Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Morning Ballad.



He wiped the tears and lined the lips, the ticking clock inside him broken
She cleared her throat and drew a breath, condemning seas of words unspoken.
The bed was soft, the light was warm, the weekend sun shone through the trees
The air was soft, blue scattered flowers were dancing graceful with the breeze.

He moved a bit, and drew it close -his arm then bloomed into a hug
He pulled her near and felt her neck, soft skin’s aroma, soft skin's drug
He felt the edge against his thumb, the mute, cold alloy never lies
A drop of crimson stained the floor, a drop of moist between her thighs.

He turned around and guessed her gaze, he smiled at her the smile of bane
His lips on hers, warm fingers tightened, the usual press that brings the stain
A golden ray, a silver gleam, a vow and dream of one last strife
Obsolete love, all sweetness endeth; herald the end of what was life.

And she said "die" last night, did you not hear?
A word too final maybe for feelings to amend
They kissed; she asked him teasingly "What for?"
He speared his neck and whispered "For the End".

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Καρυωτάκης!



Το σκεπτικό είναι απλό:

25/6/2009
10:34:06 μμ
Semjâzâ


λοιπον
25/6/2009
10:34:10 μμ
Semjâzâ


κρατα χρονο
25/6/2009
10:34:17 μμ
Semjâzâ


προσπαθω να αποδειξω ποσο ευκολο ειναι
25/6/2009
10:34:24 μμ
Semjâzâ


να γραψεις κατι σαν τον καρυωτακη
25/6/2009
10:34:26 μμ
Semjâzâ


παμε.

Θυμάμαι κάποτε, χρόνια πριν, μια ατέρμονη διαφωνία που είχα με τον σύντροφο ClouD, για την αξία του Καρυωτάκη σαν ποιητή: εγώ κρατιόμουν ακόμα με νύχια και με δόντια από την καταθλιπτική (με αυτό τον γνώριμο, αστείο τρόπο) εφηβεία μου και αν και αναγνώριζα πως ο Καρυωτάκης στερούνταν το μεγαλείο των ποιητών που τότε λάτρευα, όπως του Ουράνη, του Καβάφη ή ακόμα και των Baudelaire και Verlaine (δεν είχα ακόμη ανακαλύψει αυτό που σήμερα θεωρώ κατακλυσμικής γοητείας ποίηση), παρέμενε ένας πολύ μελωδικός και συναισθηματικός ποιητής, που, αν η ποίηση χρησιμοποείται για πρόκληση μελαγχολίας, τη δουλειά του την έκανε.

Ο ClouD, απ' όσο θυμάμαι, δεν ήταν ιδιαίτερα εχθρικός, όντας ανέκαθεν πράας και ανθρωπιστικής φύσης, απλώς θεωρούσε τον Καρυωτάκη "ερασιτέχνη". Φυσικά εγώ δε μπορούσα να δεχτώ πως ασκείται επιρροή στον ψυχισμό μου από έναν ερασιτέχνη και η κουβέντα συνέχιζε μέχρι που τσαντιζόμουν γιατί δεν καταλήγαμε σε κανένα ουσιώδες πόρισμα (δηλαδή στο δικό μου).

Πολύ καιρό μετά, έχοντας ψαχτεί κάπως περισσότερο και έχοντας καταλήξει αισθαντικά στο εγωιστικότατο κίνημα του συμβολισμού -υποθέτω πως είναι κοινό γνώρισμα όλων των οπαδών του να λατρεύουν το κίνημα αλλά όχι τους ποιητές του- είχα καιρό να διαβάσω Καρυωτάκη. Ή Baudelaire. Γενικά, είχα αποκτήσει μια άπωση αναφορικά με την έμμετρη ποίηση και μια αδιαφορία για την ποίηση γενικώς, εκτός αν επρόκειτω για κάποια περίεργη προσωπική συλλογή μου που θα περιελάμβανε τα άπαντα του Rilke, του Dylan Thomas και μια τζούρα Dickinson. Κατά τα άλλα, η περίοδος ήταν αφιερωμένη στον Kafka, τον Hamsun, τους προσοβιετικούς και στο guttural death metal.

Ξεσκονίζοντας λοιπόν τη βιβλιοθήκη, ξανάπιασα λίγο το ένα, λίγο το άλλο, μέχρι που ξεφύλλισα Καρυωτάκη. Και χρόνια μετά μπορούσα να πω "ναι ClouD, στην ουσία είναι στιχουργός με ποιητικές εκλάμψεις". Οι ποιητικές εκλάμψεις είναι φυσικά της μορφής του αδύναμου συμβολισμού, όπως πχ στις μεταφορές του "Κιθάρες" και στις πιο εκούσιες και αυθεντικές των τελευταίων ποιημάτων, με διασημότερη αυτή της "Πρέβεζας". Και ναι, μπορούσα και μπορώ ακόμα να πω πως η καλύτερη δουλειά του Καρυωτάκη παραμένουν οι μεταφράσεις των Καταραμένων και του Moreas.

