Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Loyalty.



Ο Χριστόφορος άνοιξε αργά τα μάτια του και εστίασε το θολό του βλέμμα στο ταβάνι. Πέρασε μια φορά το χέρι του μπροστά από το πρόσωπό του, δύο φορές, τρεις -το άφησε να πέσει άτονο στο στέρνο του.

Αργά γύρισε και κοίταξε τα μακρυά καστανά μαλλιά της γυναίκας δίπλα του. Έφταναν ως το μαξιλάρι του και στις ελαφρές τους καμπύλες γυάλιζε ο Σαββατιάτικος ήλιος. Χαμογελώντας αχνά, τα πήρε ανάμεσα στα δάχτυλά του, έπαιξε λίγο μαζί τους και φίλησε απαλά και προσεκτικά τα χείλη της κατόχου τους.

Ο Χριστόφορος σηκώθηκε και πήγε να ετοιμάσει πρωινό.

Ι.

-...και τελικά η Χριστίνα λέει δε θέλει να το βαφτίσει.
-Ακόμα δεν τον είδαμε...
-Δεν είναι εκεί το θέμα ρε Χριστόφορε, το θέμα είναι το όλο σκεπτικό.
-Εγώ μια χαρά σωστό το βρίσκω. Λες και εμείς που βαφτιστήκαμε τον έχουμε μεγαλύτερο ξέρω 'γω...
-Μα και εγώ συμφωνώ θεωρητικά, αλλά είναι και οι γονείς της στη μέση. Και σιγά πια το κακό να κάνεις μια βάφτιση, από το να φας τη γκρίνια της κάθε θείτσας...
-Ε όχι και σιγά το πράμα, τα λεφτά που τα βάζεις.
-Α, τώρα που πες λεφτά άκου τι μου είπε η Τζένη χθες στο γραφείο...

Η χαρούμενη βοή της φωνής της γέμιζε τα αυτιά του Χριστόφορου και τον έκαναν να χαμογελάει. Όλο αυτό το πεζό και αδιάφορο τιτίβισμα, τα κοινότοπα θέματα για τα οποία δεν έδινε δεκάρα, ο ζεστός καφές και η ζεστή σάρκα που είχε λίγα εκατοστά μακριά του, η σκέδαση του φωτός στο ποτήρι και τα χρώματα που έριχνε στο λευκό τραπεζομάντηλο, τα ανάκατα μαλλιά της, τα λυγισμένα της γόνατα, η πλάτη της καρέκλας, τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι, τα φύλλα έξω απ' το παράθυρο...

Χωρίς να πει οτιδήποτε για να τη διακόψει, ο Χριστόφορος σηκώθηκε γελώντας σιγανά, την σήκωσε στα χέρια του τις ίδιες στιγμές που αυτή σάστιζε έκπληκτη και την ακούμπησε απαλά στον καναπέ. Κοιτώντας την στα μάτια, ξεκίνησε να τη γδύνει.

ΙΙ.

Το μαύρο ασύρματο τηλέφωνο τραγούδησε την μονότονη μελωδία του.
Ο Χριστόφορος άπλωσε το χέρι του-
"Κατά πάσα πιθανότητα..."
-έπιασε το ακουστικό-
"...με παίρνει να με ρωτήσει..."
-το σήκωσε από τη βάση-
"...αν έχουμε αυγά αν είναι να περάσει..."
-πάτησε το πράσινο κουμπί-
"...από το φούρνο."
Το έφερε στο αυτί του.

