Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011


And while I was limping
Back to the place I call home
A ragged man with ragged clothes
And ragged hands and ragged eyes
Out of one nowhere
Into another
I call mine.

He said his buddies called him Max
Though they spoke the tongue of mice
And leaned towards my face
Took a good look upon the lines
And said he'd help me.

He said, our souls live on the meteors
That drift through space over our heads
Over the roofs, the city towers and the clouds
Where the eternal blackness reeks of God
And rains black particles of poetry
To any fleshy antenna looking for it.

He said that in the end, we all grow rot
That we become too much to handle
And when we fall, we fall teeth first
And we injure the ground
Where we refuse to cling.

He said that the stars used to have names
Before the arteries got mapped
He said there was a river, far to the south
Full of fish that fed on birds
But its name was too sad to pronounce.

And then he said that he knew you
By name and by heart
Like the highways in his palms
He knew where you led
And where you would take me
One soul's a meteor, he said
But a pair makes a comet
And two falls make a kiss
And two birds are too much
For any fish to handle.

Stretch your antennas, he said
And the black rain will reach you
And you'll know
The names of the stars
And the language of mice.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Αφορισμός #45

Πόσο τυχερός είναι κάποιος
Που μπορεί να έχει ό,τι θελήσει
Αλλά δε μπορεί να θελήσει τίποτα;

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Τζίνι Tonic.

Θα χαρώ πολύ να μάθω πως μια μέρα
Έχεις μόνο καλά νέα να μου πεις
Θα ήθελα να μου το πεις
Απ' την προηγούμενη νύχτα
Θα ήθελα να το εννοείς
Και να μην κοιμηθώ
Από μια αγωνία που είναι όμορφη
Θα ήθελα να περιμένω τη μέρα
Που ενώ δε θα ήθελα να φύγει
Δε θα φοβόμουν να τελειώσει
Θα ήθελα να μπορώ να κοιτάζω τον ήλιο
Χωρίς να μισοκλείνω τα μάτια
Να κάθομαι στο σκοτάδι
Και να μην υπάρχει τίποτα έξω απ' την πόρτα
Θα ήθελα όλα τα λάθη να ήταν αστεία
Και όλα τα σωστά να μην ήταν άσχημα
Θα ήθελα τα τσιγάρα να μην σκότωναν
Η μουσική να μην πονούσε τόσο
Θα ήθελα να ήταν μόνο από έκσταση
Κάθε φορά που τα μάτια δεν εστιάζουν
Θα ήθελα τα χείλη να λύγιζαν πιο εύκολα
Κατά προτίμηση σε αρμονία με τα γόνατα
Θα ήθελα τα χάδια να ήταν λιγότερο κοφτερά
Και οι λέξεις λιγότερο μουντές
Θα ήθελα να μην ξεχνάμε τίποτα
Αλλά να μη θυμόμαστε τα πάντα
Θα ήθελα να μπορώ να σε σκέφτομαι
Χωρίς να φοβάμαι μήπως δεν κάνω όσα μπορώ
Θα ήθελα τα πράγματα να ήταν αλλιώς
Χωρίς να αλλάξουμε τίποτα
Θα ήθελα να μπορώ να περιμένω τα πάντα
Κι όσα έχω να μην είναι το χειρότερο ενδεχόμενο
Θα ήθελα να είχα τρεις ευχές
Και να μη μπορώ να σκεφτώ καμία
Θα ήθελα στο άκουσμα της λέξης "γαλήνη"
Έστω να θυμάμαι, απ' το να εύχομαι
Θα ήθελα να κουβαλάω το σώμα μου
Απ' το να μεταφέρομαι μέσα σ' αυτό
Θα ήθελα να βλέπω τα πράγματα από μέσα
Χωρίς να έχω ιδέα πως θα 'πρεπε να είναι
Δε θέλω απαραίτητα να ευτυχήσω
Μου αρκεί να το νομίζω.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Αφορισμός #44

"Πως συγχωρεί τα μεγάλα τους λάθη
Ενώ καταδικάζει εμένα για λεπτομέρειες;"

Μα το λάθος είναι μεγαλύτερο
Όσο ευκολότερο είναι αυτό
Που αρνείσαι να διορθώσεις.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Οι μέρες είναι άρρωστες. Τα χρώματα έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους, το ξεβαμμένο πορφυρό μπλέκει με ένα λεπρό γκρι και η χροιά που προκύπτει θυμίζει ιδρωμένο δέρμα.

Ακόμα και η νύχτα δονείται γύρω από τα αυτιά μου, η ζεστή γη τρίζει κάτω απ' τις παλάμες και τα γόνατά μου. Νοιώθω τους κραδασμούς σαν ένα έμβολο μέσα στο κεφάλι μου, που προσπαθεί να σπάσει τον άθραυστο τοίχο ενός αδιεξόδου.

Ο καπνός απ' τις γέφυρες δεν έχει μυρωδιά πια, οι στάχτες δεν έχουν γεύση. Καμιά λέξη δε φτιάχνεται, όλα όσα βλέπω, έγχρωμες σκιές, φευγαλέες και αναμασημένες μέσα στο μηρυκαστικό μου μυαλό.

Προφέρω το όνομά μου δυνατά και δε το νοιώθω δικό μου.
Ξέρω πως έχει γίνει κάποιο λάθος που δε διορθώνεται, μόνο τελειώνει. Όλα με σκοτώνουν και τίποτα δε με νοιάζει, όλα με κόβουν μα δεν τα νοιώθω.

Δεν μπορώ να είμαι τίποτα πια, μα ούτε και θέλω και δεν ξέρω τι θα έπρεπε να πονάει περισσότερο και δεν με ενδιαφέρει.

Με κουβαλάω από νύχτα σε νύχτα κι από σιωπή σε σιωπή και δεν κάνω τίποτε άλλο απ' το να ξεχνώ να μετρώ τη διάρκεια της απώλειας, να ξεχνώ πως παρέρχομαι αναίτια, να ξεχνώ πως υπάρχω και ίσως κάποτε το ξεχάσουν όλοι και τότε είμαι ελεύθερος, ελεύθερος από ώρες και νύχτες, ελεύθερος από χρώματα κι ονόματα, ελεύθερος από οσμές και εικόνες και λέξεις και αίμα από μέρη δίχως πόνο ή τρέλα.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Entering Travincal.

I've recently come across certain documents whose origin is as vague as the unexplained circumstances under which they were produced. They consist of some photographs, an old wax cylinder that brings to mind a device older than the gramophone, called the phonograph, a little piece of ivory with a little hole, possibly to be used as a pendant or necklace, a jade figurine with the word "Natalya" etched under its base, and a sheet of what seems to be modern photocopier paper, inscribed with the following:

I must admit, that I have indeed ventured under the flesh, as unprepared as anyone. The warmth was familiar to me, although it did feel foreign, exotic even. But I remember the snow outside the window and the creaking of the bed's boards, a sound still untainted and innocent -which is probably why I can still recall it so easily.

I must admit, that I have watched the godhead part its human counterpart, as impassively as anyone. Dying was a notion that adhered effortlessly to my turmoil of a viewpoint already. I must have wondered at the ease of murder, but then again, murder's a name one uses when it becomes one's habit, is it not?

I must admit that I have tried the indifferent, as unattached as anyone. It seemed like experimentation then, but who am I trying to fool? It's only through detachment that observations can be made and they were made accordingly and grew and multiplied and replenished the cortex and were transmuted into doctrines.

I must admit though, there was a critical point when good old reasoning collapsed. I might as well believed in fairies then, I might as well have tried to dig a way away from all that could be measured, I might as well have called up my own personal dreamland and vowed to guard it from the acute handshake with reality. But I got better -and I remember the spell: "the end of the game is to feel real."

I must admit, that I have, like a mindless animal, looked behind the mirror. I forgot why green means always poison for through forgiveness I sought conquest -and I slept with an enemy so much alike myself and so much more malign and so much less inhuman. But the end's not a bang and the end's not a whimper -unless of course one gets a heart attack together with an orgasm- and everything that could be violent, turned moldy and bitter and banal.

I must admit that I have fled -or was it a march?- into completion as well. I have embraced the eternal and it turned out it is sharp. I have bled my forevers in seas and in sips and in pillows. And I was washed out between death and immunity and there's something dangerous filling up all the seams I discover. Made of warmth and habitual murder, one part real, one part daydream, half part doctrine, half part beast.

I must admit, there's a long way to readjustment, a long way to the mapping of the new constellations within. But until then, I carry an old universe with me, like a name that nobody has heard, like a place that nobody has seen. Half of me feels the warmth of a sun that faded before the other half was born.

I stare into a looking glass that won't let malice through and thus confined my silver face observes and studies the other end of the abyss, a crimson counterpart whose laughing visage burns for a madness that, like many other chances, was missed.

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Ευρεία παρατήρηση διά της απόστασης
Εκτίμηση μέσω της ευρείας παρατήρησης
Έλεγχος μέσω της εκτίμησης
Καθοδήγηση μετά του ελέγχου
Εγγύτητα προκύπτουσα της καθοδήγησης.

Υπήρξε ποτέ οξύμωρο πιο μονολεκτικό
Απ' τη φιλοδοξία;

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Δε νομίζω να καταλάβεις ποτέ
πόσο ασφυκτιώ εδώ μέσα
στη σκέψη πως δεν έχω για μας
τίποτε άλλο να προσμένω
παρά το καλύτερο τέλος.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Spare no change.

We would have worked miracles
But I was spared the addiction.

I remember the trembling universe
At the ends of my vessel
I remember collapse
And a gaze claimed from its focus
To toast momentary completeness.

We could have worked miracles
But I was spared the sickness
Inherent in all beauty.

I remember the flesh
As it beckoned the Noise
I remember the words
Their plead and command
A spell in whispered atonals.

We could have worked miracles
But I was spared the perfection
Because I loved every flaw.

I remember the smudges
On the edges of fabric
I remember the drinks
And the smiling unfriend
Who bartended and fueled.

I remember the scars
I remember the bruises
I remember the softness
And the miracles sold
To invest in a wonder.

I would not sterilize us
To remodel the flaws
I would not buy the Present
If the coin was stagnation:
Thus now I can remember.

We would have worked miracles
But your magic was cheaper

So I spared you and conjured the end.

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011


Σύντομα ο θόρυβος θα τελειώσει.

Σύντομα θα μείνω πάλι χωρίς τα ρολόγια και τα ποντεσιόμετρα, τις σύριγγες και τους ροοστάτες, χωρίς το πρόγραμμα και την πειθαρχία, χωρίς την επίγευση μιας ζωής καθώς πρέπει.

Σύντομα η ζέστη θα προστεθεί στην κλειστοφοβία του κρανίου μου, ιδρωμένες σκέψες θα κυλούν στα βλέφαρά μου, σύντομα θα μείνω πάλι μόνος μου με το εκκρεμές μου μέλλον.

Φοβάμαι την αφή γιατί θα ξαναγίνει δέρμα, φοβάμαι τη σιωπή γιατί θα ξαναγίνει επιχείρημα, φοβάμαι τα χείλη γιατί θα ξαναγίνουν οχυρά.

Φοβάμαι τις μέρες άφθονες χρόνου, γιατί είναι μέρες κενές εκτίμησης.
Φοβάμαι το φως που θα έρθει και δε θα με νοιάζει
Και φοβάμαι τις νύχτες γεμάτες αποτσίγαρα
Επενδύσεις σε μαθήματα έλλειψης και απώλειας
Που στο μέλλον άλλοι θα πουν "κέρδος"
Τυφλοί μπροστά στον προσωπικό μας φαταλισμό.

Δε βλέπω την ώρα να τελειώσουν όλα
Δε βλέπω την ώρα να προσπαθήσω να αισθανθώ πως κάτι χάνω
Να προσπαθήσω να πω πως κάτι έκανα
Έστω και με ξένα σταθμά.