Με αφορμή την καινούρια σειρά με θέμα τη ζωή του, η οποία παρεμπιπτόντως είναι αρκετά καλογυρισμένη εκτός των σημείων "τυχαία_συνάντηση_στο_δρόμο" όπου η αληθοφάνεια είναι μάρκα αλλαντικών, αυτή η συζήτηση επανήρθε καμιά-δυο φορές με γνωστή νυν μαυρόγατα, πρώην μπλόγκερ. Και σήμερα που σκάρωσα ένα αστείο ποιηματάκι σε μια φίλη και αφού μου είπε πως της θύμισε Εμπειρίκο, μου έσκασε η ιδέα που περιγράφεται στην αρχή του ποστ. Έτσι, λίγη ώρα (9 λεπτά περίπου) μετά:

25/6/2009
10:43:34 μμ
Semjâzâ


πως σου φαίνεται;

-Πέπλον

Θερμές ανεμοδίνες οι ψυχές των ανθρώπων
Στολίδια πάγου -και ο καιρός η τήξις-
Τα απαστράπτοντα των ποιητών τα λόγια

Και των λαμπρών ιδεαλιστών οι επί χάρτοις στίξεις

Που παρωπίδες φωτεινές χαϊδεύουν μας τα μάτια
Πώς στοργικά στερώντας μας το δέος όλης της θλίψης!


Δεν δύναται λοιπόν κανείς εν τέλει να ιδεί
Πως σκιάζει τις αλήθειες μας ο κόσμος λαμπερός

Πως δυό λογιών υπάρχουν μόνο ανθρώποι
;
Κουκκίδες μόνο φαίνονται καθώς απλώνει η οδός

Πίσω ο θνήσκων, με την άγνοια στεφάνι φωτοβόλο
Και στης χρυσής οδού το τέλος, γαλήνιος ο νεκρός.

~

Υπ' όψιν, δεν ήταν απόπειρα σύγκρισης ή οτιδήποτε παρεμφερώς ανούσιο -άλλωστε επειδή το θεωρώ απλό δομικά ή εύκολο, δε σημαίνει πως υπολείπεται αισθητικής. Διάφορα απλά πράγματα, συμπεριλαμβανόμενου του σουβλακίου και της τηγανιτής πατάτας, χρίζουν ιδιαίτερης εκτίμησης και αγάπης εκ μέρους μου. Οπότε, πρόκειται απλώς για ένα παιχνιδάκι της στιγμής που δεν έχει καμία διαφορά από το να προσπαθώ να μιμηθώ τον τρόπο ομιλίας κάποιου. Μην αρχίσετε τη γκρίνια τέλος πάντων.

Αφορισμός #25



Η βαρύτητα του εκάστοτε τέλους κρίνεται βάσει της οριστικότητάς του και όχι του τρόπου τερματισμού, γιατί είναι συνήθειά μας να προστατεύουμε τον όρο και όχι την έννοια.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Selbstfest.



Στην άκρη της κάννης δυο ήρεμα μάτια
Το χαμόγελο πράο, οι ρυτίδες σβηστές
Τα απάνεμα χείλη, σαλεύουν, ρωτάνε
-Γιατί με σκοτώνεις; -Φοβάμαι, γι' αυτό.
Αγκαλιά στη σκανδάλη, το δάχτυλο τρέμει
Στη λαβή ο ιδρώτας, στη γροθιά παγετός
Πειθώ και αγιάζι, η φωνή τραγουδά
-Μα και τι είν' ο φόβος; Φιλαράκι παλιό.

Στην άκρη της κάννης, δυο στέγες λιμάνια
Δυο σφαίρες γαλήνη, εκπνοές απαλές
Μανεκέν από σάρκα σε ακίνητο φιλμ
Τον κοιτά μες στα μάτια, πανφλεβίας ανφάς
Και στο φλόγινο χέρι οι αντλίες ουρλιάζουν
Σπαν' βαλβίδες στα νύχια και καρφιά στον καρπό
-Να φοβάσαι δεν πρέπει! -Τότε μη μ' αγαπάς.

Και στην άκρη της κάννης ανατέλλει αέρας
Και βολής συναρτήσεις ξαποσταίνουν ισχνές
Τον κοιτά καθώς κλαίει και το χώμα τρυπάει
Σαν ο θόρυβος πνίγει κάθε πάλλων λυγμό
Τα μαλλιά τους ασπρίζει κάθε επόμενη μέρα
Κάθε επόμενη λέξη που υπήρχε παλιά
Και στα γόνατα πάλι, τον ρωτά όπως πάντα
-Γιατί πάντα με αφήνεις; -Επειδή σε μισώ.

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Αφορισμός #24



Η μεγαλύτερη απομυθοποίηση αναφορικά με την αιωνιότητα: δεν πρόκειται για μια κατάσταση που διαρκεί για πάντα.

Απλώς επαναλαμβάνεται συνεχώς.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Απορία V



Η ηθική οδός, η σεμνή ευχαρίστηση, η ευγενής νόηση
Θα είναι πάντα τα πλαστά υποκατάστατα
Του ζωώδους, της παρόρμησης και της θέλησης.

Όχι;

Η ίδια αίσθηση πλαστού που εμπεριέχεται στην "ηθική"
σε σχέση με το γνήσιο της "παρόρμησης"
είναι η ίδια αίσθηση πλαστού που αφορά
την "εν συνειδήσει ευχαρίστηση"
σε σχέση με το γνήσιο του "ζωώδους".

Η απλή αντικατάσταση όρων
αποτελεί άραγε μιαν επαλήθευση;

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

The Wolf of Magdeburg.



I.

