Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Αρμοδιότητες ΙΙ



"Και θηκαρώνοντας το μακρύ του σπαθί, ο χρυσόμαλλος θεός σήκωσε το πρόσωπό του στον πορφυρό ουρανό και γέλασε άγρια."

-Γιατί πάντα οι θεοί είναι χρυσόμαλλοι γαμώ;
-Γιατί η μυθολογία γραφόταν είτε από ακομπλεξάριστους μαυρομάλληδες με τάσεις εξερεύνησης, ή από μικρόμυαλους βόρειους εθνικιστές.

Ο Θάνατος κοίταξε τον Λου ανασηκώνοντας το φρύδι του.

-Τι είπες τώρα ρε...
-Να λείπουν οι ειρωνείες. Ξέρουμε και 'μες κάποια πράγματα.
-Ναι, βέβαια, όχι, η αλήθεια να λέγεται...
-Σκασμός. Δε με λένε Εωσφόρο για το τίποτα. Και στο κάτω-κάτω...

Ο Λου κοίταξε με νοήμα τον Θάνατο κάνοντας μια παύση.

-...είμαι και μεγαλύτερός σου ε.
-Ναι, σέβας στα άσπρα σου μαλλιά.
-Άει στο διάολο ρε.
-Εγωκεντρικέ.
-Βεβαίως.

Ήπιαν από μια γουλιά Luxoctan.

-Ωραίο είναι τελικά αυτό ε.
-Γιατί, πότε συνέλαβα εγώ κάτι και δεν ήταν ωραίο;
-Ε, εκείνη η Επανάσταση στην Αρχή δεν ήταν ό,τι καλύτερο.
-Γιατί ρε, σε ποιον κακόπεσε; Αν δεν είχα ασκήσει βέτο, τώρα θα καθόμουν και θα γρατζουνούσα μια άρπα και θα έλεγα "τι γαμάτα που είναι εδώ στον παράδεισο γιατί είναι το μόνο μέρος που έχουμε, γκραν, γκραν, τι καλά, γκραν". Άσε που εσύ δε θα υπήρχες καν.
-Παπάρια δε θα υπήρχα, αργά ή γρήγορα θα την κάνανε και μόνοι τους τη μαλακία οι πρωτόπλαστοι.
-Αμ δε θα την κάνανε. Θέλανε σπρώξιμο. Αυτό το 'χε μοντάρει σωστά ο Μεγάλος.
-Δηλαδή;

Ο Λου έσκυψε εμπιστευτικά προς το Θάνατο.

-Οι πρωτόπλαστοι...
-Ναι...
-Ήταν Γερμανοί.
-Ε;
-Δε θα παρέβαιναν ποτέ τον Κανόνα.
-Τι λες μωρέ; Τι Γερμανοί;
-Γερμανοί.
-Με δουλεύεις ρε παπάρα; Υπήρχαν τότε Γερμανοί;
-Μόνο Γερμανοί!
-Μα αφού δεν υπήρχε Γερμανία.
-Α, αυτές οι αστικές αντιλήψεις περί πατρίδας πάλι. Αγόρι μου, δεν κάνει η πατρίδα το έθνος, το έθνος κάνει την πατρίδα. Δες τους Εβραίους. Εβραίοι πριν το Ισραήλ δεν υπήρχαν;
-...Ναι.
-Δες τους αθίγγανους, υπάρχουν και ας μην έχουν πατρίδα.
-Κοίτα, έτσι όπως το θέτεις...
-Άκου με που σου λέω. Γερμανοί. Έπρεπε να τους ακούσεις να τσακώνονται. Ειδικά η Εύα, πω, μόλις άρχιζε αυτή τα σβάην και τα άρσλοχ και τα τέτοια, γέμιζε ο ουρανός παραδείσια πτηνά, σκιαζόντουσαν τα δύσμοιρα από τους φθόγγους.
-Σοβαρά ε.
-Εμ τι. Γι' αυτό και 'γω, τους έδωσα το μήλο και μπουκωθήκανε και σκάσανε. Έτσι είναι οι Γερμανοί, πρώτα τους ωθείς στη μαλακία, μετά τους λες πως κάνανε μαλακία και ύστερα από τις τύψεις τους κάθονται ήσυχοι στη γωνιά τους.
-Σατανικό.
-Ευχαριστώ.

Ο Θάνατος συλλογίστηκε λίγο αυτά που του έλεγε ο Λου.

