Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Aphorisme #21: Viennois



Silence is gold
because safety
is one of those things
than can be bought.

(Es gibt kein Griechisch an dieses Tastatur.)

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Paris Revisited.

Τα λέμε του χρόνου.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Απορίες IV



Αν συνεχίσω να φεύγω εγώ, αλλά απομακρύνεσαι πρώτη
θα μου το χρεώσεις ποτέ ισοπαλία;

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Heroes of might and christmas magic.



Otto Mustermann says:
Στο στόχαστρο για μια ακόμα φορά βρέθηκε και το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Otto Mustermann says:
παμε να χορεψουμε το γκιταρ γυρω απ το δεντρο
Otto Mustermann says:
ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Otto Mustermann says:
ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Otto Mustermann says:
ομάδα των ΜΑΤ περικύκλωσε το Δέντρο.
Un ratoncito gris says:
xaaxaxaxa nai
Un ratoncito gris says:
to akousa kai nwritera
Otto Mustermann says:
το ΔΔΔΔΔΔΔΔΔΔΔεντρο
Un ratoncito gris says:
paizei na thelan na to deiroun pantws
Otto Mustermann says:
το ΔΔΔΔΔΔΔΔΔεντρο.
Un ratoncito gris says:
xaxaxaxaxaxxaaxxa
Un ratoncito gris says:
einai idea pia
Un ratoncito gris says:
den einai ena aplo dentro
Un ratoncito gris says:
pa na faw pagwto melomakarono.
Un ratoncito gris says:
Αποπνικτική η ατμόσφαιρα στην Ακαδημίας, όπου ένα αυτοκίνητο έχει πιάσει φωτιά.
Un ratoncito gris says:
ena.
Un ratoncito gris says:
se oli tin akadimias.
Un ratoncito gris says:
exw sygklonistei.
Otto Mustermann says:
ΧΑΑΧΧΑ
Otto Mustermann says:
"το αυτοκινητο ειχε μεσα μπαχαρικα"
Un ratoncito gris says:
AXAXAXXAAXXAAXAXAAX
Otto Mustermann says:
ΦΡΟΥΡΟΥΝΕ ΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ
Otto Mustermann says:
ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΠΟΙΟΙ
Otto Mustermann says:
ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΚΑΨΟΥΝ
Otto Mustermann says:
ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ
Otto Mustermann says:
ΜΑΛΑΚΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ 5 ΧΡΟΝΩΝ
Un ratoncito gris says:
re
Un ratoncito gris says:
ki egw thelw na to kapsw to poustiko
Otto Mustermann says:
το Δεντρο;;;;;;;;;;

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #20



Όπως κάθε άλλο δικαίωμα, έτσι και η θλίψη
δεν έρχεται δίχως υποχρεώσεις.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

Chasing my shadow.



Το κείμενο είναι γραμμένο κάπου 5 χρόνια πριν και είναι αφιερωμένο στον Γιάννη.

"Are you afraid of living?" she fired through her crimson lips. Holding me in a gaze of unveiled rudeness, she silently awaited my defeat. Not kind enough to even hold her breath while waiting, she simply yearned for my bloodloss through words. Are you afraid of living? And a smile devised as a razorblade ripping through my irises into the depths of a darkness none but she could understand. The perfume of her victory reached me with fingers that penetrated will and shelter. She was asking me a question against which, no answer could stand in decent opposition. She turned her back of ivory to me and walked with steps of sexual malice deeper in the room. I was nailed upon the bed, my head was chained upon the wall, my heart was beating in her palm of iron. Her fingers ran upon the desk, the glass was turning into water before her nails as razors and when she reached the end, where nothing but the void was left to torture, she turned around to face me. But she said nothing. She had already adorned my mind with thoughts of broken glass. All she would do -I knew- was to simply watch it bleed along my words. I closed my eyes praying I could break, praying I could have some subterfuge throughout my torment. But she knew not what mercy was, and she would only stop when tedium won her, or tears consumed me. But after that, she was of no need to me, I reigned my world with my misery, and that she would not permit.

So there I sat, the golden glass engraved inside my hand, the heavy sips like death's saliva, tearing down my thoughts, tearing down my feelings, tearing down my walls. I could not answer. How could I answer without lying? How could I tell her without juggling every word inside her mind? So there I sat, the glass in lust to empty faster than I would, the crystal begging me to break it before I would eventually do so myself.

She came to me, and held my face inside her palms that burned with frost. "Will you have me wait much longer?" What was it? Minutes? Hours? What could she know of eternity, what could the devil know of hell but to command it? It was for me to feel the pain of the hourglass; it was for me to taste her inferno.

I broke the glass. "Answer me."

I held a fragment in my hand.

"Answer me."

It echoed zillion times. Tears began to smash but I was feeling nothing.

She walked away her boots clicking on the floor, her body dancing on the rhythm of total flesh. But I was indifferent. I arose, tears and broken glass my trail, a trail I could not walk back without bleeding. I met her somewhere in the middle. Not very far ahead, and not an inch behind. "Are you afraid of dying?" I whispered with my lips against her own. My palm was bleeding by the fragment I still held, but I would not let go. I clenched my fist tighter to remind myself it was there. And for every memory, I bled. She was kissing me in silence, without tenderness, without that sensual disgust one can meet between crestfallen lovers. Without knowledge of love, and without hope for hate. I was kissing her back, biting whenever her tongue could be felt beneath my teeth, whenever apathy allowed her lip to be uncovered. Somewhere in the middle, not very far ahead and not an inch behind we were kissing. Each time her hand would press against my face, my own would bleed. A drop for every sight now gone. A drop for every dream now dead. A drop just to remind me.

We ended up curled in a carnal polarity, and I was cathode. I was to be conquered that day, my silence counting as an answer. But death was in my pocket, and life was frail enough. So maybe I could bear to fake a smile.

And when I was hers, and naked we would lie upon the sharp bed, when she was busy counting the wounds she had drawn as a painter on a canvas made of flesh and tears, I asked her again.

The tongue of raw sensuality retaliated:

"Death is inevitable, so fear is needless."

"And is not life inevitable?"

"Only for the brave."

"Only for the damned."

Then she kissed me. That meant one thing. Conversating with chaos was over. My fingers grew in tension. The glass was sharp as never before. The fragment of a glass once full. The only thing I owned. A fragment. Sharper than never before. Fury entered from inside. God was dying where my glance was falling.

Her smile would not fade as I drew the line across her neck. The voice she could no longer utter was drumming in my head; her eyes were filled with a blaze of eternal victory. She held my hand, blood running down her naked body covering the curves that flared no more than hate in me. She held my hand and whispered in a voice that refused to crack, she whispered "Just inevitable." And then she fell enrobed in such a shade of malevolent glory that I shuddered. There was no deviation from the path I lusted, from the path whose idea she had raped. I rested the fragment on my wrist in freezing silence. I swear I saw her smiling from beyond then. But madness came. I threw the piece away, the final piece of my belongings, I crouched above her as a dying raven rests above a carcass and I smiled in a way only vengeance can teach. The raven proved eclectic.

"I am not afraid."

Then I opened the door and walked out.

Out to chase my shadow.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Επί της αρχής.



Είδα στον ύπνο μου μεγάλα πανιά
Κατάρτια ψηλά και πέλαγα μαύρα
Και τα μπλεξα όλα, τιμόνια, ναυάγια
Και θύελλες, όλα, στου αφρού το λευκό.

Είδα στον ύπνο μου τη λευκή μου παλάμη
Να κρατά το σπαθί, με αίμα βαμμένο
Μπροστά μου κορμιά -μα εγώ κοιτούσα πίσω
Τη σκόνη που άφηνε το δικό σου φευγιό.

Είδα ξανά τις μεγάλες τις πόλεις
Συντροφιά μου κρατούσε μια αδιάφορη κάποια
Προσπαθούσα πολύ, αλήθεια, προσπαθούσα!
Μα χάιδευα πάλι πιότερο τη λαβή του σπαθιού.

Κι έτσι, είδα στον ύπνο μου μεγάλα πανιά
Φτερά από ατσάλι και ψηλούς ουρανούς
Κι όλα εκεί ξεχαστήκαν, τα σπαθιά και ναυάγια
Να σε βρω: το στερνό, για τον κόσμο μου, όπλο.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #19



"Η μεγάλη σοφία, φέρει και μεγάλη οδύνη."
Μα ποιος αστείος θα τολμήσει να το πει αυτό ποτέ;

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Das Feuer liebt uns.



Αναπαράγω και εδώ ένα πανέμορφο, κατά τη γνώμη μου, blog post από το Sonic Death Monkey. Διαβάστε, τα λέει ωραία.

Η προηγούμενη δημοσίευση του ναθιμάνου εκφράζει την απορία που ρωτάει για τα πάντα, αλλά όλοι απαντούν διαφορετικά. Ένα δεκαπεντάχρονο παιδί δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στα εξάρχεια από υπάλληλο του κράτους. Ήταν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί. Μένει να πανηγυρίσουμε για την πρόκριση του Παναθηναϊκού στους δεκάξι, να τα σπάσουμε όλα στις δεκαεφτά του νοέμβρη, και να καταδικαστεί ο αστυνόμος σε δεκαοχτώ χρόνια φυλάκισης.

Δεκαννιά σκατά στα μούτρα μας όμως.

Δεν νιώθω ωραία με το να ζω σε μια χώρα που ξέρει τόσο καλά να ξεχνάει τα μεμονωμένα “τραγικά συμβάντα”. Γιατί είναι ένα μεμονωμένο τραγικό συμβάν, και ο υπαίτιος θα τιμωρηθεί επαρκώς, και σε τρεις βδομάδες θα λέμε “κάθε πέρσι και καλύτερα”, σε κάποιο μίζερο οικογενειακό τραπέζι. Είναι ένα από τα συμβάντα, για τα οποία μόνο λυπόμαστε μετά. Και τα καταδικάζουμε. Από τα μικρόφωνα, σε συζητήσεις σε καφετέριες, τέτοια πράγματα.

