Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Selbstfest.



Στην άκρη της κάννης δυο ήρεμα μάτια
Το χαμόγελο πράο, οι ρυτίδες σβηστές
Τα απάνεμα χείλη, σαλεύουν, ρωτάνε
-Γιατί με σκοτώνεις; -Φοβάμαι, γι' αυτό.
Αγκαλιά στη σκανδάλη, το δάχτυλο τρέμει
Στη λαβή ο ιδρώτας, στη γροθιά παγετός
Πειθώ και αγιάζι, η φωνή τραγουδά
-Μα και τι είν' ο φόβος; Φιλαράκι παλιό.

Στην άκρη της κάννης, δυο στέγες λιμάνια
Δυο σφαίρες γαλήνη, εκπνοές απαλές
Μανεκέν από σάρκα σε ακίνητο φιλμ
Τον κοιτά μες στα μάτια, πανφλεβίας ανφάς
Και στο φλόγινο χέρι οι αντλίες ουρλιάζουν
Σπαν' βαλβίδες στα νύχια και καρφιά στον καρπό
-Να φοβάσαι δεν πρέπει! -Τότε μη μ' αγαπάς.

Και στην άκρη της κάννης ανατέλλει αέρας
Και βολής συναρτήσεις ξαποσταίνουν ισχνές
Τον κοιτά καθώς κλαίει και το χώμα τρυπάει
Σαν ο θόρυβος πνίγει κάθε πάλλων λυγμό
Τα μαλλιά τους ασπρίζει κάθε επόμενη μέρα
Κάθε επόμενη λέξη που υπήρχε παλιά
Και στα γόνατα πάλι, τον ρωτά όπως πάντα
-Γιατί πάντα με αφήνεις; -Επειδή σε μισώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου