Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Home.



Τα πάντα είναι σε τάξη.

Το τασάκι έχει τοποθετηθεί με την υποδοχή να βλέπει στις 45 μοίρες του 4ου τεταρτημόριου του κύκλου, αν και το τασάκι είναι τρίγωνο. Έτσι, για κάποιον δεξιόχειρα, η διαδικασία εναπόθεσης του τσιγάρου διευκολύνεται.

Το τηλεχειριστήριο του air condition είναι σε απόσταση βολής από το αριστερό χέρι. Το πακέτο τσιγάρα το ίδιο -απέναντι στέκει ο zippo, με τον άξονα προς τα αριστερά για να ανοιχτεί εύκολα από τον δεξί αντίχειρα.

Τα πιάτα είναι πλυμμένα. Τα καλύμματα των καναπέδων στη θέση τους, τα μαξιλάρια στις γωνίες συμμετρικά.

Όλα είναι σε τάξη.

Το κρεββάτι ξαναστρώνεται κάθε μέρα, οι μεγάλες διακοσμητικές μαξιλάρες ξαναμπαίνουν στη θέση τους, η κουρτίνα μισοτραβιέται εξίσου κι απ' τις δύο πλευρές.

Συγύρισα και την κουζίνα -τα βαζάκια με τα μπαχαρικά ταξινομημένα, οι καφέδες σε σειρά συχνότητας κατανάλωσης, το χερούλι του βραστήρα προς τη μεριά αρπαγής, η μηχανή capuccino ετοιμοπόλεμη.

Όλα εντάξει.

Ό,τι χρησιμοποιείται ξαναμπαίνει στη θέση του το συντομότερο δυνατόν.
Ελέγχω περιοδικά το τσιμεντένιο κάστρο. Είναι σα να μην κατοικείται.
Δεν υπάρχουν τσαλακωμένα ριχτάρια, βαθουλωμένα μαξιλάρια, μυρωδιές.

Όλα εντάξει.

Δεν υπάρχουν λίστες για ψώνια, σημειώσεις, υπενθυμίσεις, ραντεβού.
Δεν υπάρχουν απρόοπτα, όλα είναι έτοιμα, υπό έλεγχο, στη θέση τους, στο πόστο τους, στο κουτί τους, στο κελί τους, στον τάφο τους.

Όλα εντάξει.

Ξανά και ξανά κάθε μέρα, το λογικό οικοδόμημα επιδέχεται της ίδιας διαδικασίας συντήρησης. Η μέθοδος, πανομοιότυπη και λειτουργική.
Αποτελεσματική. Αν αναμένονταν επισκέψεις, θα ήταν όλα στη θέση τους -το ίδιο κι αν η επίσκεψη ήταν απροσδόκητη. Όλα ΟΚ, όλα έτοιμα.

Στον ύπνο μου μεταμορφώνομαι σε μεγάλη ηλεκτρική σκούπα, σε μοιρογνωμόνιο, σε γλώσσα μηχανής, σε γραμμή παραγωγής, σε γωνία χαρτοκιβώτιου, σε αντισηπτικό νοσοκομείου. Στον ύπνο μου μπορεί και να κλαίω, δεν ξέρω, το θέμα είναι πως εκεί που έχω λόγο, όλα βαράνε προσοχή, στη γραμμή, στοιχισμένα, εναρμονισμένα με το στανιό.

Όλα σε τάξη.

Σκέφτομαι προς τα πίσω, μερικές φορές, και προσπαθώ να θυμηθώ πότε σταμάτησα να μαραίνομαι χωρίς να το δικαιούμαι. Πάω αρκετά πίσω για να το βρω και στεναχωριέμαι λίγο για το χαμένο χρόνο και για το χαμό γενικά. Δε σκέφτομαι πολύ συγκεκριμένα. Τις προάλλες ξαναδιάβαζα τον Μαύρο Οβελίσκο και είδα την ατάκα που λέει πως δε μας λείπουν μέρη ή πρόσωπα, παρά μονάχα ο εαυτός μας όπως ήταν τότε και εκεί. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος αν μου λείπει ιδιαίτερα ο εαυτός μου. Όχι ότι μου λείπουν μέρη ή πρόσωπα δηλαδή, έχω μονάχα μια τεράστια μυλόπετρα εκεί που χωρίζει το στομάχι απ' τους πνεύμονες όταν σκέφτομαι πως κάποια πράγματα μεγαλειώδη στην εποχή τους, έχουν χαθεί για πάντα. Διάφορα πράγματα, μικρά και μεγάλα. Το δάσος στο φράγμα του Μαραθώνα για παράδειγμα. Ή ένα μαγαζάκι γεμάτο παραμυθοπράγματα στο Βατικανό. Μια pub στο Gammeltorv. Ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Καστέλλι. Μια παραλία στη Χαλκιδική. Ένα αεροδρόμιο στην Αλεξανδρούπολη, μια μπάλα στη Βόρεια Εύβοια, το λεωφορείο 14, μια πανσιόν στην Τσεχία, ένα διαμέρισμα στην Ηρώων Πολυτεχνείου στη Λάρισα, ένα μπαλκόνι στα Χανιά, ένα γήπεδο στο Βερολίνο, ένα μαχαίρι στη Strandvejen, ένα ρολόι σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Όλα εκείνα τα πράγματα που εξίμισι δισεκατομμύρια άνθρωποι θα βαριόντουσαν να διαβάσουν και να ρωτήσουν γι' αυτά, όλα εκείνα τα πράγματα που είτε πιο αργά, είτε πιο γρήγορα από εμένα θα παρέλθουν και θα ξεχαστούν και δε θα έχουν αλλάξει τίποτα για κανέναν εκτός από εμένα, εμένα που νοιώθω το στέρνο μου να ραγίζει από όλα αυτά τα συσσωρευμένα πράγματα που δεν έχω με ποιον να μοιραστώ και που δε θα έχω ποτέ κανέναν να τα αφήσω, όλα αυτά τα πράγματα που μέσα στην αιώνια ασημαντότητά τους είχαν όλη τη σημασία του κόσμου μα σκοτώθηκαν πριν ξεφτίσουν.

Σκέφτομαι προς τα πίσω και προσπαθώ να θυμηθώ πότε άρχισα να ζω, έστω και σε δόσεις και προσπαθώ να θυμηθώ πότε άρχισαν να με μεθούν όλα εκείνα που δεν ήταν σε τάξη και δεν τακτοποιούνταν. Και διάβασα το Μαύρο Οβελίσκο πάλι, μα σοβαρά, δε μου λείπει ο εαυτός μου, αυτά μου λείπουν. Είναι πολλά, μικρά και στιγμιαία, συνδεδεμένα με πλάσματα τώρα νεκρά μέσα στην αλλαγή που υπέστησαν μες στον καιρό, συνδεδεμένα με στιγμές που δεν επαναλαμβάνονται, ίσως να 'ταν ασήμαντα, δεν ξέρω, μα είναι χαμένα για πάντα κι εγώ τα θυμάμαι και δεν έχω σε ποιον να τα πω παρά σε μένα κι αυτό, όπως και να το κάνεις, κάποιες στιγμές, ειδικά τις νύχτες, πονάει κάπως.

Τώρα τα πιάτα θα έχουν στεγνώσει και είναι καιρός να μπουν στη θέση τους, τα ρηχά δεξιά, τα βαθιά αριστερά. Αύριο, λογικά, θα ξυπνήσω πάλι, θα ντυθώ και θα στρώσω το κρεββάτι σα να μην κοιμήθηκε κανείς εκεί. Σα να μην έχει κοιμηθεί ποτέ κανείς εκεί. Και θα πιω τον καφέ μου κοιτώντας γύρω και βλέποντας πως όλα είναι σε τάξη. Και έτσι, δε θα μου λείψει ποτέ τίποτα από όλα αυτά. Και θα 'ναι όλα σα να ετοιμάζομαι να φύγω για ταξίδι.