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ και ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ και ΚΑΜΠΗΣ. Μαστουρώνουμε μόνοι μας και επειδή ακριβώς τις μοναδικές εκείνες στιγμές δεν νοιώθουμε πως ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ επιχειρήματα, συγχέουμε την ασημαντότητα μας με την ελευθερία. Και ύστερα, εκεί είναι το φαιδρό, ύστερα...

-Κύριε πρέπει να φύγετε αμέσως.

-...ύστερα, όταν επιστρέφουμε στην φυσιολογική μανιοκαταθλιπτική μας κατάσταση της λογικής διαδικασίας, ΕΦΕΥΡΙΣΚΟΥΜΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ώστε να ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΟΥΜΕ και να ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΟΥΜΕ την ύπαρξη των στιγμών που ΕΝΑΝΤΙΩΝΟΝΤΑΙ στη λογική. Και αυτό καλά μου παιδιά, το ονομάζουμε ΤΕΧΝΗ.


-Μα τι θέλετε επιτέλους, εδώ δεν είναι η τάξη της ιστορίας;

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Αφορισμός #31

Σπανίως οι όροι είναι αντάξιοι της έννοιας
Μα ας λυπόμαστε και 'μεις πότε-πότε
Τον ανόητο σοφό που τους φτιάχνει
Κι ας τους υιοθετούμε -τι μας κοστίζει;

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010


Ποδοφυλλοτοξίνες. Τα κρυφά μας όνειρα
Επιπολάζοντα ως ανώδυνοι εφιάλτες κάποιου άλλου
Που ποτέ δε θα αντιληφθεί ιδίοις όμμασι
Κάτω από κανένα επιθήλιο
Και που καμιάς βελόνας η διάμετρος
Δεν επαρκεί για τηλεσκοπικές θεωρήσεις
Του μέλλοντος.

Ορνιδαζόλη. Για τους μύστες του δυϊσμού
Για όλους όσους επικρατούν υπό όρους
Αυτούς που κρατούν το ζυγό δίχως μαντήλι
Και για όσους δεν ξέρουν πως το φορούν
Αγνοώντας τα στίγματα και τη γκρίζα δωρεά.
Γι' αυτούς το βάθρο της νίκης
Έχει μόνο δυο θέσεις.

Τετρακυκλίνες. Κληρονόμοι ρομαντικών εποχών
Όταν η επιπλοκή των τετριμμένων
Ήταν αψέντι και τριαντάφυλλα και καταδίκη
Και πληγές πέρα απ' την καρδιά και τα ρίγη
Το παραπάτημα του κληρονόμου
Αυτού με τα δόντια που γεύτηκαν εξ' αρχής
Τη σελήνη.

Φαινόλη. Για κάθε ένα απ' τα ενθύμια
Κάθε μικρό σημάδι από τη μάχη.
Έκκεντρα μετάλλια που γυαλίζουν στο σκοτάδι
Λευκά, σε παρωδία παράδοσης κι αγνότητας
Για αυτούς που οι αναμνήσεις είναι θηράματα
Και που σαν άγριες φυλές με δόρατα από ξύλο
Τρυπούν τον εαυτό τους.

Κοτριμοξαζόλη. Για τις ημέρες της απαλότητας
Τα μικρά, μοιρασμένα κοινά μας σημεία
Στις άκρες των κόσμων μας, που λαχταρούσαν
Ο ένας τον άλλον.
Αργεί πια το ξημέρωμα, όχι σαν τότε
Μα τα μοτέρ της λαγνείας και η λευκή επιδερμίδα
Συμφύονται ακόμα.

Ερυθρομυκίνη. Για τη δόξα των θερμών ημερών
Που ακόμα βράζουν στους βουβώνες του θύτη
Πόνος ελαφρύς, όπως αρμόζει στις καλές αναμνήσεις.
Ο χρόνος ποτέ δεν θεράπευσε τίποτα εκτός της ζωής
Και όλες οι υπόγειες θύμισες, αργά ή γρήγορα
Εξελκώνονται -και τα κρυφά μας αμπάρια
Κλυδάζουν ανταρσία.

Τικοναζόλη. Για τους πάντα παρόντες
Για τους πανταχού θαμώνες
Αυτούς που ποτέ δεν έκλεισαν ραντεβού
Μα σε βρήκαν
Για τους απλούς, τους δεδομένους
Γι' αυτούς που ζήσανε στη θέρμη σου
Για όλους όσους η ανάνηψη δεν ήρθε
Και δεν έπρεπε.

Ιντερφερόνες. Για τους ζωντανούς
Που δάγκωναν το κύπελλο στην κάθε γουλιά
Γι' αυτούς που δεν θέλησαν τείχη και αντιστάσεις
Που στέκουν άοπλοι μπρος στα χίλια προσωπεία
Για αυτούς που η ελπίδα είναι μονάχα μια λέξη
Και που τα τακτικά και τα ανώδυνα
Είναι συνώνυμα του τέλους.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Αφορισμός #30

Η συνηθέστερη συνταγή της δυστυχίας
Η θέληση για δύναμη και η ανάγκη γαλήνης
Παραμένει το έλασσον κακό συναρτήσει του αντιστρόφου.
Στο τελευταίο, δεν υπάρχει άγνοια να δρα αναλγητικά.

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Give me a chance.

I might return a miracle.