Στα μικρά κενά μοναξιάς, ανάμεσα στα επιτακτικά και τα δόκιμα
Στα μικρά διαστήματα που μένω εγώ με το όνομά μου
Νοιώθω κάθε κομμάτι κι άκρη του ποιος είμαι
Και προσπαθώ να μάθω να με απολαμβάνω
Και κάποιες φορές με διακόπτουν οι φωνές αυτών που μ' αγαπούν
Και κάποιες φορές με διακόπτουν οι δικές μου
Σαν καμουτσίκι για ένα ζώο ήμερο μα χαζό
Με οδηγούνε παραπέρα, παραμέσα
Όλο προς ένα καροτένιο νόημα
Στο οποίο η ψυχή μου δεν πιστεύει
Κι όλο ζητά να κοιμηθεί.

Δε βλέπω την ώρα να τελειώσουν όλα
Ούτως ή αλλιώς.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Αφορισμός #43

Every intelligent person must at some point face the inner arguments against the value of his or her being, the necessity of his or her existence. Such arguments come from within after grasping the interleaving patterns of both singularity and unimportance of the self. To observe one's self is to embrace the viewpoint of nothingness: both awe before essence and disdain for the finite. It is the ceremonial clash of such opposites that the unburdened one may call "madness".

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Αφορισμός #42

Με δυσαρεστούσε να σε βλέπω να σβήνεις όλα τα φώτα
Μέχρι που κατάλαβα πως το κάνεις μήπως και σε εμποδίσουν
Να δεις το πυροτέχνημα που περιμένεις να φανεί.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Αφορισμός #४१

Every little thing that yields to claim, is a thing to have.
For everything one has, there is a piece of bonding
And for every piece of bonding
There's a little something of us
Being relinquished.

The way to own is not the way of having:
To own means to control what you'd abandon.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Colloque Sentimental.

Μια μελοποίηση του Colloque Sentimental.
Μετάφραση Gertrude Hall.

Die YiN Doktrin: Σύνθεση, ερμηνεία, Holborn κίτρινος.
Prussian Shuffle: Ερμηνεία, distortions, μίξη, καφέδες.

In the deserted park, silent and vast,
Erewhile two shadowy [glimmering] figures passed.

Their lips were colorless, and dead their eyes;
Their words were scarce more audible than sighs.

In the deserted park, silent and vast,
Two spectres conjured up the buried past.

"Our ancient ecstasy, do you recall?"
"Why, pray, should I remember it at all?"

"Does still your heart at mention of me glow?
Do still you see my soul in slumber?" "No!"

"Ah, blessed, blissful days when our lips met!
You loved me so!" "Quite likely, — I forget."

"How sweet was hope, the sky how blue and fair!"
"The sky grew black, the hope became despair."

Thus walked they 'mid the frozen weeds, these dead,
And Night alone o'erheard the things they said.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Απορίες VI

Λένε πως το φως ενός αστεριού διανύει δισεκατομμύρια χιλιόμετρα μέσα στο απόλυτο κενό για να φτάσει σε εμάς χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν το ίδιο το αστέρι μπορεί να έχει πάψει να υπάρχει.
Αναρωτιέμαι, αν η αλήθεια είναι το αστέρι και η απογοήτευση το φως του, μας κάνει αυτό κενούς;

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Αφορισμός #40

Κάποιος λεπτοδείκτης θα σε κάνει να θες
να γίνεις καλύτερος
Και κάποια δευτερόλεπτα θα σε κάνουν
απλώς να θες να αλλάξεις
Όλα σε ένα ρολόι που σου ουρλιάζει
πως θα καταφέρεις μόνο
να τελειώσεις.

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Vor sich Träumen.

Ξέρεις για αυτές τις μικρές ανώνυμες ώρες
Ανάμεσα στη νύχτα και το πρωί
Χαρακτηρίζονται για μερικούς ανθρώπους
Ίσως παράξενους, ίσως όχι και τόσο
Από μια Αριστοτελική έλλειψη
Σαν αυτές, είναι κι αυτή στα Ενδιάμεσα
Του μοιράζεσθαι και του ανήκειν
Την έλλειψη ενός δεύτερου μυαλού
Μιας δεύτερης αρχιτεκτονικής
Ίσως όχι άλλων λέξεων
Μα μιας ακόμη σιωπής
Να κρεμαστείς τουλάχιστον ανάμεσα
Λίγο μακρύτερα απ' τον πυρετό της δικής σου.
Υπάρχουν κάτι τέτοιες ώρες
Που είμαστε μικροί για την μεγάλη μοναξιά
Όσο κι αν όλη μας τη ζωή την ξέρουμε για φίλη
Κάτι στιγμές που ο ύπνος σου ιδρώνει τα όνειρα
Μέχρι να γίνουν κραυγές με χαμηλό ιξώδες
Που τρυπώνουν χαμηλά στο στέρνο σου
Σαν μυστικά ζώα στο δρόμο για το μέρος
Που πάνε όταν είναι η ώρα να πεθάνουν.
Και η πνοή που στέριωσε τον πηλό μας
Σφυρίζει ανάμεσα στα μνήματα
Του μικρού μας νεκροταφείου
Αν ξυπνήσεις, μη δεις το φεγγάρι
Μη δεις τον ουρανό
Και μην κοιτάξεις τους έρημους δρόμους
Δε έχουν τίποτα που φτάνει για να γεμίσεις
Και δεν είσαι αρκετός για να τα γεμίσεις εσύ.
Θα θυμηθείς να περπατάς τις ίδιες ώρες
Σε πλακόστρωτα σοκάκια μεσαιωνικών πόλεων
Στο χέρι μια βαλίτσα
Ξέχειλη από πηγάδια και τρύπες
Θα θυμηθείς να φεύγεις, θα θυμηθείς να διώχνεις
Θα θυμηθείς να προσπαθείς
Μα ούτε μια φορά δε θα μπορείς να χρεωθείς
Έστω μια ολόδική σου αποτυχία.
Τα μνήματα που σου βαθαίνουν τις ανάσες
Δε χωράνε σε κανένα μπουκάλι
Κι όλα όσα χάνεις
Λεπτό το λεπτό
Δε θα σωθούν ποτέ
Σε κανένα αύριο.
Με τον ήλιο, με τους ανθρώπους
Τα ζώα
Μπορείς να ξεχνιέσαι
Μπορείς να τους κρατάς
Να τους πατάς, να τους πετάς, να σε βρίσκουν
Να σε θέλουν, να σε ζητούν, να επιστρέφουν
Μπορείς να τους ακούς και ο θόρυβος στα χείλη
Να στομώνει λίγο τη μεγάλη σιωπή της ψυχής σου
Μα αυτές τις ώρες τις Ενδιάμεσες
Τις ώρες που περιμένουν ανάμεσα στους κόσμους
Τους κόσμους μέσα στους τοίχους
Δεν έχεις τίποτα
Τίποτα εκτός απ' τις εικόνες μιας ζωής αλλιώτικης
Ή αλλοτινής
Μακριά από 'δω

Δεν έχεις τίποτε άλλο από όνειρα
Όνειρα γεμάτα πλάτες.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011


Swallow the now
And sleep to the ending
Of a dream lost to birth
And the what-could-have-beens.

Whispers of skin
The smell of her hair
And the fingers that dance
On the plains of my face.

Be what you will
But be here for me
I'll drain out your sorrow
And call it my own.

Be what you will
A lonely second more
And I'll dream of a tomorrow
Forgotten long ago.

There is a distance
Measured in breaths
Deserts empty of words
Further than despair.

My thoughts are for you
But the end is mine
And the night closes in
Drowning me in silence.