-Παρακαλώ.
-Χριστόφορε;
-Ο ίδιος.
(Δεν είναι αυτή.)
-Τι κάνεις;
-Ποιος είναι;
(Ανησυχώ.)
-Δε με θυμάσαι;
-Δε μου λέει κάτι η φωνή σας, όχι.
(Ανησυχώ πολύ.)
-Ο Κοσμάς είμαι.
-Ααα, έλα Κοσμά. Τι έκπληξη είναι αυτή;
(Είμαι πανικόβλητος.)
-Πήρα απλά να δω τι κάνεις, πως περνάς...
-Μια χαρά, μια χαρά όλα... Εσύ;
(Γιατί ζεις ακόμα;)
-Μια χαρά και εγώ, όλα εντάξει.
-Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
(Τρέμω.)
-Ανησυχείς ε;
-Όχι. Απλά μου κάνει εντύπωση που με πήρες τηλέφωνο σπίτι.
(Γαμημένε.)
-Σιγά μωρέ, τι έχουμε να κρύψουμε.
-Έλα ντε.
(Στεγνώνουν τα μάτια μου.)
-Τέλος πάντων, μη σε ανησυχώ παραπάνω...
-Που θες;
-Χαλάνδρι απογευματάκι;
-Καλώς. Δε θα κάτσω πολύ.
-Το ξέρω.
-Τα λέμε τότε.

ΙΙΙ.

-Μην ξαναπάρεις σπίτι.
-Καλά μωρέ, πως κάνεις έτσι...
-Όχι "πως κάνεις έτσι". Μην ξαναπάρεις σπίτι.
-Εντάξει, εντάξει. Δε θα ξαναπάρω σπίτι. Πω.
-Λέγε τι θες.
-Εγώ τίποτα. Ο Άλλος θέλει.
-Να πάει να γαμηθεί.
-Να του το μεταφέρω αυτό;
-Ό,τι γουστάρεις κάνε. Λες να τον φοβηθώ;
-...
-Να πάει να γαμηθεί.

Έπιασε το μπουκάλι της μπύρας και το 'φερε στα χείλη του.

-Σου 'χουν φέρει ποτήρι.
-Να σου πω ρε Κοσμά, θα μου πεις τι θες ή θα μου γαμήσεις τη μέρα;
-Ε τι να θέλω ρε Χριστόφορε, να δω τη γαμόφατσά σου θέλω γιατί μου 'χεις λείψει. Τι να θέλω; Ο Άλλος ρωτάει αν σου πέρασε η μαλακία και ψήνεσαι να βγάλεις κάνα φράγκο.
-Μάλιστα. Ωραία, όχι. Είναι σαφέστερο από το "να πάει να γαμηθεί";
-Μαλακίες κάνεις.
-Ό,τι γουστάρω κάνω και δε δίνω λογαριασμό. Πάνε αυτά Κοσμά, τέρμα.
-Δεν τελειώνουν αυτά ρε Χριστόφορε, το ξέρεις.
-Εγώ τέλειωσα. Χέστηκα "τι κάνουν αυτά". Εγώ δεν ξαναλερώνομαι.
-Έτσι λες τώρα...
-Έτσι είναι. Άλλαξα ρε, πως το λένε; Έχω γυναίκα και πάω για παιδί, τέρμα.
-Χριστόφορε. Άκουσέ με. Αυτά τα πράματα δεν είναι απ' αυτά που σου μαθαίνουν στο σχολείο και εκπαιδεύεσαι και γίνεσαι καλός και παίρνεις προαγωγές και μπόνους και κολλητές άδειες σε Σαββατοκύριακα. Γεννιέσαι μ' αυτό. Το ξέρεις. Το κουβαλάς πάντα και παντού. Μπορεί εσύ να λες "τελείωσα" μα ξέρεις καλά πως αυτό ποτέ δε σε αφήνει, απλώς περιμένει το καινούριο αφεντικό. Μα δε μένει άνεργο γιατί ζει μέσα σου και σε ορίζει. Είναι κομμάτι σου, το κάνεις όσο καλά αναπνέεις και καλύτερα, το 'χεις συνηθίσει και μπορείς να το κάνεις δίχως να το σκεφτείς καν και όταν ξανάρθει ο καιρός να βγει στην επιφάνεια θα γουστάρεις όπως γούσταρες πριν αρχίσεις τα πουστριλίκια και τα "τελείωσα". Γιατί αυτός είσαι, πως να το κάνουμε.

Γεμίζει το ποτήρι του.