It was the first days of the year 1819, midst the rigid embrace of an infant January and while the brick chimneys relentlessly exhaled their blackness to the sky, when the beast came. The capital town of Magdeburg, the pride and wealth of Prussia, slept its snowy sleep by the ice-stream that was once the river Elbe, when a toll of flesh and blood fell wordlessly upon its people.

In that part of Prussia, the month of January was known as der Wolfmonat, the month of the wolf, for it was that time of year that the bitter Northern winds, drove the hungry wolves from the mountains in the backyards and streets of Magdeburg in search of food and prey. And the dark forests of the Harz mountains were brimming with canine specters that lurked in the heavy forest mist in predatory waiting or sated voraciousness. All men of sanity dared not tread near the edge of the woods, for they knew of the fanged beasts and the gruesome death that was reserved for the mindless wanderer if his guts grew too bold.

And the fences were high in the town of Magdeburg back then and the Jägerbusche rifles were always kept loaded and no child ever left the house unaccompanied -and its company was always to bear a weapon of some sort. Fires were lit in various spots of the town of Magdeburg and great care was taken by the people that they always remain lit and he who would let anything edible outdoors was severely punished, for the scent of food would summon the beasts from the forest.

It was thus with the utmost surprise, that it was during those days of vigilance that on the fifteenth of the Wolfmonat, the infant child of Edmund Speer, a respectable merchant, was found missing. Neither he nor his wife, Ingrid, had heard or seen anything unusual that night. Frau Speer had her child breastfed late in the evening and once he had fallen asleep, she had gone to the conjugal bed to join her husband. The infant was in general of a tranquil nature and its nightly silence was rather unexceptional. With the dawn, its cradle stood empty and only the window which lay ajar betrayed an intrusion.

At once, the mayor ordered a search party to sweep the town of Magdeburg, its streets and alleys, its barns and stables and its every house, no matter how familiar or respectable the tenants were. In the end, the search proved futile and it was thought that the infant had been stolen by some gypsy nomad or a witch. The town mourned with sincerity and all care was taken that the ill-stricken house would always find warmth in the hearts of the townsfolk.

II.

By the end of January, the people of Magdeburg were crumbling with fear and uneasiness. Another four houses had been visited and intruded by the nefarious abductor and no trace of evidence remained to aid the authorities to his, or her, discovery. It was then that the people of Magdeburg turned to their magistrate for guidance, a man called Breber.

Breber was a man of wit and resolved to solve the grotesque mystery that plagued the town of Magdeburg. Soon after the townsfolk had turned to him for his precious aid, the abductor struck again, claiming once more a child no older than two years of age. Breber quickly recognized an advantage in terms of evidence: the night of the abduction, snowfall had been rather mild and the tracks of the abductor could be easily traced and pondered upon. Breber flew to the sight of tragedy to find, indeed, traces that led out the window, out of the town and to the woods. The traces were obviously those of wolf paws, casting all assumptions of human intervention aside. The riddle of how a pack of wolves could ever penetrate a well-lit town, as Magdeburg was at the time, was answered by the most bizarre of indications: the traces were those of a single wolf, obviously of too bold a nature and too intelligent a mind, if he was to dare tread alone in the fire-lit town and break through windows, no matter how frail the latter's nature may have been.

Breber was bedazzled. Surely, a single wolf posed no real threat to men his stature, and indeed was much more preferable than the occasional descent of whole packs of the fanged beasts, but all the same, it made the intruder much more immune to tracing and discovery.

To that end, Breber ordered teams of men to constantly patrol the town after sundown, as much as around its small perimeter, as within and through the narrow streets.

Under Breber's orders, the small town of Magdeburg was to become a fortress, dedicated to the defense against a single, yet most feared and troublesome enemy.

III.

The days and nights rolled on, as did the patrols, yet the abductions had not seized. The wolf month was nearing its end and so did the patience of the townsfolk. The wolf had broken in several other homes, all housing a child of young age -and each time the child had disappeared.

The night that the four year-old daughter of the Mayor himself disappeared, Breber began to take part in the patrols in person. The people of Magdeburg had lost all faith in him but apart from rightful desperation, had nothing to blame him for. Yet nonetheless, Breber was generally shunned in anger by the townsfolk and even in his own home, his wife would seldom address him -a cruel reminder of his failure.

Breber would not patrol the town in shifts as did the other men -he would start his guardian duty the moment the sun began to fall, until the light of dawn was again bright enough. He would carry no firearms, but merely a long sword, sharpened enough to cut through wolf and Ottoman like water. With cold fury in his veins, Breber would tread the town from one end to another, feverishly praying that he was the one to come across the wolf -and when that happened, the beast would be unsuitable even for a rag before the fireplace.

It was not long before Breber had began his second patrol of the town streets, when something came running and panting behind him, crashed on him and knocked him to the ground. Ever vigilant, Breber twisted his fallen body, kicking what felt like two legs of the pursuer, heard the thumping of the fallen body and sprang up, instantly drawing his sword to slay. Alas, before his feet was not the cunning, bloodthirsty wolf, but a tramp. A woman, dressed in rags and torn fabrics, stared her mad stare into his eyes and Breber recognized her. She was once the mother of a beautiful baby boy, before the wolf had taken it deep in the snow-dressed woods, never to be seen again. The poor woman, recently widowed and having none other than her infant son for condolence, had gone mad and roamed the streets of Magdeburg day and night. The warnings of the patrolling men were all in vain and everyone expected that some day -or most probably, night- soon, the woman would be one of the next to disappear.