-Και να σου πω.
-Ναι.
-Γιατί με φώναξες εδώ;
-Έλα μωρέ, βιάζεσαι;
-Όχι, απλώς μην ξεχαστούμε.
-Αγχωτικός είσαι ρε πούστη, πάντα αγχωτικός είσαι.
-Ε εγώ δεν κάθομαι να ξύνομαι όλη μέρα μαλάκα. Να 'χω ένα τσούρμο υφιστάμενους να τρέχουν να καρβουνιάζουν τις φωτιές, να γεμίζουν τα καζάνια και εγώ να πηδάω πεθαμένες αμαρτωλές.
-Τι καρβουνιάσματα, τι μαλακίες; Τι λες μωρέ; Έχουμε βαρυτικούς ηλεκτροσυλλέκτες Τέσλα. Ας προσέχατε, πήρατε εσείς τον Έντισον επάνω και σας έχει πάει ο κούκος αηδόνι. Κάθονται και οι άλλοι οι μαλάκες και ψάχνουνε "τι είναι η σκοτεινή ενέργεια". Αλλά βέβαια, με απόδοση μικρότερη του 1, τόσες διαρροές...
-Σκάσε και λέγε τι με θες.
-Λοιπόν. Παίχτηκε χθες μια επίκληση, φωνάξανε τον Βελιάλ...
-Το χοντρό;
-Ναι, αυτόν με τις τρίχες.
-Ναι, συνέχισε.
-Λοιπόν, θέλανε λέει να πουλήσουν την ψυχή τους.
-Με τι αντάλλαγμα;
-Μια μαιζονέτα με θέα την Ακρόπολη.
-Δε σε συμφέρει.
-Αστειεύομαι ηλίθιε.
-Α. Για πες.
-Λοιπόν, θέλανε λέει να σβήσει ο κόσμος.
-Μπα; Γιατί;
-Απ' ότι κατάλαβα κάτι γκομενικό παίχτηκε και ο τύπος τα 'χε πάρει.
-Και θα την πληρώσει όλος ο κόσμος;
-Σκέψου πόσους είχε πάρει η άλλη ε, χαχαχαχ!
-Και τι θα κάνεις;
-Γι' αυτό σε θέλω. Δε θέλω να πάω να του πω "ξέρεις μεγάλε βλάκα, αν μπορούσα να το κάνω αυτό δε θα ήμουν εδώ να συντάσσω τους όρους στα συμβόλαια" γιατί όπως και να το κάνουμε, είναι μια ψυχή...
-Έλα μωρέ, τόσες έχεις.
-Δε φτάνουν, θέλω κι άλλες.
-Τι να τις κάνεις μωρέ;
-Δικηγόρους.
-...
-Για πες τώρα, έχεις καμιά ιδέα;
-Να τον ξεγελάσεις;
-Άμα ξανακάνεις ρητορική ερώτηση θα αρχίσω πόλεμο στη Μυανμάρ να γαμιέσαι όλη μέρα στη δουλειά ε.
-Καλά. Λοιπόν...
-...
-Χμ.
-Χμ τετράγωνο.
-Γιατί απλά δεν του λες "οκ" και να εξασφαλίσεις την ψυχή; Και μετά να μην κάνεις τίποτα;
-Δε γίνεται, η συμφωνία πρέπει να τηρηθεί αλλιώς ακυρώνεται η σύμβαση. Είναι στο σύνταγμα.
-Ποιο σύνταγμα;
-Έχουμε σύνταγμα εδώ κάτω ρε, τι νόμιζες; Σαν εσάς είμαστε, με τη μοναρχία σας; Εδώ έχουμε κοινοβουλευτική βασιλεία.
-Σα τη Δανία ένα πράγμα.
-Πιο δημοκρατικά και με καλύτερες θερμοκρασίες. Αλλά ναι, κάπως έτσι.
-Οπότε πρέπει να τηρηθεί το συμβόλαιο ε.
-Να "τηρηθεί". Παραθυράκι φάση.
-Δεν έχεις κανένα νομικό εδώ;
-Λες να συμβουλευτούμε δικηγόρο ρε συ;
-Γιατί όχι;
-Ε είπαμε να τον ξεγελάσουμε τον άνθρωπο, εντάξει, αλλά δε θέλω και τόσο ακραία μέτρα. Δε θέλω να γίνω και σαδιστής.
-Φώναξε ένα δικηγόρο μωρέ.
-Καλά.