-Τέλος πάντων, εμένα στα αρχίδια μου, απλώς την πρόταση μεταφέρω. Αλλά σου λέω τη γνώμη μου.
-Μαλακίες λες.
-Καλά.
-Μαλακίες λες.
-Ό,τι πεις.
-Τελείωσα ρε. Τελείωσα. Δεν είναι "αυτός είμαι". Είμαι ευτυχισμένος.
-Το 'χεις ακόμα το όπλο;
-...
-Χεχεχεχ...
-Το 'χω για να θυμάμαι ρε. Για να θυμάμαι τι σκατομαλάκας ήμουν.
-Σκατομαλάκας αλλά γι' αυτό έχεις τα εξαψήφια στην τράπεζα.
-Ναι, για να μοιράζω χήρες και μάρμαρα.
-Και με μεγάλη επιτυχία.
-Τέλειωσα Κοσμά. Κοίτα να κάνεις το ίδιο, δε λέει αυτή η ζωή.
-Εντάξει Χριστόφορε. Συγγνώμη που σ' ανησύχησα, αλλά...
-Καταλαβαίνω.
-Θα το πω στον Άλλο. Θα καταλάβει και αυτός. Θα βρει άλλον.
-Τι να σου πω, "καλή επιτυχία";
-Αντίο Χριστόφορε.
-Αντίο Κοσμά. Κοίτα να προσέχεις.

ΙV.

Χαϊδεύει το μάγουλό της με την ανάστροφη της παλάμης του.
Βρίσκει την άκρη των μαλλιών της πάλι, παίζει ξανά, χαμογελά.
"Σε αγαπάω" σχηματίζει με τα χείλη του.
"Σε θέλω" σχηματίζει με το βλέμμα της.
Βρίσκονται. Ξανά και ξανά και ξανά.
Τυλίγονται και καλύπτονται και διαλύονται.
Μοιράζονται και ενώνονται, πονάνε και μυρώνονται.
Καθώς εκείνη τραγουδά την ηδονή της, αυτός σκοτεινιάζει.
Σκέφτεται το όπλο, δυναμώνει το ρυθμό, θυμάται τ' όπλο.
Σκέφτεται το αίμα, αυξάνει την ένταση, θυμάται αίμα.
"Έλα σε μένα, έλα σε μένα" ουρλιάζουν οι αναστεναγμοί.
"Δεν ξέρω τίποτα για τον παλιό Χριστόφορο" πείθεται εκείνος.
Όλα έχουν αλλάξει, όλα έχουν τελειώσει -μπορεί να ήταν και σε εφιάλτη.
Σκύβει πάνω της και την βαραίνει με τον εαυτό του
Ξαποσταίνει τη σάρκα του σε αυτή και όλη η κόλαση που ήταν κάποτε σπάει σε κομμάτια, στάζει στα στήθη της και εξατμίζεται.
Οι ανάσες γίνονται γρυλίσματα, τα γρυλίσματα βροντές
οι βροντές μια διπλή καταιγίδα που απλώνεται μαύρη και λαμπρή και τα σβήνει όλα, τα τελειώνει όλα και δε μένει τίποτα
παρά μόνο δυο κορμιά που φωτοβολούν στο υπέρυθρο φάσμα
και δυο ψυχές που ακινητούν η μια πάνω στην άλλη.

Και το όπλο στο συρτάρι, ανάθεμα κι αν ξέρει κανείς τι είναι.

V.

-Σας παρακαλώ, πάρτε ό,τι θέλετε αλλά μη μας πειράξετε...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Τα κοσμήματα είναι στο τρίτο συρτάρι...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Και λεφτά, μισό λεπτάκι, τα λεφτά...
-Χριστόφορε κάνε κάτι!!!
-Να, εδώ, όσα έχω πάνω μου, όσα είναι στο σπίτι...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Θα κάτσουμε εδώ, πάρτε ό,τι θέλετε και φύγετε...
-*άγνωστη γλώσσα*
-Εδώ θα κάτσουμε...

Τα πάντα μαυρίζουν στιγμιαία.
Ανοίγει τα μάτια, βλέπει το πάτωμα.
Από το στόμα του στάζει αίμα.
Από τα αυτιά του κρέμονται ουρλιαχτά.

-Χριστόφορε!!! Χριστόφορε σταμάτησέ τον!!!

Στα μάτια του πλέει ένα νυχτικό που κυματίζει στον αέρα.
Δυο γνώριμα στήθη και δυο παράταιρα χέρια.
Δεύτερη μαυρίλα, περισσότερος πόνος, πάτωμα ξανά.

-Σας παρακαλώ... Πάρτε...

Η μύτη μιας μπότας πολιορκεί την κοιλιά του.

-Χριστόφορε σώσε μας!!!

Θυμάται τα όμορφα πρωινά. Τον ήλιο να γυαλίζει στα σερβίτσια.

-Χριστόφορε!

"Σ' αγαπάω" ψελλίζει και άλλη μια κλωτσιά τον βρίσκει στα νεφρά.

Θυμάται τις άγιες νύχτες και τις γεμάτες μέρες, θυμάται τη ζωή.
Θυμάται την γαλήνη και την ζεστασιά, τα χαλιά το χειμώνα...

-Βοήθα με!!!

...και τη βεραντούλα το καλοκαίρι και τα ανοιχτά παράθυρα στο ντιβάνι...

-Σώσε με!

...και την εκδρομή στο Πήλιο και τότε που είχε μεθύσει και την κουβαλούσε...

-Σώσε με...

Θυμάται πως ήταν να ζεις και χαμογελά και σηκώνεται.

Το μαχαίρι χώνεται βαθειά στον αριστερό του ώμο, το τραβά και σκίζει τον άνδρα απέναντί του από τη λεκάνη ως το διάφραγμα. Αυτός σαστίζει μα δεν πέφτει και ο Χριστόφορος του κόβει δυο φορές το λαιμό.

-Χριστόφορε!!!
-Σκάσε.

Το λέει ήρεμα, μα ακούγεται πάνω απ' όλες τις άγνωστες βρισιές και τους λυγμούς.
Το λέει ήρεμα, μα το ακούει και ο ίδιος.

Ο άνδρας απέναντί του φωνάζει κάτι στη γλώσσα του δείχνοντάς την.
Ο Χριστόφορος καταλαβαίνει και πισωπατεί. Φτάνει κοντά στο κομοδίνο.

Οι φωνές του άνδρα γίνονται προστακτικές.
-Δεν καταλαβαίνω τι λες.

Ο Χριστόφορος πετά το μαχαίρι και ανοίγει το συρτάρι φανερά και ψύχραιμα.
Βγάζει έξω το πιστόλι, το απασφαλίζει, εφαρμόζει τον γεμιστήρα και το οπλίζει.

-Χριστόφορεεεε...

Το μαχαίρι του άνδρα έχει χαράξει το λαιμό της προειδοποιητικά.
Ο Χριστόφορος χαμογελά.

-Δε το κάνεις καλά.

Σηκώνει το πιστόλι και την πυροβολεί μια φορά στο μέτωπο.
Αυτή σωριάζεται και ο άνδρας κοιτά αποσβολωμένος.
Δεύτερη σφαίρα στο αριστερό γόνατο του άνδρα, τρίτη στο δεξί.
Άλλες δύο σε κάθε αστράγαλο.

Παίρνει ένα τσιγάρο από το πακέτο της και το ανάβει.

-Και τώρα θα παίξουμε.

Ο άνδρας βλέπει τον Χριστόφορο να σηκώνει το μαχαίρι από το πάτωμα. Ωχρός και αιμόφυρτος, κατουριέται.

VI.

-Εμπρός;
-Έλα Κοσμά.
-Χριστόφορε; Τι έγινε ρε, ξέρεις τι ώρα-
-Σκάσε.
-...
-Πες στον Άλλο κανονίστηκε.

10 σχόλια:

  1. Πω!Μονορούφι.

    Ο άνθρωπος δεν αλλάζει?

    (δλδ είναι σαν το once you go black you never go back ένα πράμα??)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν είμαι βέβαιος. Υποθέτω πως είναι κάπου ενδιάμεσα από το "αλλάζει-δεν αλλάζει". Επειδή έγινες πιλότος δε σημαίνει πως δε θυμάσαι πως να κάνεις ποδήλατο. Αντίστοιχα, κάποια στιγμή μπορεί να απέρριψες έναν τρόπο ζωής και να δόθηκες (ειλικρινά, όχι αυθυποβαλλόμενος) σε αυτόν -αυτό δε σβήνει όλα όσα έμαθες από τον παλιό. Απλώς επιλέγεις να μην τα χρησιμοποιείς.

    Σε αυτά έχω καταλήξει, αυτό για το οποίο αναρωτιέμαι στην ουσία είναι το εξής: έστω ότι διαχωρίζεις καταστάσεις και λες "με τους καλούς καλούς και με τις γάτες σκύλος" (το ακούω και συχνά τελευταία). Υπάρχει κάποιου είδους εγγύηση πως δε θα εισβάλλει η μία τροπολογία στην άλλη; Είναι βέβαιο πως θα εκτελείς εν ψυχρώ μόνο μαυροντυμένους αλλοδαπούς και δε θα σε κατακλύσει ο παλιός σου εαυτός σβήνοντας όλα τα σύμβολα του καινούριου σου;

    Και τι σκατά είχε τέλος πάντων μέσα το πρωινό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Α,δλδ ήταν εισβολή η σφαίρα στην γκόμενα.
    Νόμιζα ότι την έστειλε από το συνδυασμό "αγάπη"-"τύψεις που δεν θα έχει ποτέ αυτήν την ηρεμία που νόμιζε ότι θέλει".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Για ό,τι θες το έκανε, το θέμα είναι πως το έκανε όπως πριν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. το μονο που σας χρειαζεται ειναι λιγο χιονι οξω απο το παραθυρο.
    κατατα, ουτε πουλι πετουμενο και πλερεζες σαπιο μηλο.

    παω βρω πιτσιρικια χαλασω χιονανθρωπο:Ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Κανόνισε να λιώσουν μέχρι να ομορφύνω το Βορρά σας.

    Κατά τα άλλα, έφερες το ρομαντισμό στην ωμή μου βία, συγχαρητήρια, άκλαφτο πήγε το σκληρό image μου =ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. καταλαβαίνω που το πας αλλα με απογοητεύεις εδώ. πολύ απότομη η αλλαγή του χριστόφορου και μιας και δεν ξέρουμε τίποτα γι'αυτόν... λίγο εύκολη λύση απλά να τους την πέσουν κλεφτρόνια και να ξυπνήσει ο δολοφόνος μέσα του - θα πείς "δεν κοιμήθηκε ποτέ" αλλά αν είναι όντως έτσι έπρεπε να το δείξεις περισσότερο.

    σε ζηλεύω που μπορείς να χρησιμοποιείς λέξεις όπως "σκέδαση" σε τέτοιου είδους γραπτό και να μην φαίνεται γελοίο πάντως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Νόμιζα ότι έχεις συνηθίσει να με βλέπεις να βαριέμαι το χτίσιμο. =ρ Στο τέλος θα καταλήγω να γράφω στη μορφή [Περίληψη της υπόθεσης] + [Το τέλος για το οποίο γράφτηκε στην ουσία όλο το μπλιμπλίκι].

    Πέραν αυτού, ο Χριστόφορος είπε πως ήταν κλεφτρόνια, όχι εγώ. Προσωπικά κρατάω μια πισινή, όπως λες, πολύ βολικό.

    It means Luca Brasi sleeps wit' the fishiez.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ε ναι, συμφωνώ, οι συνήθεις ύποπτοι ήταν συμπαθέστατο εργάκι.

    "They ruined me in there!"

    Χα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Με γονάτισες, με την περιγραφή.
    Έντεκα και μισή το πρωί, με τη τσίμπλα στο μάτι και το τσάι στο χέρι. Να μυξοκλαίω.
    Α πα πα...

    Πάω να διαβάσω κανα κόμικ τώρα..

    α-μπε-μπα-μπλομ-του-κηλ-ορ-νοτ-δε-μπλοντ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή