Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ποτέ.

Μετά τη γιορτή
Φύγαμε βιαστικά
Σε έναν ορίζοντα που χάραζε πλάτες
Στον δρόμο πίσω απ' τον τοίχο.

Μετά τη γιορτή
Η μουσική χαμήλωσε τόσο
Ώστε να τη μπερδεύουμε
Με σιωπή.

Μετά τη γιορτή
Σταμάτησα να περιμένω τους νεκρούς
Και η φωνή μου ήταν ηχώ
Των όσων έπρεπε να ειπωθούν.

Και ήξερε ακριβώς τι θέλει να πει
Και πόσο να σιωπήσει
Πώς να κρύβει ένα κόκκινο θρόισμα
Σε μαύρους ψιθύρους.

Και για μένα, που ήμουν το δέντρο
Η γιορτή τελείωσε εκείνη τη νύχτα
Όταν το πρωί τα γέλια έσβησαν
Και δεν έψαξε κανείς τη σκιά μου.

Μου 'μειναν μόνο λίγα μαύρα φτερά
Και χίλιες μαρμάρινες ρίζες
Μία για κάθε φορά που τ' όνομά μας
Δεν ήταν απάντηση πια.

Κι όπως ο κόσμος με ράπισε
Και πίστεψα λίγο πως βάδισα
Τα φτερά, σαν απίθανα φύλλα
Θέριεψαν και με σήκωσαν
Και οι χίλιες μαρμάρινες ρίζες μου
Έσπασαν τη γη σε σκαλοπάτια.

Και έγινα τώρα ορίζοντας
Έρμαιο αυγής και δειλινού
Ποτέ ξανά δικός τους ίσκιος
Ποτέ ξανά σκιά.

Μετά τη γιορτή
Θα αιωρούμαι εδώ
Ανάμεσα στα αναπόφευκτα
Ποτέ ξανά ένα αταίριαστο δόγμα
Ποτέ ξανά ποτέ.

Μετά τη γιορτή
Θα ανθίσω τους χίλιους μου ήλιους
Που τόσο καιρό σαν μνήματα ρίζωναν
Σε έναν θάνατο που δεν θα 'ναι ποτέ.

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

The Sandbox.



I close my eyes and watch the fires
Soft and dim and hungry
A wall of snakes that yearns for snow
Creatures of rage more tame than angry

A wall of snakes that yearns for snow
 A wildfire season turning slow.

I close my eyes and think of you
Soft and dim and battered
A bed of longing for ever more
Soft feathers burnt and steel wings shattered

A bed of longing for ever more
 Another war within a war.

I close my eyes and my heart races
Loud and hard and wild
Before the sun comes crashing down
Before the sinking world has smiled

Before the sun comes crashing down
 I'll sing a song for you
And drown.

I close my eyes and curse the waves
Soft and warm and calling
A place to hide my life within
The earth afar, my body lolling

A place to hide my life within
Letting me out for one last sin.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

As the bonfire, rise.


Με μελαγχολούσε η ιδέα των καμμένων φτερών μέχρι που πίστεψα πως μπορεί κανείς να τραβήξει τον ουρανό προς το μέρος του. Κι έπρεπε τότε να συμφιλιώσω το απόλυτο με το σχετικό, το αμετάκλητο με το ίσως, το δεδομένο με το τυχαίο. Κι αν όλα όσα έχουν όνομα είναι απλές συμβάσεις, δεν είναι αυτό αρκετά καθολικό για να χρεώνεται απόλυτο; Κι αν το αμετάκλητο δεν έχει μόνο μια μορφή, κι αν τα δεδομένα είναι μόνο αυτά τα οποία έτυχαν από μια θάλασσα κλήρων που χρεώσαμε ανύπαρκτους;

Με φόβιζε η ιδέα ενός μοναχικού ενδεχόμενου σε ένα γιγάντιο πλήθος άσχημων και παρεμφερών ομοίων του, ενός Δαβίδ που αντιπαραθέτει έναν ρομαντικό ρόλο με έναν ρεαλιστικό Γολιάθ. Μα πίστεψα στο γιγάντιο του κόσμου και αυτό με έκανε μικρό. Μικρό σαν έναν ιό. Μα οι μικροί δρόμοι έχουν τα λιγότερα διόδια και όταν ήμουν εγώ ο κόκκος έμαθα πώς κοσκινίζουμε τις πιθανότητες απ' τα αντιγόνα μας και πως το να βρεις μια βελόνα στα άχυρα είναι απλό: αρκεί μονάχα μια σπίθα του αναπτήρα.