Τα αίτια είναι βαθύτερα, και οι ευθύνες πολύ περισσότερες. Πολλά πράγματα στη ζωή -σχεδόν όλα, θα τολμήσω να σχολιάσω- αλληλεπιδρούν κυκλικά. Αυτο το ξέρουμε όλοι. Δεν υπάρχει μόνο ένας πιθανός κύκλος γεγονότων, υπάρχουν μπόλικοι, αλλά κανένα (μα κανένα) γεγονός δεν είναι ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα, ΚΑΝΕΝΑ γεγονός δε συμβαίνει από το πουθενά. Δεν τρελάθηκε ένας αστυνομικός και σκότωσε και θα τιμωρηθεί και τέρμα, “δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί έτσι”, “μην τσουβαλιάζεις”, “τώρα είσαι απόλυτος”. Εγώ μπορεί να είμαι απόλυτος, αλλά ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος είναι νεκρός. Και με ενδιαφέρει το δεύτερο. Μόνο.

Πάμε στους κύκλους μας. Ποιός έδωσε όπλο σε αυτόν τον πουτάνας γιό; Ποιός τον άφησε να ασκεί τόση εξουσια; Ποιός δεν τον εκπαίδευσε; Ποιός τον έκανε σκυλί; Ποιός του δημιούργησε τόσο φανατισμό; Ποιός δέχτηκε να διοικεί τέτοιους homo ridiculous;

Η κυβέρνηση. Τι άλλο έκανε η κυβέρνηση εκτός από αυτό το έγκλημα; Έκανε τις λέξεις βατοπαίδι, ομόλογα, φορολογικό νομοσχέδιο, siemens, υποκλοπές, 700 ευρώ, όλες αυτές τις λέξεις, τις έκανε καραμέλα στο στόμα των δυνητικά “παραπονούμενων”, στο στόμα των ανθρώπων που μετά βίας καταλαβαίνουν τι σημαίνει καθεμιά από αυτές.

Αυτού του τύπου οι κυβερνήσεις λοιπόν, μεταξύ αυτών των hobbies, μεταξύ των αυξήσεων των μισθών και των συντάξεων των στρατιωτικών, μεταξύ της διαιώνισης της φτώχειας και της ανεργίας του ενός τρίτου των ελλήνων, μεταξύ της άμετρης ενίσχυσης του κεφαλαίου, σκότωσαν και τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, όπως παλιότερα είχαν σκοτώσει τον Μιχάλη Καλτεζά. Δύο μικρά παιδιά.

Αυτού του τύπου οι κυβερνήσεις, έδωσαν όπλα σε διανοητικά ανύπαρκτους ένστολους, τους έδωσαν την εξουσία που χρειάζονταν για να νιώσουν σημαντικοί, τους τόνωσαν μερικά άχρηστα κατάλοιπα του παρελθόντος, και τους έδωσαν την υπόσχεση πως οτιδήποτε και αν συμβεί εκεί έξω, το γεγονός θα καταδικαστεί και θα γίνει ένα “τραγικό συμβάν”. Μετά, τους έδωσαν την ευχή τους.

Συνταξιούχοι δέρνονται σε πορείες, αλλοδαποί ξυλοκοπούνται σε πρώτη ευκαιρία, φοιτητές συλλαμβάνονται, όπλα εκπυρσοκροτούν, πολίτες δέχονται φιλικά δακρυγόνα όταν παραπονιούνται για κεραίες κινητής τηλεφωνίας δίπλα στην κούνια των μωρών τους, και μικρά παιδιά δολοφονούνται εν ψυχρώ.

Α, κάηκε και το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σύνταγμα.

Αυτά κάνουν τα όργανα της τάξεως. Με τις κυβερνήσεις από πίσω, απλά να μην αλλάζουν τίποτα, απλά τιμωρόντας (με την ελάχιστη συνήθως ποινή) εκ των υστέρων, κάποιους ενόχους, ανάμεσα σε μια τεράστια θυσία αθώων. Ή λιγότερο ενόχων, για να μιλάμε με ακρίβεια.

Ο κύκλος πάει καλά.

Στη συνέχεια έχουμε τις αναμενόμενες αντιδράσεις, με δεκαπέντε εκατομμύρια μικροαστικά κατάλοιπα να επευφημούν ή να αγανακτούν. Το “φαντάσου να έσπαγαν τη δική σου περιουσία” αποτελεί το νούμερο ένα στις προτιμήσεις των ελλήνων. Το “φαντάσου να σκότωναν το δικό σου παιδί”, μου θυμίζει τον Vyacheslav Shabunin στους φετινούς Ολυμπιακούς. Διατήρησε την πρωτιά όσο μπορούσε, αλλά τερμάτισε τελευταίος, σαν ένα φάντασμα του παρελθόντος του, που κατάφερε για λίγη ώρα να παρουσιάσει λίγη από την παλιά αίγλη του.

Α, κάηκαν και μερικές τράπεζες, στις οποίες είχαν χαριστεί 28 δισεκατομμύρια ευρώ για να καλύψουν την αποτυχία των επενδυτών του αμοιβαίου κεφαλαίου τους. Των καταθέσεων των πολιτών δηλαδή.

Κάηκε επίσης η Ζάρα, η Μάρα, και το Κακό Συναπάντημα.

Στεναχωρηθήκατε; Κάηκε ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός δρόμος στην Ευρώπη; Δράμα. Οικογένειες θα μείνουν στον δρόμο; Μάλιστα, τριανταπέντε πωλήτριες στην Ερμού θα βρουν δουλειά στο νέο εμπορικό στην Κηφισίας. Στον δρόμο θα συνεχίσουν να μένουν οι άστεγοι, εκεί όπου έμεναν πολύ πριν μας απασχολήσει (που σκεφτείτε το, ούτε τώρα μας απασχολεί στα αλήθεια) πως “κάποιος θα μείνει στον δρόμο”.

Κάηκε το μαγαζάκι του κυρΑντώνη όμως, που έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει, και τώρα πρέπει να πουλήσει το σπίτι του, για να ξαναφτιάξει το μαγαζάκι του.

κυρΑντώνη, πιστεύω πως εσύ πρέπει να αποζημιωθείς. Αλήθεια το λέω. Χρήματα υπάρχουν, και πρέπει να σου δοθούν, και άδικα κάψανε το μαγαζάκι σου μερικοί μαλάκες. Θα μιλήσω για αυτούς αργότερα, ή όχι, πάντως είναι μεγάλοι μαλάκες που κάψανε το μαγαζί σου, κυρΑντώνη, χωρίς ίχνος ειρωνίας.

Συνειδητοποιείς όμως, κυρΑντώνη πως εσύ, και χιλιάδες άλλοι κυρΑντώνηδες, που είστε στη λεπτή γραμμή της φτώχιας και του εξευτελισμού, αντιλαμβάνεσαι κυρΑντώνη μου, πως και ΕΣΥ όπλισες το όπλο του ειδικού φρουρού που σκότωσε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο; Μπορείς να καταλάβεις πως το δικό σου μερίδιο της ευθύνης για το γεγονός δεν είναι απλά υπαρκτό, αλλά συνάμα ΤΕΡΑΣΤΙΟ; Γιατί όσο εσύ, κυρΑντώνη, και μερικά εκατομμύρια όμοιοι με εσένα συνεχίζετε να στηρίζετε κυβερνήσεις αυτού του τύπου, μετά από όλα όσα ΒΙΩΝΕΤΕ από κυβερνήσεις τέτοιου τύπου, μην περιμένεις κυρΑντώνη να κάτσω μπροστά από τη βιτρίνα σου να την υπερασπιστώ. Είσαι μια παράπλευρη απώλεια, αλλά εγώ αυτές τις μέρες ασχολούμαι με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από ένα όργανο του κράτους που ΕΣΥ ψήφισες. Μπορώ να καταλάβω το δράμα της απώλειας της προσωπικής σου περιουσίας που βιώνεις αυτή τη στιγμή, αλλά ειλικρινά, αυτή τη στιγμή με απασχολεί κάτι πιο σημαντικό : Η απώλεια της ανθρώπινης ζωής ενός ανθρώπου στα δεκαπέντε του, και οι λόγοι αυτής. Και ένας από τους λόγους, είσαι και εσύ. Κάνε τον απολογισμό σου, όσο είναι καιρός.

Περνάμε σε άλλους λόγους. Μιλήσαμε για την αστυνομία που την αφήνει ελεύθερη το κράτος να κάνει ό,τι γουστάρει, μιλήσαμε για το κράτος, μιλήσαμε για αυτούς που κάθε τέσσερα χρόνια, αντί να απέχουν από το αίσχος, το στηρίζουν.

Ποιός άλλος συντηρεί το σύστημα; Η κοινή γνώμη. Τι είναι η κοινή γνώμη; Μια μαλακία είναι, αλλά όπως και να το δεις, υπάρχει. Και αυτή δημιουργείται από τα όσα βλέπει γύρω της, και αν θέλουμε να αλλάξει προς το καλύτερο, πρέπει να γίνουν καλύτερα τα πράγματα γύρω της. Και καίγοντας ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά στα πόδια μας, τα πράγματα δεν γίνονται καλύτερα. Υπάρχουν λογικοί στόχοι, και ηλίθιοι στόχοι. Καίγοντας έναν ηλίθιο στόχο, γίνεσαι μέρος του προβλήματος, παίρνεις μερίδιο ευθύνης, κοστίζεις παράπλευρες απώλειες, τιμωρείς τον λιγότερο ένοχο για κάτι άλλο, δεν του δείχνεις γιατί έχει λάθος, και απλώς τον καταστρέφεις. Είσαι επικίνδυνος, είσαι μέρος της κατάστασης, και μέρος του κύκλου με αυτούς που συντηρούν τέτοιου τύπου κυβερνήσεις και διατηρούν αέναη την κατάσταση. Ντρέπομαι που υπάρχεις, γιατί από εσένα θα μπορούσα να περιμένω κάτι λίγο καλύτερο, αλλά τελικά είσαι ελληνάρας, που κάνεις πλιάτσικο με τη γραβάτα σου. Είσαι ΑΚΡΙΒΩΣ σαν τους άλλους, όταν πετάς μολότωφ σε ΑΝΟΙΧΤΑ μαγαζιά, απειλώντας την ζωή των εργαζομένων. Δε διαφέρεις σε τίποτα με αυτό που πολεμάς, αν εξαιρέσεις πως αυτός είναι νόμιμος, με την ευκή των μεγάλων κεφαλιών, ενώ εσύ παράνομος. Δεν είσαι σωτήρας όμως, είσαι απλά ένας μικρός μαλάκας, που για να εκτονωθείς με όποιον τρόπο μπορείς, καις και το μαγαζί του μικρού κυρΑντώνη, όταν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος σκοτώνεται εν ψυχρώ, πληρώνοντας για τα λάθη όλων σας.

Δεν είστε άνθρωποι εσείς.

Αν ήμουν διοικητής των ΜΑΤ, θα είχα παραιτηθεί. Αν όλοι οι μπάτσοι δεν είναι μαλάκες, θα έπρεπε ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ένας, από ευθιξία, να παραιτηθεί. Ούτε μισός. Αν ήμουν αρχηγός της αστυνομίας, θα είχα παραιτηθεί. Αν ήμουν υπουργός δημοσίας τάξης, θα είχα καταθέσει την παραίτησή μου τόσες φορές, ώστε να γίνει τελικά δεκτή. Μετά θα είχα φύγει από το κόμμα. Αν ήμουν κυβέρνηση, θα είχα παραδώσει την εξουσία.

Οι αποπάνω, όλοι οι αποπάνω, όσοι μίλησαν, μίλησαν απλά για “τραγικό συμβάν”. Δεν ζητήθηκε ΚΑΝ συγνώμη, απλά αναγνώστηκαν γραμμένες γραφικότητες περί κατάλυσης της δημοκρατίας και στήριξης του πολίτη όταν τους χρειάζεται. Τα ίδια δηλαδή που έχουν δηλωθεί στο παρελθόν, χωρίς καν να έχει υπάρξει νεκρός. Καρμπόν, οι ίδιες δηλώσεις. “Και δε γίνεται να καπηλεύονται το νόημα της διαμαρτυρίας δεκαπέντε γνωστοί-άγνωστοι”. Δεν τους συνέλαβες ποτέ σου. Άρα, γίνεται να καπηλεύονται ό,τι τους καπνίσει. Εγώ λέω πως δε γίνεται να σκοτώνουν παιδιά οι υπάλληλοι του κράτους. Δεν τους εμπόδισες ποτέ, άρα μπορούν να σκοτώνουν όποιον τους καπνίσει.

Καταλήγω μόνο στο εξής : Χάθηκε μια ζωή, χάθηκε ο πιο αθώος από όλους εκεί έξω, και οι υπόλοιποι ένοχοι, πάνω στο πτώμα, τσακώνονται μεταξύ τους και προασπίζουν -ο καθένας το δικό του- τα σαθρά πλαίσια ηθικής τους.

Δεν είστε άνθρωποι εσείς.

Ελπίζω κατά τύχη να μην υπάρξουν άλλα τέτοια θύματα. Γιατί οτιδήποτε θετικό μπορεί να συμβεί, είμαι πλέον πεπεισμένος πως (αν συμβεί) θα συμβεί κατά τύχη.

Και επειδή είμαστε στο Sonic Death Monkey, ένα top-five

5. “Καλά του κάνανε, τι ήθελε 15 χρονών παιδί στα Εξάρχεια;;;” - ΠΟΛΥΣ κόσμος.

4. “Οι Πακιστανοί και οι Κινέζοι κάνουν πλιάτσικο, έξω από τη χώρα οι αλλοδαποί” - Ο καθένας με τον πόνο του.

3. “Να χαριστούν 1.000.000 ευρώ στις τράπεζες, για να αναπληρώσουν τις ζημιές που υπέστησαν τα καταστήματά τους” - Γίωργο Καρατζαφέρη, σαγαπάμε.

2. “Kάψανε το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο στο Σύνταγμα, και δε θα καταλάβουμε Χριστούγεννα φέτος!” - Άγνωστη θεία που ενοχλήθηκε.

1. “Αν θέλετε να ξέρετε, ο Αλέξανδρος δεν ήταν παιδί των Εξαρχείων, ήταν παιδί της Κηφισιάς, των Starbucks και του Mall” - Δήμος Βερύκιος, δεν υπάρχουν λόγια.

Ντρέπομαι που είμαι έλληνας.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Azrael.



Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Στους τοίχους κολλώ και από υπόστεγα στάζω
Και σαν βγαίνει το φως, ο ίσκιος βαθαίνει
Και στον ήλιο από κάτω, τους τυφλούς κυνηγώ.

Είσαι το τέλος των πάντων και ψεύτης κακός
Στις σχισμές μου τρυπώνεις και τις κάνεις πληγές
Και σαν πέφτει σιωπή, ο θόρυβος σπάει
Σε χιλιάδες κομμάτια το φθαρτό μου σαρκίο.

Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Σα να κλείνεις τα μάτια με τη λάμπα σβηστή
Δε χωρίζω απ' τον κόσμο -μα χωράω σ' αυτόν;
Και αν φέρνω το τέλος, είναι που 'μαι φτωχός.

Είσαι το τέλος των πάντων και φίλος καλός
Καλοήθης και πράος μα κυρίως φερέγγυος
Όποιον δεις και η γη που πατά τον στενεύει
Τα μαλλιά του, το χέρι σου και καλό κατευόδιο.

Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Σαν τα λόγια που κλαίνε όταν λείπουν τα αυτιά
Σαν τη γλώσσα που καίει όταν λείπει ο ασπασμός
Σαν αέρας που πνέει σαν στα βάθη αιωρείσαι.

Είσαι το τέλος των πάντων και ελπίδα στερνή
Του θεού τη μαγεία 'συ ξέρεις μόνο να λύνεις
Σα μαρμάρινα δάση οι θνητές μας σπονδές
Που ριζώνουν στο χώμα μα ανθίζουν σε σένα.

Μα είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Σαν την ώρα που βλέπεις την πόρτα να κλείνει
Σαν του τραίνου τις ρόδες σαν το βλέπεις να σβήνει
Σαν τα λάθος τα λόγια στις γραμμές του χαλκού.

Είσαι το τέλος των πάντων και η τομή του απείρου
Και τα χρέη όλα σβήνεις σαν γραμμές κιμωλίας
Άραγε 'συ ο ίδιος δεν ήσουν που πριν δυο χιλιετίες
Το φτωχό τον θεό στο σταυρό συγχωρούσες;

Όχι, είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά
Δες, ούτε χέρια δεν έχω να κρατήσω τσιγάρο
Ούτε πρόσωπο έχω να μειδιάζω πειστικά
Ούτε ξέρω απαντήσεις να σου γνέψω καμία

Μία μαύρη σκιά είμαι μόνο
Που με ντύσαν μανδύες, με φτερά με στολίσαν
Με ζωγράφισαν λέει να σαλπίζω το τέλος
Μα δες, είμαι μόνο μια μαύρη σκιά.

Είσαι μόνο μια μαύρη σκιά...
Δε μπορούσες να είσαι κατιτίς παραπάνω;
Κάτι λίγο πιο άγιο, κάτι λίγο μεγάλο
Να νομίσω και 'γω πως άξιζες κάτι;

Είσαι μόνο μια μαύρη σκιά
Τη ματιά μου κουράζεις και βαραίνεις το φως
Ένα ψέμα δεν είχες για το τέλος να πεις;
Να πιστέψω και 'γω πως άξιζα κάτι;

Είμαι μόνο μια μαύρη σκιά
Σου 'πα, δώρα δεν έχω, μήτε αλήθειες βαστώ
Είμαι μόνο μια μαύρη σκιά
Σαν αυτές που χωρέσαν στο στέρνο σου
Που τις άσχημες μέρες τις τρυγούσες σε δάκρυα
Και τς όμορφες μέρες με φιλιά τις κεντούσες.
Ίσως να 'μαι στ' αλήθεια η τελευταία, μα
Είμαι μονάχα μια μαύρη σκιά -συγγνώμη.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

This is what happens.



-Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;
-Δε με έπαιρνε ο ύπνος πάλι.
-Γιατί όχι; Αφού νύσταζες.
-Τη σκεφτόμουν.
-Πάλι;
-Μου 'χει λείψει.
-Πάντα σου έλειπε.
-Τώρα μου λείπει περισσότερο.
-Τώρα που την έχεις;
-Τώρα που με έχει.
-Το ίδιο δεν είναι;
-Θα έμενα ξύπνιος αν δεν ήταν;
-Σωστά.

-Το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι ε.
-Ποιο;
-Οι αντιστοιχίες με τον υλικό κόσμο.
-Να σκεφτώ πρόστυχα;
-Μεταξύ άλλων. Αν και άλλο σκεφτόμουν.
-Τι;
-Το κάπνισμα.
-Μας τα 'χεις πρήξει με το κάπνισμα.
-Για κάποιο λόγο φέρνει τις πρωτεύουσες πιο κοντά.
-Ο καρκίνος δε γνωρίζει σύνορα.
-Πολύ πετυχημένο καλαμπουράκι.
-Ξυνέ.

-Λοιπόν σκεφτόμουν...
-Πλάκα κάνεις.
-...τους χάρτες.
-Σαφή σε βρίσκω.
-Σκεφτόμουν πως ο άνθρωπος που φτάνοντας στον προορισμό του, δεν πετάει το χάρτη του, δεν είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης.
-Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας "προορισμός".
-Άσε τις ανθρώπινες μαλακίες. Ένα πράμα σημαίνει.
-Είσαι βέβαιος;
-Θα ήμουν ξύπνιος αλλιώς;
-Σωστά.

-Έχεις δει πίνακα του Kandinsky;
-Βεβαίως. Προτιμώ τα πρώιμα, πριν τον Καβαλάρη.
-Ναι. Κάπως έτσι είναι το κεφάλι μου.
-Πολύχρωμο;
-Εξίσου δυνατό καλαμπουράκι.
-Ε τι εννοείς.
-Εννοώ σαφέστατα ορισμένο, ευκρινές...
-...πολύχρωμο...
-...και γενικά πολύ συγκεκριμένο επί μέρους.
-Ωραίο ακούγεται.
-Ναι, αλλά συνολικά δε βγάζει νόημα.
-Συνεχίζει να ακούγεται ωραίο.
-Σωστά.
-Θα 'μενες ξύπνιος αλλιώς;

-Έχω πλήρη συνείδηση πως ξεχνάω όλα τα πριν.
-Σε ενοχλεί;
-Δε νοιώθω τίποτα, όχι.
-Τότε γιατί το σκέφτεσαι;
-Με εκπλήσσει.
-Τι σε εκπλήσσει;
-Νοιώθω πως είναι αναμνήσεις κάποιου άλλου.
-Είναι δύσκολο;
-Όχι. Είναι σα να τα έχω δει όλα σε ταινία.
-Ή να τα έχεις διαβάσει.
-Ναι, κάτι τέτοιο.
-Και δε νοιώθεις πως τα αδικείς;
-Με έφεραν ως εδώ.
-Και;
-Δεν υπάρχει τίποτα που να τα τιμά περισσότερο.
-Χμ.
-Το ότι τα ξεχνάω, είναι το μεγαλύτερο δείγμα ευγνωμοσύνης.
-Μαγευτικής ηλιθιότητας σκεπτικό.
-Μοιάζει αθώο ε.
-Ναι. Μα γι' αυτό σε πιστεύω.

-Και το μέλλον;
-Ουαί σε όποιον παρεμβληθεί, αυτό δε λες;
-Αυτό λέω.
-Δε φοβάσαι, αυτό δε λέει;
-Αυτό λέει.
-Ε τράβα κοιμήσου ρε αγόρι μου να στρώσεις δέρμα.
-Λες ε.
-Ναι, όλα εδώ θα 'ναι και αύριο.
-Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας "αύριο".
-Τώρα ποιος αρχίζει τις ανθρώπινες μαλακίες;
-Ένα πράμα ε...;
-Ένα πράμα. Άντε, πάρε τη γάτα και τράβα για ύπνο.

-Καληνύχτα.
-Από κοντά.

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2008

Αφορισμός #18


Είδα στον ύπνο μου

πως είχα έρθει σπίτι σου για να πεθάνω.

Το κακό είναι ότι δε τα κατάφερα.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Seek and ye shall find.



Δεν είναι πως με ενοχλεί να με βρίσκει κόσμος κάνοντας search "τσουλάκια" και "ωχρινική ανεπάρκεια". Δεν είναι πως αναρωτιέμαι για πάνω από 2 δευτερόλεπτα, αυτοί που ψάξανε "veinsaw" ή "prussian shuffle" γιατί δεν κάνουν ένα απλό bookmark από σχεδόν καθημερινό search. Αλλά για μερικά πράγματα, πραγματικά, θα ήθελα να μπορώ να κοιτάξω λίγο μέσα στο κεφάλι κάποιων ανθρώπων. Το top10:

#10 - γιατί μαυρίζουν οι τοίχοι

Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πηγαία απορία κάποιου ατόμου περί της επιστήμης της ντουβαροσυντήρησης. Μεταξύ των απαντήσεων που θα μπορούσαν να δοθούν είναι: "γι' αυτό, 1-0", "απ' το κακό τους", "μπορεί να τους κεράτωσε η στέγη", "από υγρασία", "έτσι το θέλησε ο θεός", "να ελαττώσεις το κάπνισμα", "είναι ο χαρακτήρας τους τέτοιος".

Αλλά σοβαρά, search στο google;

#9 - τροποι να τρομαξεις κοπελα

Όταν άλλος κόσμος ψάχνει τσόντες, ο παραπάνω κύριος εξερευνά τα ενδότερα στρώματα του μυστηριακού θηλυκού ψυχισμού. Ντοκυμαντέρ πάντως έχουν αναφερθεί σε μελέτες που λένε πως το θηλαστικό Κοπέλους Κοπέλους δείχνει να τρομάζει από τα ποντίκια, την άσπρη ζάχαρη και τον πάπα Ιννοκέντιο τον Α'.

#8 - εχω λιγα κολπικα υγρα

Ήθελε κάπου να ανοίξει την καρδιά της η κοπέλα.

#7 - να σε αγκάλιαζα

Και βρήκε εμένα. Τζακποτ, όχι μαλακίες.
Πάντως το γκουγκλ πρέπει να 'ναι καλός φίλος.

#6 - χλωροφόρμιο ταινίες

Γιατί ρε αδερφέ, δεν είσαι καλός στο φλερτ;

#5 - η ψωλή του αλόγου

Το πως με βρήκανε το ξέρω.
Το τι ψάχνανε είναι που φοβάμαι.

#4 - φοιτητριες γαμιουνται στην κομοτηνη

Ζηλέψτε, ω φοιτήτριες οπουδήποτε αλλού!!!

#3 - γριές που γαμιούνται

Μια προσέγγιση στις εκλείπουσες μειονότητες.
Θέμα διπλωματικής σίγουρα.

#2 - Έλα έλα έλα γαμώ το κέρατο μου γονίδης

Μη συγχίζεσαι ρε αδερφέ, ψάξε στα torrentάδικα.
Τι το βρίζεις το κακόμοιρο, τι φταίει.

#1 - πάτερ ημών εν της τουρμπίνας

Η προσευχή του κάγκουρα με το χαμηλωμένο;

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Loyalty.



Ο Χριστόφορος άνοιξε αργά τα μάτια του και εστίασε το θολό του βλέμμα στο ταβάνι. Πέρασε μια φορά το χέρι του μπροστά από το πρόσωπό του, δύο φορές, τρεις -το άφησε να πέσει άτονο στο στέρνο του.

Αργά γύρισε και κοίταξε τα μακρυά καστανά μαλλιά της γυναίκας δίπλα του. Έφταναν ως το μαξιλάρι του και στις ελαφρές τους καμπύλες γυάλιζε ο Σαββατιάτικος ήλιος. Χαμογελώντας αχνά, τα πήρε ανάμεσα στα δάχτυλά του, έπαιξε λίγο μαζί τους και φίλησε απαλά και προσεκτικά τα χείλη της κατόχου τους.

Ο Χριστόφορος σηκώθηκε και πήγε να ετοιμάσει πρωινό.

Ι.

-...και τελικά η Χριστίνα λέει δε θέλει να το βαφτίσει.
-Ακόμα δεν τον είδαμε...
-Δεν είναι εκεί το θέμα ρε Χριστόφορε, το θέμα είναι το όλο σκεπτικό.
-Εγώ μια χαρά σωστό το βρίσκω. Λες και εμείς που βαφτιστήκαμε τον έχουμε μεγαλύτερο ξέρω 'γω...
-Μα και εγώ συμφωνώ θεωρητικά, αλλά είναι και οι γονείς της στη μέση. Και σιγά πια το κακό να κάνεις μια βάφτιση, από το να φας τη γκρίνια της κάθε θείτσας...
-Ε όχι και σιγά το πράμα, τα λεφτά που τα βάζεις.
-Α, τώρα που πες λεφτά άκου τι μου είπε η Τζένη χθες στο γραφείο...

Η χαρούμενη βοή της φωνής της γέμιζε τα αυτιά του Χριστόφορου και τον έκαναν να χαμογελάει. Όλο αυτό το πεζό και αδιάφορο τιτίβισμα, τα κοινότοπα θέματα για τα οποία δεν έδινε δεκάρα, ο ζεστός καφές και η ζεστή σάρκα που είχε λίγα εκατοστά μακριά του, η σκέδαση του φωτός στο ποτήρι και τα χρώματα που έριχνε στο λευκό τραπεζομάντηλο, τα ανάκατα μαλλιά της, τα λυγισμένα της γόνατα, η πλάτη της καρέκλας, τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι, τα φύλλα έξω απ' το παράθυρο...

Χωρίς να πει οτιδήποτε για να τη διακόψει, ο Χριστόφορος σηκώθηκε γελώντας σιγανά, την σήκωσε στα χέρια του τις ίδιες στιγμές που αυτή σάστιζε έκπληκτη και την ακούμπησε απαλά στον καναπέ. Κοιτώντας την στα μάτια, ξεκίνησε να τη γδύνει.

ΙΙ.

Το μαύρο ασύρματο τηλέφωνο τραγούδησε την μονότονη μελωδία του.
Ο Χριστόφορος άπλωσε το χέρι του-
"Κατά πάσα πιθανότητα..."
-έπιασε το ακουστικό-
"...με παίρνει να με ρωτήσει..."
-το σήκωσε από τη βάση-
"...αν έχουμε αυγά αν είναι να περάσει..."
-πάτησε το πράσινο κουμπί-
"...από το φούρνο."
Το έφερε στο αυτί του.

-Παρακαλώ.
-Χριστόφορε;
-Ο ίδιος.
(Δεν είναι αυτή.)
-Τι κάνεις;
-Ποιος είναι;
(Ανησυχώ.)
-Δε με θυμάσαι;
-Δε μου λέει κάτι η φωνή σας, όχι.
(Ανησυχώ πολύ.)
-Ο Κοσμάς είμαι.
-Ααα, έλα Κοσμά. Τι έκπληξη είναι αυτή;
(Είμαι πανικόβλητος.)
-Πήρα απλά να δω τι κάνεις, πως περνάς...
-Μια χαρά, μια χαρά όλα... Εσύ;
(Γιατί ζεις ακόμα;)
-Μια χαρά και εγώ, όλα εντάξει.
-Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
(Τρέμω.)
-Ανησυχείς ε;
-Όχι. Απλά μου κάνει εντύπωση που με πήρες τηλέφωνο σπίτι.
(Γαμημένε.)
-Σιγά μωρέ, τι έχουμε να κρύψουμε.
-Έλα ντε.
(Στεγνώνουν τα μάτια μου.)
-Τέλος πάντων, μη σε ανησυχώ παραπάνω...
-Που θες;
-Χαλάνδρι απογευματάκι;
-Καλώς. Δε θα κάτσω πολύ.
-Το ξέρω.
-Τα λέμε τότε.

ΙΙΙ.

-Μην ξαναπάρεις σπίτι.
-Καλά μωρέ, πως κάνεις έτσι...
-Όχι "πως κάνεις έτσι". Μην ξαναπάρεις σπίτι.
-Εντάξει, εντάξει. Δε θα ξαναπάρω σπίτι. Πω.
-Λέγε τι θες.
-Εγώ τίποτα. Ο Άλλος θέλει.
-Να πάει να γαμηθεί.
-Να του το μεταφέρω αυτό;
-Ό,τι γουστάρεις κάνε. Λες να τον φοβηθώ;
-...
-Να πάει να γαμηθεί.