Ο Λου έγειρε το κεφάλι πίσω και φώναξε "έχουμε κάνα δικηγόρο εδώ γύρω;"

Δώδεκα χιλιάδες εφτακόσια σαρανταδύο χέρια σηκώθηκαν.

-Εσύ, έλα εδώ λίγο. Όχι, ο δίπ... Ναι, εσύ. Όχι, όχι εσύ, ο πιο πίσω, αυτός με την καράφλα, ναι, λίγο πιο δίπλα, πιο δίπλα... ΟΧΙ ΠΙΟ ΠΙΣΩ, ΠΙΟ ΔΙΠΛΑ, ναί, μπράβο, εσύ. Ναι εσύ. Ο μπροστινός μη σηκώνει το χέρι του, θα τον τσιγαρίσω στο 34.
-Τι είναι το 34;
-Ένα καζάνι που βάζουμε όσους έχουν ευκοίλια. ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΘΑ ΕΡΘ... α, μπράβο. Δεν έλεγα εσένα όμως, που είναι ο άλλος...
-Ρε Λου, τι θα γίνει τώρα;
-Καλά, λες να κρατήσουμε αυτόν;
-Γιατί, τι διαφορά έχει από τον άλλο;
-Ο άλλος μου έμοιαζε πιο πονηρός.
-Συγγνώμη, κύριε δικηγόρε μου...

Ο κοντός ανθρωπάκος με την καραφλίτσα και τα γυαλάκια σήκωσε ταπεινά τα μάτια του στον Θάνατο.

-Ορίστε, παρακαλώ. Πως μπορώ...
-Πως ονομάζεστε;
-Τζέησον. Τζέησον Κράνμπεργκ.
-Κράνμπεργκ;
-Μάλιστα...
-Από που είστε;
-Είμαι από το Νόττινχαμ.
-Το επίθετό σας, είναι Εβραϊκής προελεύσεως;
-Μάλιστα.
-ΕΚΤΑΚΤΑ!!!, γκάριξε ξαφνικά ο Λου.

Ο Θάνατος πετάχτηκε από την καρέκλα του, ο ανθρωπάκος έπεσε στα γόνατά του τρέμοντας.

-ΤΙ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΜΩΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΜΟΥ ΚΟΨΕΣ ΤΗ ΧΟΛΗ.
-Συγγνώμη, συγγνώμη, ο ενθουσιασμός της στιγμής! Εβραίος δικηγόρος, χοχο, δική μου η ψυχή!
-Λοιπόν, ενημέρωσέ τον.

Ο Λου εξήγησε γρήγορα την υπόθεση στον ανθρωπάκο.

-Κατάλαβες;
-Κατάλαβα... Μα είναι απλό, είναι πολύ απλό.
-Απλό ε.
-Βεβαίως, ο "κόσμος" ως όρος, είναι ανοιχτός σε ερμηνείες.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή, πως να σας πω, "κόσμος" για τον καθένα είναι αυτό το οποίο ως ορίζει ως τέτοιο: μπορεί να εννοεί την σύζυγό του, μπορεί να εννοεί τον κύκλο των γνωστών του, μπορεί να εννοεί τη γη, το σύμπαν, ό,τι να 'ναι. Επίσης, αν είναι όπως τα λέτε, η περιγραφή δεν περιλαμβάνει χρονικό πλαίσιο.
-Και τι να κάνω δηλαδή, να αναβοσβήσω τη γυναίκα του σα να 'ταν λαμπατέρ;

Ο ανθρωπάκος χαμήλωσε το βλέμμα του τρέμοντας πως είχε απογοητεύσει τον φοβερό Σατανά.

Ο φοβερός Σατανάς σκάλισε σκεπτικός τη μύτη του.

-Εσύ κατάλαβες τίποτα;
-Βέβαια.
-Ναι ε;
-Φώναξε τον Μπαάλ, θα τα κανονίσω εγώ.
-Τι σχέση έχει ο Μπαάλ;
-Αυτός δεν είναι που θα κλείσει τη συμφωνία;
-Όχι ρε, τον μπερδεύεις, ο Βελιάλ είναι. Ο Μπαάλ είναι αυτός με τη στραβή μύτη...
-Ποιος, αυτός που χάρηκε όταν πήρε η Ρεαλ τον Κακά;
-Ναι μπράβο, αυτός.
-Μεγάλος βλάκας αυτός ε.
-Καθυστερημένος από τους λίγους.
-Μα, συγγνώμη τώρα, πως γίνεται να χαίρεται κανείς που η ομάδα που έκαψε τα μεγαλύτερα ονόματα, πήρε τον Κακά;
-Καλά, δε λες και "έκαψε"...
-Τι δεν έκαψε μωρέ, με δουλεύεις; Τελευταία φορά που κάποιος έπαιξε καλά εκεί μέσα ήταν επί εποχής Ραούλ και Φίγκο. Καλά δε τα λέω κύριε Τζέησον;
-Ππ..ποιός είναι ο Φίγκο;

Ο Λου με τον Θάνατο κοιτάχτηκαν έκθαμβοι.

-Καλά δεν ξέρετε... Πότε πεθάνατε;
-Το 1943.

Ο Λου χτύπησε ένα θριαμβευτικό παλαμάκι.

-Νάτοι πάλι οι Γερμανοί!

Λίγες στιγμές αργότερα, ο κωλόχοντρος Βελιάλ στεκόταν μπροστά στο παράξενο τρίο.

-Γεια σου αφεντικό. Γεια σου Τζέησον.
-Μπα, γνωρίζεστε;
-Βέβαια, παίζουμε μαζί ψαράκια.
-Ψαράκια;
-Ναι.

Ο Θάνατος που ήταν γερτός πάνω σε έναν ογκόλιθο, εμφανίστηκε πίσω από τον Βελιάλ και ρώτησε με απορία:

-Τι είναι τα ψαράκια;

Ο Βελιάλ αναπήδησε σαστισμένος.

-Σιχτίρ, τι κάθεσαι έτσι σα το χάρο από πάνω μου ηλίθιε και δε σε είδα!
-Ναι, εγώ φταίω κοντοπίθαρε. Και ξαπλωμένος να 'μουν, πάλι από πάνω σου θα ήμουν.

Ο Λου πρόσεξε πως ο ανθρωπάκος έδειχνε ιδιαίτερα ανακουφισμένος που το ζήτημα "ψαράκια" είχε ξεχαστεί και δεν έδωσε συνέχεια.

Εξήγησαν στο Βελιάλ την κατάσταση και του διευκρίνησαν πως μπορεί να κάνει τη συμφωνία αρκεί οι όροι να παρέμεναν ασαφείς όπως ήταν σε εκείνο το στάδιο.

Ο Βελιάλ κοιτούσε σα χάνος.

-Μα... αυτό δε γίνεται.
-Γιατί δε γίνεται, γελοίε;
-Γιατί ο Χουάν πέθανε.
-Ποιος είναι ο Χουάν;
-Αυτός ο τύπος με τη συμφωνία.

Ο Λου έριξε ένα κεραυνοβόλο βλέμμα στο Θάνατο.

-ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ.
-Αυτοκινητιστικό.
-ΠΟΤΕ.
-Έχει κάνα δίωρο.
-Ααα ναι, είπε ο Θάνατος, μάλλον λέμε για τον τύπο από την Μάλαγα ε;
-Ναι, απ' τη Μάλαγα ήταν!
-Ναι, τον πήρα όπως ερχόμουν εδώ. Κοίτα να δεις ε.

Ο Λου ήταν έξω φρενών.

-ΗΛΙΘΙΕ! ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕΙΣ;
-Πως να τον αφήσω μωρέ μαλάκα; Που να ξέρω ποιος είναι;
-ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΛΙΓΟ, ΒΛΑΚΑ, ΕΛΕΕΙΝΕ.
-Τι να περιμένω ρε στόκε; Τι να του πω "που ΄σαι, σφίξου λίγο, μην αιμορραγείς τόσο, κάνε ένα τσιγαράκι, δε βιαζόμαστε"... Πας καλά ρε;

Ο Λου δεν μπορούσε να βρει κενό στα αυτονόητα. Γεμάτος νεύρα φώναξε:

-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ. ΦΕΡΤΕ ΤΟΝ ΕΔΩ.
-Ποιον; ρώτησε ο Βελιάλ ηλίθια.
-ΤΟΝ ΧΟΥΑΝ ΧΟΝΤΡΕ ΓΕΛΟΙΕ ΒΛΑΚΑ!
-Α, μάλιστα. Πάω.

Ένας νεαρός μαυρομάλλης άνδρας στεκόταν μπροστά στο Λου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα.

-ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΧΟΥΑΝ.

Η φοβερή φωνή του Λου έκανε τον νεαρό άνδρα να παραλύσει εντελώς από φόβο.

-Νανχιινννχχμμμμμμνεεεεεεε....