Be what you will
But be somewhere for me
For all we could have done
And all that could have been.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011


Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Αφορισμός #39

Το τέλος ενός έρωτα και η αρχή ενός πολέμου
έχουν ως κοινή προϋπόθεση
να ξεχνάς τι σκοτώνεις.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011


Είναι ο φόβος που μας κάνει να πίνουμε όταν έχουμε ήδη μεθύσει.
Είναι ο φόβος που κάνει τους γονείς να παίρνουν τα παιδιά απ' το σχολείο.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να ξυπνάμε τη νύχτα και να χαϊδεύουμε τον άνθρωπο δίπλα μας.
Είναι ο φόβος που μας κάνει υποκειμενικούς, υποχωρητικούς, ελαστικούς, αξιόπιστους, ευγενικούς, απρόβλεπτους, αγενείς, καλούς ή κακούς, ψεύτικους.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να σηκώνουμε το τηλέφωνο.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να ερωτευόμαστε.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να λέμε "μη φύγεις", "ποτέ", "για πάντα", "αλήθεια".
Είναι ο φόβος που μας κάνει να μην κοιμόμαστε πριν ανατείλει ο ήλιος.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να μην βρίσκουμε λόγο να σηκωθούμε απ' το κρεβάτι.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να εφευρίσκουμε επιχειρήματα, να δημιουργούμε τέχνη, να ανοίγουμε κουβέντες, να σιωπούμε στον έρωτα, να κλαίμε όταν δεν είμαστε μόνοι μας.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να νοιαζόμαστε για όποιον δεν θαυμάζουμε.
Και είναι ο φόβος που προτιμάμε απλώς να μας αγαπούν αυτοί που μας νοιάζουν.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να θέλουμε και ο φόβος που μας κάνει να ευχόμαστε.
Είναι ο φόβος που μας κάνει να μην προσπαθούμε και ο φόβος που μας κάνει να ζητάμε.
Είναι ο φόβος που μας κινεί, είναι ο φόβος που μας ορίζει.
Είναι ο φόβος που μας μας κάνει να πιστεύουμε πως οτιδήποτε έχει σημασία.

Είναι ο φόβος μήπως αυτό το αιώνιο
Το αμετάκλητα πανομοιότυπο κάθε φορά κάτι, χαθεί.

Το αίμα και οι ψυχές, όλα στο διάβολο:
Δεν έχω πια το χρόνο να φοβάμαι
Και σταματώ.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Αφορισμός #38 (Αγγλιστί)

Hell is built with wasted potential.

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

-Μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως το τέλος που ονειρεύτηκες είναι φρικτό.
-Νομίζω συγχέεις τον χαρακτηρισμό με τον τρόπο που τέλειωσα το όνειρο.
-Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αν το ένα όνειρο λήγει το προηγούμενο.
-Κάθε όνειρο λήγει το προηγούμενο, κανείς δεν ονειρεύεται παράλληλα.
-Όχι με τον εαυτό του, όχι.
-Τι σημασία έχει οποιοσδήποτε άλλος, στο τέλος μόνος σου ξυπνάς.
-Ναι αλλά ως εκεί...
-Ναι, ως την αλήθεια έχεις παρέα και στην αλήθεια είσαι μόνος σου. Ω, ευτυχία.
-Τέλος πάντων, τι ήθελες να μου πεις;
-Για κάτι που ετοιμάζω. Κάτι σαν μίνι-δοκίμιο.
-Α; Τι δοκίμιο;
-Δεν είναι δοκίμιο μωρέ, απλώς έχει κεφάλαια και στόχο και θέμα... Ξέρω 'γω, πως το λες αυτό;
-Όχι πραγματεία;
-Ξέρεις τι θα σου βγει;
-Ως τώρα λοιπόν είναι δοκίμιο.
-Και τι πραγματεύεται;
-Το αίσθημα κατάθλιψης ως κίνητρο.
-Ξέρεις εσύ από κίνητρα;
-Όχι αλλά ξέρω πως είναι να μην έχεις, οπότε θα γράψω απλώς για το αντίθετο.
-Νομίζω είναι καταδικασμένο να μείνει δοκίμιο.
-Θα δούμε!
-Καλά, εσύ δεν πρέπει να τελειώσεις και τη διπλωματική σου;
-Αυτή η κουβέντα γίνεται απλώς για να γίνεται μου φαίνεται.
-Ναι, στο τέλος θα καταλήξει