Έπιασε το μπουκάλι της μπύρας και το 'φερε στα χείλη του.

-Σου 'χουν φέρει ποτήρι.
-Να σου πω ρε Κοσμά, θα μου πεις τι θες ή θα μου γαμήσεις τη μέρα;
-Ε τι να θέλω ρε Χριστόφορε, να δω τη γαμόφατσά σου θέλω γιατί μου 'χεις λείψει. Τι να θέλω; Ο Άλλος ρωτάει αν σου πέρασε η μαλακία και ψήνεσαι να βγάλεις κάνα φράγκο.
-Μάλιστα. Ωραία, όχι. Είναι σαφέστερο από το "να πάει να γαμηθεί";
-Μαλακίες κάνεις.
-Ό,τι γουστάρω κάνω και δε δίνω λογαριασμό. Πάνε αυτά Κοσμά, τέρμα.
-Δεν τελειώνουν αυτά ρε Χριστόφορε, το ξέρεις.
-Εγώ τέλειωσα. Χέστηκα "τι κάνουν αυτά". Εγώ δεν ξαναλερώνομαι.
-Έτσι λες τώρα...
-Έτσι είναι. Άλλαξα ρε, πως το λένε; Έχω γυναίκα και πάω για παιδί, τέρμα.
-Χριστόφορε. Άκουσέ με. Αυτά τα πράματα δεν είναι απ' αυτά που σου μαθαίνουν στο σχολείο και εκπαιδεύεσαι και γίνεσαι καλός και παίρνεις προαγωγές και μπόνους και κολλητές άδειες σε Σαββατοκύριακα. Γεννιέσαι μ' αυτό. Το ξέρεις. Το κουβαλάς πάντα και παντού. Μπορεί εσύ να λες "τελείωσα" μα ξέρεις καλά πως αυτό ποτέ δε σε αφήνει, απλώς περιμένει το καινούριο αφεντικό. Μα δε μένει άνεργο γιατί ζει μέσα σου και σε ορίζει. Είναι κομμάτι σου, το κάνεις όσο καλά αναπνέεις και καλύτερα, το 'χεις συνηθίσει και μπορείς να το κάνεις δίχως να το σκεφτείς καν και όταν ξανάρθει ο καιρός να βγει στην επιφάνεια θα γουστάρεις όπως γούσταρες πριν αρχίσεις τα πουστριλίκια και τα "τελείωσα". Γιατί αυτός είσαι, πως να το κάνουμε.

Γεμίζει το ποτήρι του.

-Τέλος πάντων, εμένα στα αρχίδια μου, απλώς την πρόταση μεταφέρω. Αλλά σου λέω τη γνώμη μου.
-Μαλακίες λες.
-Καλά.
-Μαλακίες λες.
-Ό,τι πεις.
-Τελείωσα ρε. Τελείωσα. Δεν είναι "αυτός είμαι". Είμαι ευτυχισμένος.
-Το 'χεις ακόμα το όπλο;
-...
-Χεχεχεχ...
-Το 'χω για να θυμάμαι ρε. Για να θυμάμαι τι σκατομαλάκας ήμουν.
-Σκατομαλάκας αλλά γι' αυτό έχεις τα εξαψήφια στην τράπεζα.
-Ναι, για να μοιράζω χήρες και μάρμαρα.
-Και με μεγάλη επιτυχία.
-Τέλειωσα Κοσμά. Κοίτα να κάνεις το ίδιο, δε λέει αυτή η ζωή.
-Εντάξει Χριστόφορε. Συγγνώμη που σ' ανησύχησα, αλλά...
-Καταλαβαίνω.
-Θα το πω στον Άλλο. Θα καταλάβει και αυτός. Θα βρει άλλον.
-Τι να σου πω, "καλή επιτυχία";
-Αντίο Χριστόφορε.
-Αντίο Κοσμά. Κοίτα να προσέχεις.

ΙV.

Χαϊδεύει το μάγουλό της με την ανάστροφη της παλάμης του.
Βρίσκει την άκρη των μαλλιών της πάλι, παίζει ξανά, χαμογελά.
"Σε αγαπάω" σχηματίζει με τα χείλη του.
"Σε θέλω" σχηματίζει με το βλέμμα της.
Βρίσκονται. Ξανά και ξανά και ξανά.
Τυλίγονται και καλύπτονται και διαλύονται.
Μοιράζονται και ενώνονται, πονάνε και μυρώνονται.
Καθώς εκείνη τραγουδά την ηδονή της, αυτός σκοτεινιάζει.
Σκέφτεται το όπλο, δυναμώνει το ρυθμό, θυμάται τ' όπλο.
Σκέφτεται το αίμα, αυξάνει την ένταση, θυμάται αίμα.
"Έλα σε μένα, έλα σε μένα" ουρλιάζουν οι αναστεναγμοί.
"Δεν ξέρω τίποτα για τον παλιό Χριστόφορο" πείθεται εκείνος.
Όλα έχουν αλλάξει, όλα έχουν τελειώσει -μπορεί να ήταν και σε εφιάλτη.
Σκύβει πάνω της και την βαραίνει με τον εαυτό του
Ξαποσταίνει τη σάρκα του σε αυτή και όλη η κόλαση που ήταν κάποτε σπάει σε κομμάτια, στάζει στα στήθη της και εξατμίζεται.
Οι ανάσες γίνονται γρυλίσματα, τα γρυλίσματα βροντές
οι βροντές μια διπλή καταιγίδα που απλώνεται μαύρη και λαμπρή και τα σβήνει όλα, τα τελειώνει όλα και δε μένει τίποτα
παρά μόνο δυο κορμιά που φωτοβολούν στο υπέρυθρο φάσμα
και δυο ψυχές που ακινητούν η μια πάνω στην άλλη.

Και το όπλο στο συρτάρι, ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι είναι.

V.

-Σας παρακαλώ, πάρτε ό,τι θέλετε αλλά μη μας πειράξετε...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Τα κοσμήματα είναι στο τρίτο συρτάρι...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Και λεφτά, μισό λεπτάκι, τα λεφτά...
-Χριστόφορε κάνε κάτι!!!
-Να, εδώ, όσα έχω πάνω μου, όσα είναι στο σπίτι...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Θα κάτσουμε εδώ, πάρτε ό,τι θέλετε και φύγετε...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Εδώ θα κάτσουμε...

Τα πάντα μαυρίζουν στιγμιαία.
Ανοίγει τα μάτια, βλέπει το πάτωμα.
Από το στόμα του στάζει αίμα.
Από τα αυτιά του κρέμονται ουρλιαχτά.

-Χριστόφορε!!! Χριστόφορε σταμάτησέ τον!!!

Στα μάτια του πλέει ένα νυχτικό που κυματίζει στον αέρα.
Δυο γνώριμα στήθη και δυο παράταιρα χέρια.
Δεύτερη μαυρίλα, περισσότερος πόνος, πάτωμα ξανά.

-Σας παρακαλώ... Πάρτε...

Η μύτη μιας μπότας πολιορκεί την κοιλιά του.

-Χριστόφορε σώσε μας!!!

Θυμάται τα όμορφα πρωινά. Τον ήλιο να γυαλίζει στα σερβίτσια.

-Χριστόφορε!

"Σ' αγαπάω" ψελλίζει και άλλη μια κλωτσιά τον βρίσκει στα νεφρά.

Θυμάται τις άγιες νύχτες και τις γεμάτες μέρες, θυμάται τη ζωή.
Θυμάται την γαλήνη και την ζεστασιά, τα χαλιά το χειμώνα...

-Βοήθα με!!!

...και τη βεραντούλα το καλοκαίρι και τα ανοιχτά παράθυρα στο ντιβάνι...

-Σώσε με!

...και την εκδρομή στο Πήλιο και τότε που είχε μεθύσει και την κουβαλούσε...

-Σώσε με...

Θυμάται πως ήταν να ζεις και χαμογελά και σηκώνεται.

Το μαχαίρι χώνεται βαθειά στον αριστερό του ώμο, το τραβά και σκίζει τον άνδρα απέναντί του από τη λεκάνη ως το διάφραγμα. Αυτός σαστίζει μα δεν πέφτει και ο Χριστόφορος του κόβει δυο φορές το λαιμό.

-Χριστόφορε!!!
-Σκάσε.

Το λέει ήρεμα, μα ακούγεται πάνω απ' όλες τις άγνωστες βρισιές και τους λυγμούς.
Το λέει ήρεμα, μα το ακούει και ο ίδιος.

Ο άνδρας απέναντί του φωνάζει κάτι στη γλώσσα του δείχνοντάς την.
Ο Χριστόφορος καταλαβαίνει και πισωπατεί. Φτάνει κοντά στο κομοδίνο.

Οι φωνές του άνδρα γίνονται προστακτικές.
-Δεν καταλαβαίνω τι λες.

Ο Χριστόφορος πετά το μαχαίρι και ανοίγει το συρτάρι φανερά και ψύχραιμα.
Βγάζει έξω το πιστόλι, το απασφαλίζει, εφαρμόζει τον γεμιστήρα και το οπλίζει.

-Χριστόφορεεεε...

Το μαχαίρι του άνδρα έχει χαράξει το λαιμό της προειδοποιητικά.
Ο Χριστόφορος χαμογελά.

-Δε το κάνεις καλά.

Σηκώνει το πιστόλι και την πυροβολεί μια φορά στο μέτωπο.
Αυτή σωριάζεται και ο άνδρας κοιτά αποσβολωμένος.
Δεύτερη σφαίρα στο αριστερό γόνατο του άνδρα, τρίτη στο δεξί.
Άλλες δύο σε κάθε αστράγαλο.

Παίρνει ένα τσιγάρο από το πακέτο της και το ανάβει.

-Και τώρα θα παίξουμε.

Ο άνδρας βλέπει τον Χριστόφορο να σηκώνει το μαχαίρι από το πάτωμα. Ωχρός και αιμόφυρτος, κατουριέται.

VI.

-Εμπρός;
-Έλα Κοσμά.
-Χριστόφορε; Τι έγινε ρε, ξέρεις τι ώρα-
-Σκάσε.
-...
-Πες στον Άλλο κανονίστηκε.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Travel Blog IV

Η σημερινή μας εκπομπή είναι αφιερωμένη στη Ρώμη.
Η Ρώμη είναι γεμάτη ξενοδοχεία και εστιατόρια.
Μερικές φορές συναντά κανείς και κάποια κάβα.
Οι άνθρωποι προσπαθούν να μην είναι χαζοχαρούμενοι.
Αυτό επιτυγχάνεται μερικώς, μα εν τέλει είναι Ιταλοί.
Η Αγγλική γλώσσα είναι κάτι μυθολογικής φύσης.
Η πιο χρήσιμη λέξη που μάθαμε ήταν "tiramisu".
Το χαρτί υγείας υπάρχει για να φυσάμε τη μύτη μας.
Η πηγή Trevi πραγματοποιεί όντως ευχές και μπότες.

Το χρονογράφημα:



Φώτο του Κολοσσαίου: πρωτοτυπούμε & αιφνιδιάζουμε.



Ανεβαίνοντας στο Palatino.
Νόμπελ στον εφευρέτη των φθινοπωρινών φύλλων.



Να θυμηθώ να αγοράσω κανένα φίλτρο για τους φακούς.



Στρουθοκαμηλίζοντας περί της οικονομικής κρίσης.



Το Πάνθεον: γιατί βαριόμαστε να το κάνουμε για κάθε θεό χώρια.



Ο Άγιος Πέτρος έχει ανιχνευτές μετάλλου και μπατσαρία.
Ανέκαθεν ο Παράδεισος ήταν VIP xClusiv τσαρδί.



Αγάλματα στον Τίβερη. Νυχτερινή θέα.
Συνοδεύεται από τσιγάρα και θερμότητα σώματος.



Γιατί άλλωστε τι θα έκαναν οι Γερμανοί χωρίς τη βοήθειά σας ε.



Η πηγή Trevi. Ακόμα δεν ξέρω γιατί είναι διάσημη.
Χρυσόψαρα που τρώνε δανέζικες κορώνες ίσως;



Η μεγαλύτερη τράπεζα, στο μικρότερο κράτος.
Το περισσότερο αίμα.



Το εξοχικό μου. Έχω ακόμα λίγο συντελεστή για το γκαράζ.



Ο προσεκτικός παρατηρητής θα αναγνωρίσει την γέφυρα.
Ο προσεκτικότερος, θα αντιληφθεί και ότι τη διασχίσαμε.



Συνοψίζοντας.



Ο καθένας κουβαλά το δικό του σταυρό φιλαράκι.
Η μαγκιά είναι να το κάνεις με στυλ.



Η μαμά Mεσόγειος.



Και η Πόλη όλων των Πόλεων.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

The Eternal City.



Avanti bambini. Τα ξαναλέμε.

Ανάθεμα κι αν ξέρω για ποιον το γράφω αυτό, χεχ.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Αφορισμός #17



Γίνεται κάποτε εμφανές πως μόνο κάποιος που γνώρισε τη θλίψη
θα μπορούσε να εφεύρει
τη βόμβα βυθού.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

206



-Τη λατρεύω αυτή την πόλη.
-Τι της βρίσκεις;
-Είναι κίτρινη και γυαλίζει.

Σηκώνει το χέρι κάθετα στην βροχή και σε πλήρη συμφωνία με το κρύο. Μπαίνει στο ταξί, φοράει το ζώνη του και νοιώθει τις σταγόνες στο πρόσωπό του.

-Μεσογείων.

Βλέπει την αντανάκλαση των ήλιων φθορισμού και φεγγαριών πυρακτώσεως στα μαύρα ασφάλτινα κανάλια. Νοιώθει τον οδηγό λίγο πιο πέρα, μυρίζει την πρώτη εκπνοή των φθηνών του τσιγάρων και τη ρουφά βαθειά.

-Ξέρετε πόσο έληξε ο αγώνας;
-Μπα, δεν έχω ιδέα.

Δεν νοιάζεται ιδιαίτερα, ήθελε μόνο να ακούσει τη φωνή της αναγκαστικής συντροφιάς του. Σήμερα του φαντάζει τόσο ευχάριστη. Τόσο που τον φαντάζεται να αγκαλιάζει τον δεκάχρονο γιο του στο τέλος της βάρδιας, μυρίζοντας κολώνια και γυρνώντας το θερμοστάτη λίγο παραπάνω -τόσο που σχεδόν ξεχνά όλους τους λόγους που η ζωή είναι γι' αυτόν χάρισμα και όχι δικαίωμα.

Σταγόνες στο τζάμι.
Χρυσές ρυτίδες φωτός στο οδόστρωμα.
Χαζεύει, χαζεύει την τρυφερότητα της βίας του κόσμου.
Χαζεύει την ομορφιά του χαμού, γιατί τώρα το μπορεί.
Γιατί τώρα τα έχει όλα -απ' την αρχή.

"Δε σε σκέφτομαι" μουρμουρίζει με το αχνό του χαμόγελο.
"Δε σε σκέφτομαι γιατί σε έχω -και μόνο τώρα καταλαβαίνω εσένα που μου το έλεγες και μούτρωνα, γιατί τώρα μπαίνω στις παρυφές της μη-αναγκαιότητας που μας ορίζει όταν είμαστε κοντά. Δε σε σκέφτομαι γιατί θα είσαι πάντα πέντε βήματα μπροστά από εμένα μα χωρίς να με περιμένεις και χωρίς να τρέξω, θα ξεκινάμε πάντα ισόπαλοι."

-Εδώ όπου σας βολεύει με αφήνετε.

Κατεβαίνει. Το νερό είναι παντού.

"Δε σε σκέφτομαι -με κοιτώ και σε βλέπω."

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Coventry Denkmal.



Heute wollen wir ein Liedlein singen,
Trinken wollen wir den kühlen Wein
Und die Gläser sollen dazu klingen,
Denn es muß, es muß geschieden sein.

Gib' mir deine Hand, deine weiße Hand,
Leb' wohl, mein Schatz, leb' wohl mein Schatz,
Leb' wohl, lebe wohl
Denn wir fahren, denn wir fahren,
Denn wir fahren gegen Engeland, Engeland.

=)

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Αφορισμός #16

Καλωσόριζε τις αποτυχίες σου όσο έρχονται.
Θα 'ρθει μια μέρα που η μόνη που θα μένει
θα 'ναι να αστοχήσεις σημαδεύοντας τον κρόταφο.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

Weækless.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Returnal.



"I cannot really know", said she.
"We might have been anywhere, anyhow.
It could have been under a single olive tree
right after the first ticks of the clock.
And I can't know whether it would mean silence
or the beginnings of a different kind of noise.
And we could be anything, from lovers to flowers
From soil to tempests and everything in between
And all that could have been."

"Could it have meant the world?", says he.

"It could have meant nothing at all.
Perhaps we were there holding fugitive hands
should we were banished into living, punished
for trespassing into completion.
Or maybe we actually chose to venture outside
seeking another shuffle of the cards to deal with
again -and isn't that more of a prayer than a sin?"

"At least it could have been."

"We might not even coexist then.
We might not even matter to each other if we did.
We might have walked a million pavestoned alleys
drunk, singing songs in tongues now incoherent."

"I could have killed you in my stupor, or I could not
You could have lived a million times again before me
You could have ended back here a thousand years ago
For were we ever able, to actually begin? Oh well..."

"Perhaps we could have been."

"Now that you stand with me, stay close.
Like the diminutive seconds wash through me
you too flood me with everything that could once be."

"I cannot know, it might be anything, anyhow."

"As it might have been, when we and the world could.
Before the grinding hands of the Clock began to matter.
Like the towering receding seconds which drown me
You too, equally vast and passing, rush within -speak
Of all that could have been."

"I can remember you everywhere."

"Even where we have never lived or died?"

"Or anything in between. I can tell you of us and of then
For I can speak of anything that could have been
If only time and space are the petty tools of what-was-not.
I will draw you a map, to the places we've seen and seen not
So you go back or forward and meet me for the first time again
And though I know already, tell me by the scent of your skin
Of everything that could have been."

"You know that we don't last forever. Not even us."

"I know the world is one great slow eclipse."

"But there is time beyond our time, space beyond the breath.
And there, we could have been forever, together or apart.
We could have had a house, with white little walls -or without
We could have had one tiny bed for the both of us -or none
It could have been in any place and any time -or not
Imrryr, Damascus, Tanelorn, Berlin.."

"And all that could have been?"

"It could. Or maybe not. Who knows?"
"I cannot know. We might have been..."
"Anywhere, anytime, anyhow."
"You might have called me sister, daughter, lover."
"You might have called me brother, father, son."
"I might have seen you in the street, my bed, or nowhere."
"I might have seen you in my dreams, my hopes, the TV screen..."
"But-"
"But all that could have been."

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Bury 'till they flourish.



Ευγένεια, τάξη, συνεργασία, ισομοιρασμός, εκτρώσεις. Μερικά μόνο από τα πράγματα που δεν συναντώνται όσο συχνά θα έπρεπε στην όμορφη Δυτική κοινωνία μας. Αναφορικά με αυτή την έλλειψη και εξαιρώντας από το χρονικό σύνολο τις μακρές παρενθετικές περιόδους απάθειας που διανύω ανά καιρούς, με ταλανίζει το ερώτημα "γιατί είναι τόσο γαμημένα δύσκολο ένα ον που έχει φτάσει στο φεγγάρι, να συνυπάρξει οργανωμένα με τα ομοειδή του;".

Αυτό το όμορφο παιδιαστικό γιατί είναι ιδιαίτερα ταχυφλεγές. Το σκέφτεσαι τώρα και μέχρι να φτάσεις στην αρχή μιας απαντητικής υπόθεσης, έχει λήξει ως "αδιάφορο" και έχεις φτάσει στο άκρο του "ΠΩΣ θα μπορούσε ένα ον που έχει φτάσει στο φεγγάρι κτλ κτλ".

Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι, δε θα σας πω ψέμματα, είναι αυτό ανά 50 τετραγωνικά χιλιόμετρα κατοικημένης γης.

Το δεύτερο, είναι το δίλημμα το οποίο τόση ώρα έντεχνα και ύπουλα προλογίζω:

Πράγματα όπως η ειρηνική συνύπαρξη, η κοινωνική ευγένεια, η λειτουργική τάξη, είναι πράγματα τα οποία επιβάλλει κανείς με σιδηρά γροθιά προς τήρηση και συμμόρφωση; Ή είναι πράγματα που φυτεύονται ανά γενεά και αναμένεται να ανθίσουν, να καρποφορήσουν και να κατανοηθούν συλλογικά;

Η πρώτη περίπτωση, είναι απλή σαν σύλληψη και πολλάκις εφαρμοσμένη. Εξηγεί κανείς σε κάποιο πρόσωπο όχι ιδιαίτερα ανεπτυγμένης αντίληψης, ας πούμε ένα 4χρονο παιδάκι, πως, κοίτα, Κωστάκη, δεν παίζουμε με τα σπίρτα γιατί μπορεί να κάνουμε μεγάλη ζημιά. Ο Κωστάκης όμως γουστάρει το χριτς-πουφ-τσιφ που κάνει το σπίρτο και σου καίει τις κουρτίνες. Του ξαναλές, Κωστάκη, σου είπα μη το κάνεις αυτό, είδες τώρα τι ζημιά έκανες;

Και η ιστορία χωρίζεται σε 3 πιθανά σκέλη:

1) Ευελπιστείς πως ο Κωστάκης κατάλαβε και αφήνεις τα σπίρτα εκεί που ήταν πάντα.
2) Δεν έχεις ιδιαίτερη εμπιστοσύνη γιατί είναι και 4χρονών, οπότε δε το σαπίζεις στο ξύλο, αλλά τα σπίρτα τα κρύβεις.
3) Το σαπίζεις στο ξύλο, το γδέρνεις και το κάνεις κουρτίνες -είσαι βέβαιος πως για τα επόμενα 80 χρόνια θα βλέπει σπίρτο και θα κατουριέται.

Η εφαρμογή του ενστερνισμού των κανόνων συλλογικού ευ ζειν, εκπροσωπούνται από τη λύση υπ' αριθμόν 1. Σε μια αντίστοιχη πραγματικότητα, λες στον 18χρονο θαμώνα Μπουρναζίου με το ζελέ στο μαλλί "άκου Κωστάκη, είναι πολύ ενδιαφέρον που βάζοντας τουρμπίνα Airbus 300 στου μισού τόνου Saxo σου, μπορείς να πιάνεις 650 χλμ/ώρα σε 4 νανοσεκόντ, αλλά πρόσεχε γιατί μπορεί να φας κανέναν παππού στη διάβαση." Ο Κωστάκης φυσικά, πίνει 2 τζόνι μαύρα (αδυνατώντας να καταλάβει διαφορά από τα κόκκινα, αλλά είναι πιο ακριβά και είναι ο Κωστάκης ναούμ') στον Κιάμο και μετά τερματίζει πάνω σε μένα στο φανάρι έξω απ' την ΕΡΤ με όλα τα ένδοξα 650 χλμ/ώρα. Αν επιζήσουμε και οι δύο, η ασφάλεια του Κωστάκη θα πληρώσει το αμάξι μου και ο Κωστάκης θα σκάσει και άλλα 600, πόσα, ευρώ στους μπάτσους επειδή είχε πιει κάτι παραπάνω. Οι της λύσης υπ' αριθμόν 1, υποστηρίζουν αυτή την πορεία δράσης πρακτικά (κρύβουνε τα σπίρτα) και ταυτόχρονα ελπίζουν πως ο Κωστάκης θα πει "ω, πατέρα! υπήρξα τόσο αναιδής προς τη μοίρα και αυτή μόνο με αγάπη με αντάμοιψε! Είθε το φως που μόνο επιτέλους λούζει τη ματιά μου να είναι το αέναο μνημείο της αλλαγής και της ευγένειας που θα ανταποδώσω, εγώ, ένας άνθρωπος ξαναγεννημένος, στην Ζωή, τον Άνθρωπο και την μεταξύ τους ισορροπία!"

Εγώ θεωρώ πως θα πρέπει να κόβουμε ένα κομμάτι από τα παπάρια του Κωστάκη κάθε μέρα με νυχοκόπτη -όταν τελειώσουν, θα συνεχίσουμε με το υπόλοιπο σώμα του μέχρι ο Κωστάκης να χωράει στο σταχτοδοχείο του νέου μου αυτοκινήτου. Είναι με μαθηματική βεβαιότητα βέβαιο πως το πρώτο πράγμα που θα μου πει ο Κωστάκης μόλις βγει από ό,τι έχει μείνει από το αμάξι του, θα είναι "ΚΑΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤΟ ΓΑΜΩΦΑΝΑΡΟ, ΑΔΕΙΟΣ ΕΙΝ' Ο ΔΡΟΜΟΣ". Και ο φανταστικός μας διάλογος θα τελειώσει με το απαντητικό "γκλανγκ" του μπουζόκλειδου στη ραφή του κρανίου του.

Υπάρχει μια μεγάλη ευγένεια και μια λαμπρή αίσθηση ελπίδας στο να περιμένουμε πως ο άνθρωπος θα μάθει να εναρμονίζεται με το περιβάλλον και τους συνανθρώπους του. Πλησιάζω με περιέργεια και σεβασμό τους ανθρώπους που στέκουν με τέτοια πίστη απέναντι στη μνημειώδη εξελικτική αποτυχία του είδους μας -με την περιέργεια και τον σεβασμό που στέκω απέναντι σε όλες τις μορφές καλοήθους ηλιθιότητας. Είναι όμορφο, ναι, αλλά είναι ηλίθιο να περιμένεις πως 10.000 χρόνια μετά, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, μετά από την πορεία των προσωκρατικών ως τον χριστιανισμό και από εκεί στο διαφωτισμό και την αναγέννηση, είναι δυνατόν το ζώο που πάει ανάποδα στο μονόδρομο, που δέρνει τη γυναίκα του αν του ζητήσει να βάλει προφυλακτικό, που στέκεται αριστερά στις κυλιόμενες, πετάει σκουπίδια έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ζητάει 120 ευρώ ταρίφα για 10 χιλιόμετρα από τον τουρίστα, εκτελεί συμμαθητές του επειδή είναι ο μόνος από την τάξη του που δεν έχει γαμήσει, βιάζει την κόρη του, βασανίζει ζώα, πειραματίζεται σε κρατούμενους, κακοποιεί παιδάκια μέσα σε ιδρύματα, καίει δασικές εκτάσεις για να βγάλει φράγκα... όχι.

Όχι. Πρώτα επιβάλλεις και μετά περιμένεις να κατανοηθούν.
Στην τελική, οτιδήποτε είναι καλό, έγινε καλό από συνήθεια.

Το ήθος είναι ακόμα μπούσουλας beta version.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Απορίες III



Το 1925 ο Τ.S. Eliot έγραψε το The Hollow Men.
Ξαναδιαβάζοντας το πρόσφατα
και συγκεκριμένα το τέλος του:

This is the way the world ends
This is the way the world ends

This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper.

σκέφτηκα, πως είναι δυνατόν;
Δεν ήταν λοιπόν άθροισμα και των δύο
οι οργασμοί σας κε Eliot;

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Αφορισμός #15



Η απόσταση ανάμεσα στο καθήκον και την ελπίδα, είναι μη οριζόμενη για τον άνδρα, μηδενική για το παιδί και εκκεντρικότητα έλλειψης για τη γυναίκα.

Υποσημειώσεις ανδρείας, θάρρους και σθένους αντίστοιχα.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Silkeborg.



Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω
Πέρα απ' τον όμορφο ωκεανό των λευκών σεντονιών
Πέρα απ'τις ζεστές θύελλες των χεριών μας
Ξέρεις πως είναι ο κόσμος;

Εκεί έξω ο κόσμος δυστυχεί
Εκεί έξω το παρελθόν δεν κυλά
Δεν βρέχει πάνω σε όλους η ζωή
Σε κανέναν χρόνο, παρά σε μια φτωχή υποτακτική
Φτωχοί υποτακτικοί, υπό τακτική
Έχουν μονάχα μια γέννηση και ένα τέλος
Σύνολο δυο χαμόγελα αν τύχει να ζυγώσουν.

Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω
Εκεί που η ανάσα σου δε φτάνει ζεστή
Πέρα απ' το ρεύμα των βλεφαρισμών σου
Ξέρεις τι συμβαίνει;

Εκεί έξω ο κόσμος δε ζει όπως εμείς
Εκεί έξω τα μαξιλάρια είναι ατσαλάκωτα
Και τα ποτήρια είναι πάντα πλυμμένα
Κανένας πληθυντικός, κανένας βαθύς ενικός
Παρά μόνον κάμποσα ονόματα, επίθετα, επιρρήματα
Οι σφαγίτιδες φλέβες πεθαίνουν στην ψάθα
Και οι άδειες παλάμες στη φόδρα.

Ξέρεις τι γίνεται εκεί έξω
Εκεί που εμείς είμαστε παράξενοι;
Έξω απ' όλους τους καιρούς που μ' αγαπάς
Ξέρεις πως είναι ο κόσμος;

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Terhoven.



Αγκάλιασε το φίλτρο με τα χείλη του.

-Έχεις αρχίσει να καπνίζεις πολύ.
-Από συνήθεια.

Μια φλίδα πέτρας χάνεται εν ονόματι της τριβής.
Γυρνά και την κοιτά.

-Σε γενικές γραμμές θα έχεις προσέξει πως μου αρέσει να ξεκινάω προτάσεις με τη φράση "σε γενικές γραμμές". Ως τώρα αυτό συνέβαινε κυρίως επειδή διακατεχόμουν από μια αίσθηση, πως να το πω, αυτόματης προσπάθειας απόδοσης δικαιοσύνης; Ήθελα ρε παιδί μου να αποφύγω κάποιου είδους γενίκευση, τις καλές φορές για να 'μαι δίκαιος, τις κακές για να 'χω παραθυράκι.
-Καταλαβαίνω.
-Μα τώρα πια αλλάξανε τα πράματα. Πλέον το λέω επειδή μ' αρέσει να αλατίζω πληγές και το αλάτι στην προκειμένη είναι η ειρωνεία.
-Και ποια είναι η πληγή;
-Σιγά-σιγά, μη βιάζεσαι.

Παίρνει μια βαθειά ανάσα γεμάτη βενζόλιο, νικοτίνη και εξαχνωμένη πίσσα.

-Τέλος πάντων. Να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να πω. Απλώς μ' αρέσει να με ακούω όταν είμαι μαζί σου και μου αρέσει να με ακούς. Γιατί ξέρω πως με προσέχεις και πως σε κρατώ απ' τα δικά σου.
-Ποια δικά μου;
-Τα δικά σου.
-Καταλαβαίνω.
-Για κανένα λόγο, μα δεν πειράζει, ούτε εγώ μπορώ να 'μαι βέβαιος.
-Ξέρεις ό,τι μιλάς μόνος σου ε;
-Ναι.
-Όχι, εννοώ, ξέρεις πως δεν είμαι καν εδώ; Πως μιλάς με τον εαυτό σου;
-Ναι...
-Και πως αν ήμουν εδώ μπορεί να μην έλεγα καν τέτοια πράγματα;
-...
-Μπορεί να μην έλεγες καν τέτοια πράγματα. Μπορεί να σε αγκάλιαζα λίγο, ή να με φιλούσες πολύ. Ή απλώς να καθόμασταν και να κοιταζόμασταν μέχρι να με ρωτήσεις πάλι "τι;" για να βεβαιωθείς πως είσαι ξύπνιος.
-Πως το ξέρεις αυτό;
-Ε μεταξύ μας είμαστε...
-Πέφτω έξω;
-Σε γενικές γραμμές;
-Χεχ.
-Σε γενικές γραμμές και μόνο ανά στιγμές ίσως όχι. Μάλλον όχι. Μα έχω υπάρξει εκεί.
-Και θα-
-Και θα ξαναυπάρξω, ναι. Πολλές φορές. Όλες τις φορές.
-Μ.
-Μα κάποιες στιγμές...

Τζούρα.

-...κάποιες στιγμές, δεν είμαι. Γυρνάω πλευρό στο κρεββάτι του κόσμου. Και ας είναι το χέρι σου δυο τρέμουλα πιο 'κει, για λίγες στιγμές δε με αγγίζεις. Κι ίσως και να μη θέλω, όπως μπορεί εσύ να μη θες να σε κοιτώ σαν ξεσπαθώνεις για να αποτελειώσεις ό,τι σου κληρονόμησαν τα παλιά εγκόσμια.
-Πάντα μαζί σου με βρίσκει όμως το πρωί.
-Να το θυμάσαι αυτό, ναι.

Ο μέσος εκτινάσσει την καπνίζουσα γόπα στο κενό.

-Τελικά η πληγή ποια είναι;
-Οι γραμμές στις παλάμες. Όταν αυτές αδειάζουν.

Ανασηκώνεται να τον φιλήσει -με όλους τους τρόπους.
Εκείνος ξυπνά και κοιτά την καφετιά γάτα στο στέρνο του.
Της χαμογελά. Την χαϊδεύει.

-Τι έγινε, τσούρμο θα μας βρίσκουν τα πρωινά;

Εκείνη απλώς γουργουρίζει ήρεμη.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Περιμνημόνια.



-Ένα Davidoff μαύρο.
-Ορίστε αγόρι μου.
-Ευχαριστώ.
-Εγώ ευχαριστώ, στο καλό.
-Καλή σας μέρα.

Δεν έχει μεταλλικό ήχο. Δεν έχει φυτίλι.
Όχι σήμερα.
Σήμερα είναι ένας φτηνός πλαστικός αναπτήρας που 'χει πάνω του στάμπα τη διεύθυνση ενός κλαμπ στα Εξάρχεια.

Τη δουλειά του την κάνει.

Το αγόρι κοιτά τον φύλακα. Ψηλός, χαζός και άχαρος μα συμπαθής όπως πάντα. Και ο χρόνος τον συμπαθεί καταπώς φαίνεται.

Μια τζούρα. Το αγόρι περνάει την πύλη και πλησιάζει τον αγαθό ψηλολέλεκα.

-Συγγνώμη, η γραμματεία επάνω έχει ανοίξει;

Το βλέμμα του φύλακα είναι ανάστατο. Κοιτά τα μακρυά μαλλιά του αγοριού, το μαύρο του παλτό και το λευκό του τσιγάρο. Ο φύλακας είναι πρωινός τύπος και όλα αυτά είναι κάπως περίεργα. Κοιτά το ρολόι του, ίσως για να βεβαιωθεί-

-Ανεβείτε, κάποιον θα βρείτε.

Μαρμάρινες σκάλες. Στα δεξιά, ένα μικρό κυλικείο, στα αριστερά τουαλέτες και εργαστήρια φυσικών επιστημών. Το φίλτρο πέφτει στο κεφαλόσκαλο και η στροφή κλειστή.

-Καλημέρα. Ψάχνω τον κύριο ΧΧΧΧΧ. Έχει έρθει ή όχι ακόμα;
-Να κοιτάξω.

Γνωστή φάτσα. Κάποτε με αυτή τη βαριά φωνή μανάβη, έλεγες τα δικά σου για τον βάζελο, τους μιγαδικούς αριθμούς και τους δορυφόρους του Δία. Και με αυτό το χέρι που τώρα μπορώ τόσο εύκολα να σπάσω, κάποτε με είχες αρπάξει από το μανίκι. Μα δε θυμάσαι τίποτα από αυτά γιατί δε θυμόμαστε τα πράγματα που κάνουμε από συνήθεια.

-Στις εννιά έρχεται.
-Καλώς.

Το αγόρι κάθεται στο παγκάκι και κοιτά την πύλη απ' έξω.
Τα μεγάλα κάγκελα, τα βαριά τσιμέντα.
Τους προβολείς στις γωνιές.
Τον αγαθό φύλακα.

Πολλές μικρές σιλουέτες, μικρές τόσο που το αγόρι απορεί για το αν υπήρξε ποτέ έτσι, πλέουν στην μαύρη άσφαλτο του Προαύλιου Ωκεανού, φωνάζοντας μα αμίλητες.

Ένας ήχος που μόνο το αγόρι δείχνει να αντιλαμβάνεται τη λύσσα του, τινάζεται σαν κορδέλα στον κόσμο. Και οι μικρές σιλουέτες φτιάχνουν στρατιές και συντάσσονται.

Η μηχανική φωνή που γεμίζει το σύμπαν, κολλά στα χείλη του αγοριού και αρχίζει να τα κουνά.

"Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς..."

Πόσες φορές το έχει ξανακούσει; Πόσα πράγματα να έχει σβήσει από τον ύπνο που δεν έκανε για να τ' ακούει;

"...γεννηθείτω το θέλημά σου..."

Αλλιώς τι; Αλλιώς έχει ποινολόγιο.

"...αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού, αμήν."

-

Το αγόρι περνάει την πύλη.
Το δεξί του χέρι κρατά το λευκό του τσιγάρο.
Το άλλο, κρατά κάτι σφιχτά και απελπισμένα στην τσέπη του.

Τώρα η γόπα δεν πέφτει στο κεφαλόσκαλο.
Τώρα το θάρρος δεν έρχεται μόνο.

-Ήρθε;
-Θα αργήσει, θα 'ρθει κατά τις 11.30.
-Καλώς, ευχαριστώ.
-Εσύ ποιος είσαι;
-Δε με θυμάστε.

Αλλά εγώ σας ξέρω.
Σας θυμάμαι καλύτερα κι απ' τον εαυτό μου.

Το αγόρι πετάει τη γόπα του μέσα απ' την πύλη και την περνά.
Τραβάει το αριστερό του χέρι μέσα απ' το παλτό του.

Κοιτά την Δανέζικη κορώνα στη χούφτα του.
Χαμογελά.

Η πύλη δεν τον γερνά άλλο.
Και οι ρυτίδες του, ρωγμές στο μαρμάρινο κεφαλόσκαλο.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Travel Blog III

Μπερλίνο!



Sony Center, στολισμένο δισδιάστατα.
Melange με σαντιγύ και κουβερτούλες.



DB Tower και το μπαλόνι που δεν πήγε στον μπαλονοπαράδεισο.



Olympia Stadion τη μέρα που η Hertha έστειλε τη Στουτγκάρδη σπίτι της. Θάνατος στον γέρο δίπλα μου και τον διαιτητή.



Unter Den Linden και κουμπωμένα παλτά.



Πολιτιστικές προσμίξεις στις όχθες του Spree.
Ειδική μνεία στην σερβιτόρα που έπαιζε κάποιο Ορκ στο LOTR.



Potsdamer Brücke. Κίτρινα φύλλα και παρθένες καβάτζες.
Όλα έξω απ' το κατώφλι του ξενοδοχείου, περισσότερα μέσα.



Gedächniskirche. Ωραιότατα καπέλα από πλανόδιους.


Χάμπουργκ!



Εκκλησία του Άι Μιχάλη. Δισδιάστατη.



Καλαμάκια και γλυκά. Όλα στο τετράγωνο.



Δεν είναι Skandinavik, μα είναι όμορφο.



Γιατί δεν γίνεται να είμαστε μόνο με Remarque και Rilke.



Το λιμάνι και το gargoyle. Κατάλληλο για όλους.



Με τις όμορφες πόλεις, ανταλλάζεις όμορφες κουβέντες.



Είχατε και στο χωριό σου κανάλια.



Σε περίπτωση που έχετε ραντεβού στην πλατεία και σας στήσουν. Κρυπτόλεξο.
Και πάλι αμοιβαιότητες ατμόσφαιρας.



Ληστεία. Φέρε ό,τι έχει ζάχαρη και καφεΐνη.
Ξεχωριστά όμως. Είμεθα σοβαροί εγκληματίες.

Ντανμαρκ!



Κυματοθραύστης. Ερασιτέχνες.
Κάτω από τα πόδια μας έχει ένα τραίνο, μέσα σε ένα καράβι.
Παντού συμβολισμοί πια.



Το καλύτερο σημείο για ένα πικνικ.



Ο κακόφημος σιδηροδρομικός σταθμός της πρωτεύουσας της Γιουτλάνδης. Περί τα 40 δευτερόλεπτα πριν την επέτειο της πρώτης μου γέννησης.