"Well" thought Breber, "this is certainly not the night."

He helped the poor woman up, apologized to her and explained that he had thought her for the wolf. He made no mention to their unfortunate collision, for even if he had never known about the poor woman's state, anyone would have guessed from the twitching of her face and the nervous movements her head made when she constantly turned to all directions, ever worried that some danger lurked.

Breber turned around and was about to move along, when the mad woman seized his cape and drew his surprised face near hers. After a moment of silent insanity, the madness left her gaze and fell right on her lips -and her lips whispered to Breber

"The night has teeth. The night has claws."

She gurgled an insane giggle and nervously nodded.

"And I have found them."

IV.

Breber barely had time to decide what he should do, before he lost the woman who resumed springing down the street and took a sharp turn in an alley. He darted behind her, resolved to follow her wherever she might lead him -a futile end or an unexpected truth. After all, she had indeed all the chances in the world to sight the wolf -or at least equal chances with the patrol groups.

Breber caught glimpse of the woman as she jumped down a derelict fence -Breber run towards that direction, jumped through the rotten woods, arms folded before his face, breaking the planks to pieces. The woman had already left the town perimeter and was heading for the woods. Breber did not hesitate. Blood steaming in his temples, he ran after her. In an instant, he had entered the woods and was at the foot of the black Herz mountains -the nest of all beasts that feed on life.

He heard noises of branches breaking, of leaves shuffling, of muffled sobs and maniac giggling -he could not see the woman but he could hear her and those miserable sounds he followed easily, for the forest was silent as if all life had deserted it in horror.

But Breber knew that there were at least three lives in the woods that moment -and at least one of those had to end. With the corner of his eye, Breber saw the woman rushing deeper in the woods, and this time the woman was screaming -incoherently, yes, but it seemed like her screams were directed to someone, someone present besides himself. Breber run before her, the woman spotted him, stopped dead in her tracks and turned to look at him. Breber took a step back when he saw her eyes, all gleaming with insanity and at that instant of hesitation, the woman darted again deeper in the darkness between the trees. Moments later, Breber heard her screaming again, yet in a way that seemed no madness could ever impose on any living thing: those were screams of pain.

Breber rushed forward and towards what seemed to be the edge of a small clearing. Tripping on roots and scathing skin on branches, Breber ran struggling, finally reaching the edge of the clearing.

And it was then, that time seemed to slow down over the woods, the mountains, the town and the whole God-made world. In the midst of the small clearing, lay the maddened woman. Her head was torn from her body, her arms and legs thrown away, drawing a crimson signature of Death upon the white snow, her torso mutilated, chest opened, bones ripped apart, entrails melting the snowflakes falling upon them.

And on the other end of the clearing, Breber saw a humongous wolf, standing, as it seemed, on his hind legs, crouching over the leftovers of what was once a woman and in his fore legs he was holding -holding!- a small, bloody bundle, no doubt another infant, torn from the cradle.

Breber felt his hand drawing the sword, very slowly, saw the beast part his jaws and growl in menace. As if in water, beast and man slowly danced their way towards each other, a clawed paw -or was it a hand?- rising and falling towards Breber's head, a flash of silver and a shower of blood, the paw falling away, a cry that made Breber's lungs burn bitter, two hands clutching the hilt of a sword and then the heart, the heart of the beast, sword deeper, blood thicker, time slower -and again, Breber pulled his sword and again he thrust it forward, again and again and many times, until he saw -without stopping the thrusts- that before him lay no more a wolf, but his wife, with countless stabs upon her body, and Breber screamed, half in pain and half in rapture, and swiped his sword one final time through the pale neck of his dead wife, severing the head from her body, just before he fell unconscious on the snow.

V.

A few minutes later, the light of reason returned in Breber's head and he awoke. A broken man, he rose, opened the bloody bundle and saw in his surprise that the infant had not been killed by the beast. He covered it in his cape to keep it warm and started his descent towards the town.

There was much speculation about the causes of transformation of Breber's wife. Some still say that she had drank water from an enchanted mountain spring while on a hunting trip with her husband and some friends -others say that she was bit by a wolf in the full moon. Whatever the case, her body was burned and the remains buried deep under the ground. The abductions stopped and it did not take Breber, now a hero, a long time to find himself another wife.

The patrols lifted and the homes sighed with relief. But the pyres did not dim and the twilight was still regarded with anxiety -for even if almost over, in that part of Prussia, the month of January was known as der Wolfmonat: the month of the wolf.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Αρμοδιότητες ΙΙ



"Και θηκαρώνοντας το μακρύ του σπαθί, ο χρυσόμαλλος θεός σήκωσε το πρόσωπό του στον πορφυρό ουρανό και γέλασε άγρια."

-Γιατί πάντα οι θεοί είναι χρυσόμαλλοι γαμώ;
-Γιατί η μυθολογία γραφόταν είτε από ακομπλεξάριστους μαυρομάλληδες με τάσεις εξερεύνησης, ή από μικρόμυαλους βόρειους εθνικιστές.

Ο Θάνατος κοίταξε τον Λου ανασηκώνοντας το φρύδι του.

-Τι είπες τώρα ρε...
-Να λείπουν οι ειρωνείες. Ξέρουμε και 'μες κάποια πράγματα.
-Ναι, βέβαια, όχι, η αλήθεια να λέγεται...
-Σκασμός. Δε με λένε Εωσφόρο για το τίποτα. Και στο κάτω-κάτω...

Ο Λου κοίταξε με νοήμα τον Θάνατο κάνοντας μια παύση.

-...είμαι και μεγαλύτερός σου ε.
-Ναι, σέβας στα άσπρα σου μαλλιά.
-Άει στο διάολο ρε.
-Εγωκεντρικέ.
-Βεβαίως.

Ήπιαν από μια γουλιά Luxoctan.

-Ωραίο είναι τελικά αυτό ε.
-Γιατί, πότε συνέλαβα εγώ κάτι και δεν ήταν ωραίο;
-Ε, εκείνη η Επανάσταση στην Αρχή δεν ήταν ό,τι καλύτερο.
-Γιατί ρε, σε ποιον κακόπεσε; Αν δεν είχα ασκήσει βέτο, τώρα θα καθόμουν και θα γρατζουνούσα μια άρπα και θα έλεγα "τι γαμάτα που είναι εδώ στον παράδεισο γιατί είναι το μόνο μέρος που έχουμε, γκραν, γκραν, τι καλά, γκραν". Άσε που εσύ δε θα υπήρχες καν.
-Παπάρια δε θα υπήρχα, αργά ή γρήγορα θα την κάνανε και μόνοι τους τη μαλακία οι πρωτόπλαστοι.
-Αμ δε θα την κάνανε. Θέλανε σπρώξιμο. Αυτό το 'χε μοντάρει σωστά ο Μεγάλος.
-Δηλαδή;

Ο Λου έσκυψε εμπιστευτικά προς το Θάνατο.

-Οι πρωτόπλαστοι...
-Ναι...
-Ήταν Γερμανοί.
-Ε;
-Δε θα παρέβαιναν ποτέ τον Κανόνα.
-Τι λες μωρέ; Τι Γερμανοί;
-Γερμανοί.
-Με δουλεύεις ρε παπάρα; Υπήρχαν τότε Γερμανοί;
-Μόνο Γερμανοί!
-Μα αφού δεν υπήρχε Γερμανία.
-Α, αυτές οι αστικές αντιλήψεις περί πατρίδας πάλι. Αγόρι μου, δεν κάνει η πατρίδα το έθνος, το έθνος κάνει την πατρίδα. Δες τους Εβραίους. Εβραίοι πριν το Ισραήλ δεν υπήρχαν;
-...Ναι.
-Δες τους αθίγγανους, υπάρχουν και ας μην έχουν πατρίδα.
-Κοίτα, έτσι όπως το θέτεις...
-Άκου με που σου λέω. Γερμανοί. Έπρεπε να τους ακούσεις να τσακώνονται. Ειδικά η Εύα, πω, μόλις άρχιζε αυτή τα σβάην και τα άρσλοχ και τα τέτοια, γέμιζε ο ουρανός παραδείσια πτηνά, σκιαζόντουσαν τα δύσμοιρα από τους φθόγγους.
-Σοβαρά ε.
-Εμ τι. Γι' αυτό και 'γω, τους έδωσα το μήλο και μπουκωθήκανε και σκάσανε. Έτσι είναι οι Γερμανοί, πρώτα τους ωθείς στη μαλακία, μετά τους λες πως κάνανε μαλακία και ύστερα από τις τύψεις τους κάθονται ήσυχοι στη γωνιά τους.
-Σατανικό.
-Ευχαριστώ.

Ο Θάνατος συλλογίστηκε λίγο αυτά που του έλεγε ο Λου.

-Και να σου πω.
-Ναι.
-Γιατί με φώναξες εδώ;
-Έλα μωρέ, βιάζεσαι;
-Όχι, απλώς μην ξεχαστούμε.
-Αγχωτικός είσαι ρε πούστη, πάντα αγχωτικός είσαι.
-Ε εγώ δεν κάθομαι να ξύνομαι όλη μέρα μαλάκα. Να 'χω ένα τσούρμο υφιστάμενους να τρέχουν να καρβουνιάζουν τις φωτιές, να γεμίζουν τα καζάνια και εγώ να πηδάω πεθαμένες αμαρτωλές.
-Τι καρβουνιάσματα, τι μαλακίες; Τι λες μωρέ; Έχουμε βαρυτικούς ηλεκτροσυλλέκτες Τέσλα. Ας προσέχατε, πήρατε εσείς τον Έντισον επάνω και σας έχει πάει ο κούκος αηδόνι. Κάθονται και οι άλλοι οι μαλάκες και ψάχνουνε "τι είναι η σκοτεινή ενέργεια". Αλλά βέβαια, με απόδοση μικρότερη του 1, τόσες διαρροές...
-Σκάσε και λέγε τι με θες.
-Λοιπόν. Παίχτηκε χθες μια επίκληση, φωνάξανε τον Βελιάλ...
-Το χοντρό;
-Ναι, αυτόν με τις τρίχες.
-Ναι, συνέχισε.
-Λοιπόν, θέλανε λέει να πουλήσουν την ψυχή τους.
-Με τι αντάλλαγμα;
-Μια μαιζονέτα με θέα την Ακρόπολη.
-Δε σε συμφέρει.
-Αστειεύομαι ηλίθιε.
-Α. Για πες.
-Λοιπόν, θέλανε λέει να σβήσει ο κόσμος.
-Μπα; Γιατί;
-Απ' ότι κατάλαβα κάτι γκομενικό παίχτηκε και ο τύπος τα 'χε πάρει.
-Και θα την πληρώσει όλος ο κόσμος;
-Σκέψου πόσους είχε πάρει η άλλη ε, χαχαχαχ!
-Και τι θα κάνεις;
-Γι' αυτό σε θέλω. Δε θέλω να πάω να του πω "ξέρεις μεγάλε βλάκα, αν μπορούσα να το κάνω αυτό δε θα ήμουν εδώ να συντάσσω τους όρους στα συμβόλαια" γιατί όπως και να το κάνουμε, είναι μια ψυχή...
-Έλα μωρέ, τόσες έχεις.
-Δε φτάνουν, θέλω κι άλλες.
-Τι να τις κάνεις μωρέ;
-Δικηγόρους.
-...
-Για πες τώρα, έχεις καμιά ιδέα;
-Να τον ξεγελάσεις;
-Άμα ξανακάνεις ρητορική ερώτηση θα αρχίσω πόλεμο στη Μυανμάρ να γαμιέσαι όλη μέρα στη δουλειά ε.
-Καλά. Λοιπόν...
-...
-Χμ.
-Χμ τετράγωνο.
-Γιατί απλά δεν του λες "οκ" και να εξασφαλίσεις την ψυχή; Και μετά να μην κάνεις τίποτα;
-Δε γίνεται, η συμφωνία πρέπει να τηρηθεί αλλιώς ακυρώνεται η σύμβαση. Είναι στο σύνταγμα.
-Ποιο σύνταγμα;
-Έχουμε σύνταγμα εδώ κάτω ρε, τι νόμιζες; Σαν εσάς είμαστε, με τη μοναρχία σας; Εδώ έχουμε κοινοβουλευτική βασιλεία.
-Σα τη Δανία ένα πράγμα.
-Πιο δημοκρατικά και με καλύτερες θερμοκρασίες. Αλλά ναι, κάπως έτσι.
-Οπότε πρέπει να τηρηθεί το συμβόλαιο ε.
-Να "τηρηθεί". Παραθυράκι φάση.
-Δεν έχεις κανένα νομικό εδώ;
-Λες να συμβουλευτούμε δικηγόρο ρε συ;
-Γιατί όχι;
-Ε είπαμε να τον ξεγελάσουμε τον άνθρωπο, εντάξει, αλλά δε θέλω και τόσο ακραία μέτρα. Δε θέλω να γίνω και σαδιστής.
-Φώναξε ένα δικηγόρο μωρέ.
-Καλά.

Ο Λου έγειρε το κεφάλι πίσω και φώναξε "έχουμε κάνα δικηγόρο εδώ γύρω;"

Δώδεκα χιλιάδες εφτακόσια σαρανταδύο χέρια σηκώθηκαν.

-Εσύ, έλα εδώ λίγο. Όχι, ο δίπ... Ναι, εσύ. Όχι, όχι εσύ, ο πιο πίσω, αυτός με την καράφλα, ναι, λίγο πιο δίπλα, πιο δίπλα... ΟΧΙ ΠΙΟ ΠΙΣΩ, ΠΙΟ ΔΙΠΛΑ, ναί, μπράβο, εσύ. Ναι εσύ. Ο μπροστινός μη σηκώνει το χέρι του, θα τον τσιγαρίσω στο 34.
-Τι είναι το 34;
-Ένα καζάνι που βάζουμε όσους έχουν ευκοίλια. ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΘΑ ΕΡΘ... α, μπράβο. Δεν έλεγα εσένα όμως, που είναι ο άλλος...
-Ρε Λου, τι θα γίνει τώρα;
-Καλά, λες να κρατήσουμε αυτόν;
-Γιατί, τι διαφορά έχει από τον άλλο;
-Ο άλλος μου έμοιαζε πιο πονηρός.
-Συγγνώμη, κύριε δικηγόρε μου...

Ο κοντός ανθρωπάκος με την καραφλίτσα και τα γυαλάκια σήκωσε ταπεινά τα μάτια του στον Θάνατο.

-Ορίστε, παρακαλώ. Πως μπορώ...
-Πως ονομάζεστε;
-Τζέησον. Τζέησον Κράνμπεργκ.
-Κράνμπεργκ;
-Μάλιστα...
-Από που είστε;
-Είμαι από το Νόττινχαμ.
-Το επίθετό σας, είναι Εβραϊκής προελεύσεως;
-Μάλιστα.
-ΕΚΤΑΚΤΑ!!!, γκάριξε ξαφνικά ο Λου.

Ο Θάνατος πετάχτηκε από την καρέκλα του, ο ανθρωπάκος έπεσε στα γόνατά του τρέμοντας.

-ΤΙ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΜΩΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΜΟΥ ΚΟΨΕΣ ΤΗ ΧΟΛΗ.
-Συγγνώμη, συγγνώμη, ο ενθουσιασμός της στιγμής! Εβραίος δικηγόρος, χοχο, δική μου η ψυχή!
-Λοιπόν, ενημέρωσέ τον.

Ο Λου εξήγησε γρήγορα την υπόθεση στον ανθρωπάκο.

-Κατάλαβες;
-Κατάλαβα... Μα είναι απλό, είναι πολύ απλό.
-Απλό ε.
-Βεβαίως, ο "κόσμος" ως όρος, είναι ανοιχτός σε ερμηνείες.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή, πως να σας πω, "κόσμος" για τον καθένα είναι αυτό το οποίο ως ορίζει ως τέτοιο: μπορεί να εννοεί την σύζυγό του, μπορεί να εννοεί τον κύκλο των γνωστών του, μπορεί να εννοεί τη γη, το σύμπαν, ό,τι να 'ναι. Επίσης, αν είναι όπως τα λέτε, η περιγραφή δεν περιλαμβάνει χρονικό πλαίσιο.
-Και τι να κάνω δηλαδή, να αναβοσβήσω τη γυναίκα του σα να 'ταν λαμπατέρ;

Ο ανθρωπάκος χαμήλωσε το βλέμμα του τρέμοντας πως είχε απογοητεύσει τον φοβερό Σατανά.

Ο φοβερός Σατανάς σκάλισε σκεπτικός τη μύτη του.

-Εσύ κατάλαβες τίποτα;
-Βέβαια.
-Ναι ε;
-Φώναξε τον Μπαάλ, θα τα κανονίσω εγώ.
-Τι σχέση έχει ο Μπαάλ;
-Αυτός δεν είναι που θα κλείσει τη συμφωνία;
-Όχι ρε, τον μπερδεύεις, ο Βελιάλ είναι. Ο Μπαάλ είναι αυτός με τη στραβή μύτη...
-Ποιος, αυτός που χάρηκε όταν πήρε η Ρεαλ τον Κακά;
-Ναι μπράβο, αυτός.
-Μεγάλος βλάκας αυτός ε.
-Καθυστερημένος από τους λίγους.
-Μα, συγγνώμη τώρα, πως γίνεται να χαίρεται κανείς που η ομάδα που έκαψε τα μεγαλύτερα ονόματα, πήρε τον Κακά;
-Καλά, δε λες και "έκαψε"...
-Τι δεν έκαψε μωρέ, με δουλεύεις; Τελευταία φορά που κάποιος έπαιξε καλά εκεί μέσα ήταν επί εποχής Ραούλ και Φίγκο. Καλά δε τα λέω κύριε Τζέησον;
-Ππ..ποιός είναι ο Φίγκο;

Ο Λου με τον Θάνατο κοιτάχτηκαν έκθαμβοι.

-Καλά δεν ξέρετε... Πότε πεθάνατε;
-Το 1943.

Ο Λου χτύπησε ένα θριαμβευτικό παλαμάκι.

-Νάτοι πάλι οι Γερμανοί!

Λίγες στιγμές αργότερα, ο κωλόχοντρος Βελιάλ στεκόταν μπροστά στο παράξενο τρίο.

-Γεια σου αφεντικό. Γεια σου Τζέησον.
-Μπα, γνωρίζεστε;
-Βέβαια, παίζουμε μαζί ψαράκια.
-Ψαράκια;
-Ναι.

Ο Θάνατος που ήταν γερτός πάνω σε έναν ογκόλιθο, εμφανίστηκε πίσω από τον Βελιάλ και ρώτησε με απορία:

-Τι είναι τα ψαράκια;

Ο Βελιάλ αναπήδησε σαστισμένος.

-Σιχτίρ, τι κάθεσαι έτσι σα το χάρο από πάνω μου ηλίθιε και δε σε είδα!
-Ναι, εγώ φταίω κοντοπίθαρε. Και ξαπλωμένος να 'μουν, πάλι από πάνω σου θα ήμουν.

Ο Λου πρόσεξε πως ο ανθρωπάκος έδειχνε ιδιαίτερα ανακουφισμένος που το ζήτημα "ψαράκια" είχε ξεχαστεί και δεν έδωσε συνέχεια.

Εξήγησαν στο Βελιάλ την κατάσταση και του διευκρίνησαν πως μπορεί να κάνει τη συμφωνία αρκεί οι όροι να παρέμεναν ασαφείς όπως ήταν σε εκείνο το στάδιο.

Ο Βελιάλ κοιτούσε σα χάνος.

-Μα... αυτό δε γίνεται.
-Γιατί δε γίνεται, γελοίε;
-Γιατί ο Χουάν πέθανε.
-Ποιος είναι ο Χουάν;
-Αυτός ο τύπος με τη συμφωνία.

Ο Λου έριξε ένα κεραυνοβόλο βλέμμα στο Θάνατο.

-ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ.
-Αυτοκινητιστικό.
-ΠΟΤΕ.
-Έχει κάνα δίωρο.
-Ααα ναι, είπε ο Θάνατος, μάλλον λέμε για τον τύπο από την Μάλαγα ε;
-Ναι, απ' τη Μάλαγα ήταν!
-Ναι, τον πήρα όπως ερχόμουν εδώ. Κοίτα να δεις ε.

Ο Λου ήταν έξω φρενών.

-ΗΛΙΘΙΕ! ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕΙΣ;
-Πως να τον αφήσω μωρέ μαλάκα; Που να ξέρω ποιος είναι;
-ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΛΙΓΟ, ΒΛΑΚΑ, ΕΛΕΕΙΝΕ.
-Τι να περιμένω ρε στόκε; Τι να του πω "που ΄σαι, σφίξου λίγο, μην αιμορραγείς τόσο, κάνε ένα τσιγαράκι, δε βιαζόμαστε"... Πας καλά ρε;

Ο Λου δεν μπορούσε να βρει κενό στα αυτονόητα. Γεμάτος νεύρα φώναξε:

-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ. ΦΕΡΤΕ ΤΟΝ ΕΔΩ.
-Ποιον; ρώτησε ο Βελιάλ ηλίθια.
-ΤΟΝ ΧΟΥΑΝ ΧΟΝΤΡΕ ΓΕΛΟΙΕ ΒΛΑΚΑ!
-Α, μάλιστα. Πάω.

Ένας νεαρός μαυρομάλλης άνδρας στεκόταν μπροστά στο Λου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.

-ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΧΟΥΑΝ.

Η φοβερή φωνή του Λου έκανε τον νεαρό άνδρα να παραλύσει εντελώς από φόβο.

-Νανχιινννχχμμμμμμνεεεεεεε....

Ο Λου σάστισε.

-...Τι;
-*ακατάληπτο μουρμουρητό*

Ξεχνώντας τα νεύρα του, ο Λου γύρισε ξαφνιασμένος στο Θάνατο.

-Τι λέει; Καταλαβαίνεις;
-Μάλλον φοβάται, συμπέρανε ο Θάνατος.

Ο νεαρός άνδρας έγνεψε καταφατικά με σπαστικές κινήσεις.
Ο Λου έδειχνε απηυδησμένος.

-Αυτά μου λείπανε. Άντε να τον ηρεμήσω. Λοιπόν, Χουάν, με ακούς; Αν δεν ηρεμήσεις αμέσως θα σε βασανίζω σε όλη την αιωνιότητα.

Η ιδιοφυής αυτή μέθοδος δεν έδειχνε να πιάνει. Για την ακρίβεια, μάλλον έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Ο Θάνατος πρότεινε στον Χουάν το μπουκάλι Luxoctan.

-Έλα, πιες μια γουλιά.

Ο Χουάν έφερε το μπουκάλι στο στόμα του, ήπιε μια γουλιά και μερικές στιγμές αργότερα έβγαλε ένα φοβερό ουρλιαχτό αμέσως πριν σωριαστεί ανάσκελα.

Ο Βελιάλ κοιτούσε με ένα ηλίθιο χαμόγελο με το στόμα του να χάσκει.

-Χεχε, τον σκότωσε.
-Βελιάλ.
-Ναι;
-Πεθαμένος ήταν.

Ο Βελιάλ προβληματίστηκε.

Ο Χουάν σηκώθηκε, πρότεινε το χέρι του σε μια χειρονομία άρνησης και είπε:

-Σταματήστε, σταματήστε. Θα μιλήσω. Δεν έχω τίποτα να κρύψω. Τι θέλετε από μένα.

Ο Λου έπιασε το μπουκάλι Luxoctan, το κοίταξε και μονολόγησε κάτι σαν "κοίτα να δεις" πριν απευθυνθεί πάλι στον Χουάν.

-Χουάν ηρέμησε. Μην ανησυχείς. Τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί άλλωστε.

Ο Θάνατος σκούντηξε τον Λου διακριτικά.

-Τι; Α, σωστά. Λοιπόν παιδί μου, μην ανησυχείς. Μια-δυο ερωτήσεις θα σου κάνω και μετά θα πας να συνεχίσεις να βασανίζ-

Δεύτερο σκούντημα.
Ο Λου αναστέναξε κουρασμένα.

-Τέλος πάντων. Τράκαρες σήμερα ε.
-Μάλιστα.
-Και σκοτώθηκες.
-Μαεμφ...Μάλιστα.
-Ακυρώθηκε η συμφωνία μας όμως πριν την κλείσουμε.
-...
-Όπως και να 'χει, ήρθες εδώ αλλά μόνο προσωρινά.

Τα μάτια του νεαρού έλαμψαν.

-Μη χαίρεσαι, όταν λέω προσωρινά εννοώ μέχρι τη δευτέρα παρουσία.

Τα μάτια του νεαρού χαμήλωσαν πάλι θλιμμένα.

-Αυτό που θέλω να μάθω είναι, γιατί είσαι εδώ;
-Αυτοκτόνησα.

Σιωπή έπεσε παντού στην παρέα.

-Τι.
-...
-Αυτοκτόνησες.
-Μάλιστα...
-Γιατί;
-Γιατί δεν πίστευα πως θα γινόταν κάτι με τη συμφωνία... Δεν πίστευα κι όλας πως δεν τα είχα ονειρευτεί όλα... Αυτό το χοντρό κερατά και-
-Ε!!!, φώναξε τσαντισμένα ο Βελιάλ.
-Σκάσε εσύ, καλά λέει. Συνέχισε εσύ ηλίθιε Ισπανέ.
-Ε και πήρα το αυτοκίνητο και το τράκαρα σε μια κολώνα.

Ο Λου έμεινε σκεπτικός για λίγο.
Γέμισε το ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά.

Με φωνή που έσταζε μέλι, είπε

-Βελιάλ...
-Μάλιστα αφεντικό.
-Οδήγησε τον κο Χουάν στο 34.