Ο Λου σάστισε.

-...Τι;
-*ακατάληπτο μουρμουρητό*

Ξεχνώντας τα νεύρα του, ο Λου γύρισε ξαφνιασμένος στο Θάνατο.

-Τι λέει; Καταλαβαίνεις;
-Μάλλον φοβάται, συμπέρανε ο Θάνατος.

Ο νεαρός άνδρας έγνεψε καταφατικά με σπαστικές κινήσεις.
Ο Λου έδειχνε απηυδησμένος.

-Αυτά μου λείπανε. Άντε να τον ηρεμήσω. Λοιπόν, Χουάν, με ακούς; Αν δεν ηρεμήσεις αμέσως θα σε βασανίζω σε όλη την αιωνιότητα.

Η ιδιοφυής αυτή μέθοδος δεν έδειχνε να πιάνει. Για την ακρίβεια, μάλλον έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Ο Θάνατος πρότεινε στον Χουάν το μπουκάλι Luxoctan.

-Έλα, πιες μια γουλιά.

Ο Χουάν έφερε το μπουκάλι στο στόμα του, ήπιε μια γουλιά και μερικές στιγμές αργότερα έβγαλε ένα φοβερό ουρλιαχτό αμέσως πριν σωριαστεί ανάσκελα.

Ο Βελιάλ κοιτούσε με ένα ηλίθιο χαμόγελο με το στόμα του να χάσκει.

-Χεχε, τον σκότωσε.
-Βελιάλ.
-Ναι;
-Πεθαμένος ήταν.

Ο Βελιάλ προβληματίστηκε.

Ο Χουάν σηκώθηκε, πρότεινε το χέρι του σε μια χειρονομία άρνησης και είπε:

-Σταματήστε, σταματήστε. Θα μιλήσω. Δεν έχω τίποτα να κρύψω. Τι θέλετε από μένα.

Ο Λου έπιασε το μπουκάλι Luxoctan, το κοίταξε και μονολόγησε κάτι σαν "κοίτα να δεις" πριν απευθυνθεί πάλι στον Χουάν.

-Χουάν ηρέμησε. Μην ανησυχείς. Τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί άλλωστε.

Ο Θάνατος σκούντηξε τον Λου διακριτικά.

-Τι; Α, σωστά. Λοιπόν παιδί μου, μην ανησυχείς. Μια-δυο ερωτήσεις θα σου κάνω και μετά θα πας να συνεχίσεις να βασανίζ-

Δεύτερο σκούντημα.
Ο Λου αναστέναξε κουρασμένα.

-Τέλος πάντων. Τράκαρες σήμερα ε.
-Μάλιστα.
-Και σκοτώθηκες.
-Μαεμφ...Μάλιστα.
-Ακυρώθηκε η συμφωνία μας όμως πριν την κλείσουμε.
-...
-Όπως και να 'χει, ήρθες εδώ αλλά μόνο προσωρινά.

Τα μάτια του νεαρού έλαμψαν.

-Μη χαίρεσαι, όταν λέω προσωρινά εννοώ μέχρι τη δευτέρα παρουσία.

Τα μάτια του νεαρού χαμήλωσαν πάλι θλιμμένα.

-Αυτό που θέλω να μάθω είναι, γιατί είσαι εδώ;
-Αυτοκτόνησα.

Σιωπή έπεσε παντού στην παρέα.

-Τι.
-...
-Αυτοκτόνησες.
-Μάλιστα...
-Γιατί;
-Γιατί δεν πίστευα πως θα γινόταν κάτι με τη συμφωνία... Δεν πίστευα κι όλας πως δεν τα είχα ονειρευτεί όλα... Αυτό το χοντρό κερατά και-
-Ε!!!, φώναξε τσαντισμένα ο Βελιάλ.
-Σκάσε εσύ, καλά λέει. Συνέχισε εσύ ηλίθιε Ισπανέ.
-Ε και πήρα το αυτοκίνητο και το τράκαρα σε μια κολώνα.

Ο Λου έμεινε σκεπτικός για λίγο.
Γέμισε το ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά.

Με φωνή που έσταζε μέλι, είπε

-Βελιάλ...
-Μάλιστα αφεντικό.
-Οδήγησε τον κο Χουάν στο 34.

1 σχόλιο:

  1. Αν αυτό ,που κάθε φορά στήνεις με τους θανάτους και τους διαόλους ήταν έτσι,η γη θα χε 3 ζωντανούς κατοίκους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή