Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

For absent friends.


Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Der Turm.

Δεν είναι όλων των ανθρώπων οι λέξεις ίδιες.
Για κάποιους είναι οι ήχοι της αγέλης, οι συλλαβές που μπορούν να αντιγράψουν μαζί με την ψευδαίσθηση της κατανόησης. Είναι η άρθρωση της συμφωνίας τους σε αυτά που δε μπορούν να μάθουν μόνοι τους να γράφουν. Είναι μια σακατεμένη αλφάβητος που ταιριάζει στις σημερινές δηλώσεις ενός παρασιτικού Τώρα, φθόγγοι που αύριο θα μυρίζουν ληγμένα συντηρητικά.

Δεν είναι όλων των ανθρώπων οι σιωπές ίδιες.
Για κάποιους δεν είναι το προϊόν μιας απόφασης, δεν είναι η μήτρα μιας διαδικασίας. Είναι απλώς και ακριβώς όσα μπορούν να πούνε, είναι η τέλεια σιγή ελλείψει εγγενούς θορύβου, ελλείψει μιας αταξίας που θέλει το χρόνο της ώστε να γίνει συμπέρασμα. Για κάποιους η σιωπή δεν είναι επιλογή, είναι η φυσική απουσία οποιουδήποτε εαυτού.

Δεν είναι όλων των ανθρώπων τα δάκρυα ίδια.
Για κάποιους η ροή είναι εκ φύσεως μονοδρομημένη, πάντα και μόνο από τον κόσμο προς αυτούς, πάντα και μόνο με αιτίες που δεν γεννήθηκαν μέσα τους. Ξένες λέξεις, ξένες πράξεις, ξένα ανικανοποίητα: δάκρυα παιδιών, πάντα και μόνο για αυτά που τους συμβαίνουν (ή δεν τους συμβαίνουν ενώ θα ήθελαν) μα ποτέ γι' αυτά που είναι (ή δεν είναι ενώ θα έπρεπε) οι ίδιοι.

Δεν είναι όλων των ανθρώπων η θέληση ίδια.
Για κάποιους υπάρχει μόνο ο στόχος εν συναρτήσει των άλλων, ο ορισμός σύμφωνα με τη θέση του όρου σε μια έτοιμη πρόταση τρίτων. Ψυχρόαιμες αναζητήσεις στην ουσία τους, ετερόφωτες τροχιές στον πυρήνα των αξιών τους. Ένα παζάρι από μπαλώματα και στολίδια που υφαίνεται στο ανδρείκελο ενός εαυτού.

Δεν είναι όλων των ανθρώπων το πεπρωμένο ίδιο.
Για κάποιους είναι η αβασάνιστη πορεία προς ένα αμνημόνευτο τέλος, μια μεγάλη σειρά ατυψεί ανταλλαγών δέρματος για δέρμα, μια αλληλουχία ανώνυμων αναμνήσεων σαν λίστα με βαθμολογίες σε εξετάσεις που δεν μετράνε πουθενά -και τίποτα. Ανώδυνα βήματα, πάντα ανάμεσα και ποτέ προς κάπου, πάντα μέχρι τώρα και ποτέ μέχρι εκεί, ένα νανούρισμα για αυτά τα παιδιά που μπερδεύονται όταν αλλάζει η μελωδία.

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι.
Για κάποιους οι λέξεις είναι απλώς χρήσιμες, οι σιωπές η φυσική τους προσφορά. Για κάποιους ανθρώπους τα δάκρυα είναι αντίδραση σε ερέθισμα, το αντανακλαστικό ενός εντόμου. Για κάποιους ανθρώπους ο σκοπός είναι το άθροισμα των ξένων εννοιών, η ομογενοποίηση με το συλλογικό μηδέν και η αφομοίωση με το εκατομμυριοστό τίποτα -και η μοίρα τους είναι να μιμούνται, να ανακλούν και να χρησιμοποιούνται.

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι.
Εκτός απ' αυτούς.

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Ci?



Ξέρω ακριβώς τι θέλω να σου πω, αλλά δεν ξέρω πώς να αρχίσω.

Η αρχή είναι πάντα το δυσκολότερο κομμάτι, λένε. Υπάρχουν παροιμίες, τσιτάτα για εμψύχωση, ελεγείες και ωδές στο πρώτο βήμα. Υπάρχουν τόσες τοποθετήσεις, τόση παραφιλολογία γύρω από την αρχή όση δεν θα υπάρξει ποτέ για το ενδιάμεσο ή το τέλος. Ακόμα και αυτό τείνει να αντιμετωπίζεται ως η ευκαιρία για νέες αρχές. Και βγάζει νόημα όλο αυτό, το ενδιάμεσο έχει το μονοπάτι για ουρά και το τέλος την πολυτέλεια του αδιεξόδου.

Δεν ξέρω πώς διάολο να αρχίσω. Καιρό τώρα. Ξέρω τι θέλω να σου πω, ξέρω πώς θέλω να τελειώσω. Είναι μέχρι να βρω την πρώτη λέξη, το ξέρω, ή μέχρι να μου τη δώσεις εσύ, αλλά μέχρι τότε θα ανησυχώ πως τέτοια λέξη ίσως και να μην υπάρχει.

Ξέρω πως δε θέλω να σου μιλήσω για τα διάφανα, τα παιδικά μας λάθη. Δεν ήταν πολλά, αλλά ήταν όσα χρειάζονταν. Δεν ήταν μεγάλα, αλλά ήμασταν περήφανοι. Ανηλεείς απέναντι σε όποιον λέρωνε τους εαυτούς μας, ακόμα κι αν ήμασταν εμείς.

Ξέρω πως προσπαθούσες να σβήσεις τις άσχημες λέξεις απ' τα παλιά που βάραιναν τις φλέβες μου. Θυμάμαι το λευκό σου χεράκι να τις τρίβει παραπονεμένα λες και δεν είναι εκεί για πάντα, λες και αρκούσε οποιαδήποτε ποσότητα μέλλοντος για να μουτζουρώσει το παρελθόν. Και όσο προσπαθούσες, τόσο τις πίεζες πιο βαθιά, μα ήμασταν παιδιά και νομίζαμε πως τα χειρότερα είχαν περάσει.

Ξέρω πως η αρχή μας χαρίστηκε και πως το ενδιάμεσο θα κρατήσει για πάντα, έστω σε λέξεις στις άκρες ενός νήματος που δε θυμόμαστε πια ακριβώς από που ξεκινάει. Μας έχουν μείνει τα πορίσματα, το καταστάλαγμα, η φωτογραφία μιας εποχής που θα 'ναι πάντα όμορφη και πάντα αμετάκλητη και κατά φύσιν πια δίχως νόημα. Κάτι σαν ανάμνηση ενός ταξιδιού σε ένα μέρος που πια δεν υπάρχει.

Ξέρω πως πήγαμε ο καθένας πολλά, ή μεγάλα, ταξίδια από τότε. Ξέρω πως είδαμε πράγματα που δεν υπήρξαν ακόμα εκεί που πήγαμε, ίσως να μην υπήρχαν και ποτέ -τώρα τέτοιες αλήθειες είναι ανώδυνες. Δε θα μάθουμε ποτέ πόσα από αυτά ήταν απαραίτητα εν τέλει και δε θα χρειαστούμε ποτέ να το μάθουμε. Δε μας άρεσε ποτέ να θυμόμαστε γιατί ήμασταν τυχεροί, γιατί, σου ξαναλέω, η αρχή μας χαρίστηκε.

Δεν ξέρω πώς διάολο να αρχίσω. Ξέρω τι θέλω να σου πω, ξέρω πώς θέλω να τελειώσω. Είναι μέχρι να βρω την πρώτη λέξη, το ξέρω, ή μέχρι να μου τη δώσεις εσύ, αλλά μέχρι τότε θα ανησυχώ πως τέτοια λέξη ίσως και να μην υπάρχει.

Ξέρω πως αυτό θα μπορούσε να είναι ένα γράμμα από αυτά που αφήνει κανείς στα μνήματα. Και ξέρω πως αν υπήρξε θάνατος, αυτός ήταν για μια φορά τουλάχιστον γενναίος. Από αυτούς τους αμοιβαίους, που οι δρόμοι χωρίζουν μαζί. Το ομορφότερο οξύμωρο στο τέρμα του τέλους.

Και δε μου αρέσει να θυμάμαι, αυτό στο υπόσχομαι, σχεδόν δεν ξέρω πια πώς να το κάνω. Τα δάχτυλά σου θα 'ναι πάντα πάνω στις λέξεις που δεν μουτζουρώθηκαν, μα σαν κι αυτές, είναι απλώς ένα παλιό εισιτήριο.

Ξέρω ακριβώς τι θέλω να σου πω, αλλά δεν έχω πια τις λέξεις που πρέπει κι εσύ δε θα μου τις δώσεις.

Ξέρω τόσα πολλά μα δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να μην τα 'χεις ξεχάσει. Στο κάτω-κάτω, μπορεί να είμαστε ακόμα παιδιά όταν νομίζουμε πως τα καλύτερα έχουν περάσει. Και τα ταξίδια που κάναμε χωριστά, μήπως δεν ήταν όμορφα; Και αλήθεια σου λέω, ξέρω πως ακόμα υπάρχουν αρχές που χαρίζονται και ξέρω καλά και άλλα ενδιάμεσα που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απ' τα παλιά -γιατί, γιατί μπορεί να μας έχει μείνει λίγη τύχη ακόμα.

Και ξέρω τι θέλω να σου πω, θέλω να σου πω πως παρ' όλα αυτά, κανείς δεν ήξερε να πεθαίνει σαν εσένα. Κανένα τέλος, ποτέ, πουθενά, σε κανένα ταξίδι, δεν ήταν πιο αντάξιο του δρόμου, πιο τίμια αποπληρωμή της χαρισμένης αρχής.

Ξέρω ακριβώς τι θέλω να σου πω γαμώτο,
αλλά δεν ξέρω πώς να ξαναρχίσω.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Scar tissue names.











I rest my head against the window
Close my eyes
And think of the fires
Think of the hands on the floor
The sound of dripping
The fear of calendars
And the white hills of heaven.

I think of your softness
And the grinder behind your smile
I think of your need
Your little hand seeking my palm
The red marks it leaves on my skin
And the white hills of heaven.

I think of armored cement
And the brick fingers of our city
I think of fleas and ticks
And clocks and the sun on your pillow
I think of a kiss without a name
And the white hills of heaven.

I think of your wrists
I think of more alcohol
I think of the happy days
How easily they fell
I think red, red thoughts
And of the white hills of heaven.

I race my thoughts through the days
Breaking myself
As I collide with ghosts
But there's no choice, not anymore
I hope this road reaches home
And the white hills of heaven.

I try to end once and for all
Wherever it may be inflicted on you
But it heals too fast
And there's always more, more for you
Another day when the sun shines behind me
And on the white hills of heaven.

I rest my head against the window
Try to remember every whisper
But all I can mutter are her words
"In the end, it's gonna feel
like it never happened."
And a smile to burn all smiles
A smile to burn the whole wide world
And the white hills of heaven.

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Class.













Δεν έμειναν πολλοί τώρα πια.

Από τη μία, εμείς. Με το βάρος της θέλησης, με τον μονόδρομο της μετάβασης. Το χρέος της εγκατάλειψης αυτών που περπατάνε με τα γόνατα. Εμείς με την ευθύνη του δρόμου που δεν έκρυβε ποτέ καμία υπόσχεση. Εμείς που χαμογελάμε με τα δόντια σφιγμένα όταν μας μιλούν τα ιδανικά μας.

Και δίπλα μας, οι άλλοι. Με έναν μικρό δωρεάν χάρτη στα λόγια τους και ένα μολύβι στη δικιά μας γλώσσα. Με τις όμορφες πράξεις τους για άσχημους λόγους, με την παράλυση για λύση όταν αρχίζει το τρέξιμο. Αυτοί με το ρολόι στην πλάτη τους, εκεί που κανένας καθρέφτης δε βοηθάει να δεις. Οι άνθρωποι που περνάει η ζωή από μέσα τους και νομίζουν πως και το αντίθετο είναι το ίδιο. Οι άνθρωποι που περνάς από μέσα τους, αυτοί που δε θα βρεις εκεί που θα 'σαι αύριο, οι άνθρωποι που έχουν μόνο μια ημερομηνία.

Δεν έμειναν πολλοί τώρα πια.

Φοβάμαι για αυτούς που μένουν να βρεθούν.
Φοβάμαι μήπως αυτό σημαίνει πως τους προφτάσαμε.
Φοβάμαι μήπως μας περίμεναν.
Φοβάμαι τι θα στέκει αντίκρυ τους όταν μας χαιρετήσουν.

Από τη μία εμείς. Εμείς με την ανάγκη να υπάρχουμε πάνω από ένας, εμείς με την δίψα για αιτίες λαθών. Εμείς που λέμε "οι άλλοι" εύκολα, μα μας πονά η μοναξιά της ευκολίας. Εμείς που θέλουμε κι άλλους, όχι απλώς για σήμερα μα για Εκεί.

Και απέναντί μας, οι άλλοι, με τις ευκαιρίες τους να στερεύουν απ'τα τόσα λάθη που ήπιαν οι αδερφοί τους. Απέναντί μας αυτοί, οι άνθρωποι που θα αδικήσουμε χίλιες φορές μα όχι όλες εις βάρος τους. Οι ανίκητοι, καινούριοι άνθρωποι, με ιστορίες που μπορείς να καταλάβεις αν όχι να θυμηθείς. Με όνειρα που μπορείς να παραγγείλεις και με πόνο που φεύγει αν δε τον σκέφτεσαι.

Δεν έμειναν πολλοί τώρα πια.

Εμείς που δεν θέλουμε πια να χρειάζονται λόγια
Και οι άλλοι, που δεν έχουν τι να μας πουν.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Sunger.









Τρία πράγματα είναι βέβαιο πως θα σε κρατήσουν ξύπνιο μέχρι το γαμημένο χάραμα. Η πείνα, ο έρωτας και ο θυμός. Και έχω την υποψία ότι ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Ή βασίλειο. Ή γένος. Δεν ξέρω, δεν ήμουν ποτέ καλός στην ταξονομία. Είμαι καλός στην ταξινόμηση όμως και ως εκ τούτου ξέρω πως ούτε πεινάω, ούτε ερωτοχτυπημένος είμαι. Θυμωμένος είμαι, με το άσχημο μέλλον που οφείλω. Τα αναγκαστικά και ταυτόχρονα περιττά. Προσπαθώ να σκέφτομαι πιο βραχυπρόθεσμα, να σκέφτομαι τα όμορφα πράγματα που, ταξινομημένα, με περιμένουν από αύριο. Τα πράγματα που είναι για εμένα. Δεν πολυπιάνει. Προσπαθώ να σκέφτομαι ακόμα πιο μακροπρόθεσμα, γιατί και αυτό ταξινομημένο είναι, προσπαθώ να κρατάω ό,τι προσφέρεται αφήνοντας απ' έξω αυτά που όσα ευτελίστηκαν μου προκαλούν, χωρίς να αρνούμαι έστω και αυτά τα ευτελή. Δεν πεινάω. Απλώς δε με νοιάζει να σώσω και τίποτα απ' τα δόντια, απ' το σάλιο μου. Όλα στο ίδιο οξύ, μεγάλα παιδιά είμαστε όλοι, γιατί να σβήνω εγώ τη λάμπα μου για να σώσω τα έντομα; Ούτε στην οικολογία είμαι καλός. Μόνο με την εξέλιξη τα πάω καλά και αυτή θέλει θυσίες. Θέλει να διαλέξεις πλευρά. Από τη μία η αγέλη και από την άλλη η φωλιά. Διαλέγω πάλι το δεύτερο. Το μόνο που χάθηκε είναι η ταξονομία που λέγαμε, τώρα οι λύκοι έχουν την ίδια γεύση με τα πρόβατα. Τα υπόλοιπα είναι λέξεις. Και οι λέξεις ξεχνιούνται, αλλάζουν και σβήνονται. Θυμώνω με τις τελευταίες που έχω να πω γιατί κάθε λέξη είναι πια μικρή μπροστά στην τυφλή, ελεύθερη σειρά πράξεων που με όρκισε αδέσποτο. Θυμώνω με το στόμα μου όταν μιλάει, τώρα που ξέρω τον πραγματικό του σκοπό.

Κι όταν χαμογελάει με τον καινούριο του τρόπο, καταλαβαίνω πως δεν ξέρω τι θα γίνει [ότ]αν ξεχάσω το θυμό, τον έρωτα και την πείνα. [Ότ]αν οι λέξεις ξεχαστούν και αλλάξουν και η φωλιά της επιλογής γίνει αγέλη του εαυτού μου που δε θυμάται τίποτε άλλο από το να ζει και να κοιμάται μέσα στην πείνα, τον έρωτα και τον θυμό, μες στην αγρύπνια των άλλων.

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Ενυδρείο.













Είσαι εσύ. Είσαι κομμάτια. Είναι νύχτα. Χέυδεν, Πατησίων, Σολωμού, Αχαρνών. Στα ωραία. Και είσαι κομμάτια. Έλεγες πριν καν γαμήσεις πρώτη φορά ότι η ομορφιά υπάρχει παντού, μπορείς να τη βρεις σε μια ρόδα αυτοκινήτου βουτηγμένη μέχρι τη μέση στα σκατόνερα. Ισχύει, αλλά επειδή το έλεγες τότε που το λεγες, έλεγες μαλακίες.

Ύπνος στη στάση του λεωφορείου. Οι κάδοι βρωμάνε κάτουρο, έχουν επάνω αφίσες που δε θα ξεκολλήσουν ποτέ, σαν αφροδίσιο ή σαν τις μαλακίες που θυμάσαι κατά καιρούς. Απέναντι περνάει ένα κοριτσάκι από το ανατολικό μπλοκ. Ανήλικο είναι, αλλά ξέρεις τη φάση. Ένας τύπος κλαίει πάνω σε κάτι κούτες, δίπλα σε κάτι παλιά σκυλοσκατά. Εσύ περνάς, ψέμματα, εσύ διασχίζεις.

Έχει κάτι ασπρόμαυρα Α3 που βουλώνουν τα φρεάτια, το νερό βρωμάει. Η πλατεία είναι φωτισμένη, τσάμπα ρεύμα. Κάνα δυο σε κόβουν, οι μισοί ασφαλίτες, οι άλλοι μισοί σουγιά, μαλάκες όλοι. Τι θα σου κάνουν; Έχεις προλάβει.

Αύριο θα 'σαι κάπου με κάποια κοπελίτσα και θα πίνεις καπουτσίνο μέτριο. Και θα μιλάτε για ιδέες, θα της λες ότι ακόμα και μια σαμπρέλα καουτσούκ γεμάτη σκατά μπορεί να είναι ωραία. Η μισή θα θέλει να συμφωνήσει, η άλλη μισή θα πίνει και αυτή καπουτσίνο όμως. Ένα κρεββάτι ολόκληρη και η πρώτη τζούρα ξένη, αλλουνού. Του τύπου που ξερνάει στον κάδο και σκουπίζεται στο μανίκι του. Αυτού που μιλάει ευγενικά στον περιπτερά που θέλει να σκοτώσει.

Όλοι οι δρόμοι τα ίδια σκατά, ζέχνουν την ίδια εξωτική ομορφιά. Αφού δεν είσαι για εδώ. Όλα τα συλλέγεις και τίποτα δεν είναι δικό σου. Θα θυμάσαι τον τύπο που πάλευε κάνα δεκάλεπτο να βρει φλέβα μαζί με πλίνθινα σοκάκια σε κάποια χώρα παραπέρα. Θα θυμάσαι βραδιές όπερας μαζί με νοικιασμένα αμάξια που οδηγούσες μέσα από καταυλισμούς. Ο μισός πεθαμένος, ο άλλος μισός ξεσκονόπανο για τα περασμένα. Ολόκληρος κανένας.

Αράζεις σε καταλήψεις. Πιάνεις κουβέντες με μπάτσους. Ακούς γιατί οι γυναίκες είναι πουτάνες από τους λέκτορες στην πιάτσα ταξί. Μαθαίνεις και το ξέρεις, μαθαίνεις όλα τα λάθη με την ελπίδα να προλάβεις να κάνεις την εις άτοπον απαγωγή. Αύριο θα ερωτευτείς κάποια ξεπλυμμένη, κάποια πυρηνοκέφαλη, κάποια μακρυμαλλούσα, κάποια πρασινομάτα και δε θα θες να συλλέξεις, θα θες να σε περισυλλέξουν και να χαμογελάς ακόμα, θα θες να σε απαγάγουν οι φωνές τους όταν τις κάνεις να τελειώνουν. Και η πρώτη τζούρα θα 'ναι πάλι γη.

Δεν ξέρεις αν υπάρχει φυγή. Δεν ξέρεις τι είναι, δεν ξέρεις πως βγαίνει κανείς εκεί από Βικτώρια, δε σε νοιάζει. Δεν έχεις από τι να φύγεις. Έχεις καβάτζα τα ξύδια σου, τις άκρες σου, τα κοριτσάκια στα σεντόνια σου, τον καπουτσίνο στο ψυγείο σου που ξηγιέται ποίηση σε κιλοβατώρες. Θα βρεις κάτι να κλάψεις άμα δεις ότι πας να το χάσεις, θα βρεις καμιά μαλακία να γελάσεις για να νοιώσεις κομμάτι του παζλ. Έχεις πράγματα να πεις. Έχεις τόσα πράγματα να πεις. Θυμήσου τα, σίγουρα έχεις. Σίγουρα έχεις. Όλοι έχουν.

Ζευγαράκια χαζεύουν την Ακρόπολη. Η Διονυσίου Αρειοπαγίτου έχει γίνει τράπεζα σπέρματος, σιχαίνεσαι να αναπνεύσεις την ανθρωπίλα που κρεμάστηκε πάνω στον εαυτό της σαν αυνανισμένο σφαχτάρι. Αλλά αυτό έχουμε, αυτό κάνουμε, δε γαμιέται. Ευτυχία. Λειτουργεί, αλλά δεν υπάρχει αντιπροσωπεία. Δεν υπάρχει εγγύηση. Θα το πεις στη γκοθού που σε κόβει σε λίγο, θα σε πιπώσει δίπλα στο θερινό σινεμά και μετά θα λέτε μαλακίες με Μαλαματίνες. Θα γυρίσεις σπίτι και αν είσαι τυχερός θα 'χεις ξεχάσει τι χρειάστηκε να σκέφτεσαι για να χύσεις.

Έξω απ' τα μετρόπολις σου ζητάνε ψιλά. Δίνεις, σε ευχαριστούν, σε ευχαριστούν ειλικρινά, να 'σαι καλά ρε 'συ, είσαι ωραίος, είσαι ωραίος. Κοιτάς και τα μάτια σου λάμπουν και δεν είναι συμπόνοια, είναι θαπεθάνεις, θαπεθάνεις, θαπεθάνεις, πάρε 50 λεπτά, θαπεθάνεις, θαπεθάνεις. Τελείωνε. Έχεις 50 λεπτά να πεθάνεις.

Σε όλους τους τοίχους, σε όλους τους γαμημένους τοίχους, έχει γράμματα. Έχει λέξεις. Παντού. Πόσο να κοιτάς το πεζοδρόμιο; Κι αυτοί οι τύποι που τις γράψανε, τώρα τι σκατά κάνουν; Την πίνουν και αναλύουν τα κινηματικά τους; Πηδάνε καμιά πάνκισσα που έχει να σηκωθεί πρωί να πάει σπίτι να ξυπνήσει την αδερφή της για το σχολείο; Και μετά τι, θα 'χουν περάσει κάνα δυο δεκαριές χρόνια και θα διαβάζει η επόμενη βάρδια τις ίδιες προκηρύξεις; Θα μου ζητάνε οι γιοι των ίδιων μπάτσων ταυτότητα; Θα θυμάμαι τι σου ψιθύρισα το πρωί πριν φύγεις; Θα θυμάμαι πόση ζάχαρη ήθελες στον καπουτσίνο σου μικρή μου και πόσο μέσα έπρεπε να μπω για να πονέσεις;

Πόσα χρόνια μπορεί ένας άνθρωπος να πίνει την ίδια μπύρα; Να ζητάει τα ίδια πράγματα, να πληρώνει με τα ίδια χέρια, να γερνάει στο ίδιο δέρμα; Πόσες διαφορετικές κολώνιες νομίζεις ότι υπάρχουν και πόσα χρώματα μαλλιών και πόσα ονόματα και πόσες συλλαβές στις ίδιες οδούς; Πόσες λέξεις νομίζεις ότι σου 'χουν μείνει αβίαστες; Πόσες ρόδες χωμένες σε σκατά και πόσους καφέδες στη βεράντα μπορεί να θυμάται κανείς, πόσες γεύσεις που στάξανε στη γλώσσα σου ανάμεσα απ' τα πόδια, πόσα χαμόγελα που έβγαλες από πάνω σου σαν ξεραμένο αίμα όταν η πληγή δεν είχε άλλο να δώσει;

Αύριο την ξέρεις τη φάση. Πρώτα οι καύλες, μετά τα σάλια, μετά τα δάκρυα. Το πρωί βλέμμα "γάμησέ τα" στον καθρέφτη, το κοινό κοινότυπο μυστικό που το 'χουν όλοι σημαία στους καφετί πνεύμονές τους. Χέυδεν, Πατησίων, Αχαρνών, Βασιλίσσης Όλγας, Κάρολου Κουν, Πολυτεχνείου, Σκουφά, Λένορμαν, Ηφαίστου. Κάπνισε όσο θες, τα ονόματα δεν πρόκειται να κάτσουν στα κουτάκια τους στο ράφι όσα πακέτα κι αν φύγουν. Ο μισός δε θα κοιμάται ποτέ μόνος, ο άλλος μισός πάντα έτσι θα ξημερώνεται.

Δε γαμιέται. Έχεις τίποτα άλλο να κάνεις;
Τράβα για την επόμενη στιγμή να μιλάς για τις προηγούμενες. Ζήτα τον καπουτσίνο μέτριο, πίστεψέ τες πως κανείς δε τις γάμησε έτσι πριν, φάε τα φράγκα σου σε μπύρες με τους ανθρώπους που λένε ότι σ' αγαπούν για όσο το λένε.

Καλού-κακού όμως κράτα κάνα 50λεπτο καβάτζα.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Animalady















I like to think of the better things
As little ivory towers
Both homes and monuments
Raised on our actions
Decorated with our kindness
Built on our resolve
Reaching up
For a better view
A better understanding of our origin.

I like to think of the happy things
As little, peaceful animals
Both duty and gift
Bred by our needs
Fed by our ambition
Evolved from our communion
Groomed by our promises
For a better end
A better closure to our quest.

I like to think of everything
As a bronze pocket watch
Wired to our thirst for fire
Ticking and measuring our bliss
Logging and counting our order
Until the human gives way
Until the purpose takes hold
For nothing better
Nothing better than a single moment.

This is what rages
At the end of all questions
This is what roars
The answer to our presence
This is the why, this is the how
This is the when and the because
The understanding to our origin
The closure to our quest
Nothing beyond this point of fission
Where ivory towers melt in our flesh
Where homes and monuments go blazing
When duty burns and gifts are ravaged
For the animals to feast on their peace:
This is all better things
This is all happy things
Boiling the oceans of actions
Leveling mountains of will
The time to finally cherish
The flammable wonders we built
Again and again and again
To watch the smoke choke
The green fields of heaven
Our bodies sweating, shining with cinders
Our head resting in red hot debris
Our smiles cutting further than our face
Our hands barely remembering
How to hold
The cigarette still.

Tomorrow morning
We'll build the world anew
Tomorrow night
We'll know what to do.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Chain to the sun.












Σε είχα δει στον ύπνο μου
Πριν πολλά, πολλά χρόνια
Παρακαλούσα να μην ξυπνήσω
(Γιατί αν ξέρεις κάτι
Το ξέρεις απ' την αρχή)
Κι ήξερα πως δε γινόταν να μείνω
Ούτε να 'ρθεις μαζί μου
Μα είχαμε μια νύχτα
Και τη ζήτησα ολόκληρη:
Η τελευταία μου πράξη αθωότητας.

Μου έμοιαζες πολύ
Γιατί έτσι θα σε γνώριζα
Ο ίδιος μαλάκας, από τότε.

Δεν έμαθα ποτέ πώς μυρίζεις
Λένε πως στα όνειρα δεν υπάρχουν μυρωδιές
Ίσως έτσι να ορίζονται βέβαια
Κάπως πρέπει να τα ξεδιαλέγουμε
Απ' τις αναμνήσεις.

Κάπως έτσι δια/ξε/απο-χωρίζουμε
Αυτά που δεν έχουμε
Απ' αυτά που δεν έχουμε πια.

Αν είσαι όντως κάπου εκεί μέσα
Ίσως να 'χεις συνηθίσει κι εσύ
Να μη θυμάσαι τα όνειρά σου
Και ίσως να 'χεις προσπαθήσει κι εσύ
Να ονειρευτείς το παρόν
Που θες να μη χρειαστεί να ξεχάσεις ποτέ.
Δεν είχες όνομα
Είχαν όλοι οι άλλοι
Μα εγώ προσπάθησα να τους βαφτίσω
Σαν εσένα.

Αν είσαι ακόμα κάπου εκεί μέσα
Δεν είσαι πια η λύση,
η λήθη,
η λήξη μου.

Ελπίζω να μη σε βρω ποτέ:
Κάποτε θα περίσσευες
Σήμερα περιττεύεις
Και δεν υπάρχει λέξη
Για τη συγγνώμη που χρωστάς.

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

ReJoyce











Dearest friend,


I know this letter comes unannounced, lacking the pompous signs that usually herald our mutual embrace of an inevitable transition. I know it's a treason of sorts, to words we spent on lesser ears, but this night I crave for your company and your company alone -a strange choice of words for some.

There's nothing I can tell you that you don't know already, but these days are too monumental in nature to be left unremarked. The old need to indoctrinate is gone, the persisting yearning for forced discipline, lost. I am writting to you, in loss of any thirst, outside any transition, waiting for no transcendance whatsoever and only you can apprehend the rarity, nay, the singularity of such a state.

I'm too old to call it all completeness and too reckless to name it peace. I think it might be freedom, though not of the kind we used to wish for, neither escape nor deliverance pollute my -our- smile. It's certainly not another piece of immunity reclaimed; I know for the lack of infection.

But the terms don't matter anymore, the terms can rest with those struggling.

I guess I can sum it up in a sentence, simple and brief, yet so novel for us, so novel even for us, that I do not know if I can celebrate enough through simple words. No matter,

All the faces are gone.

All the silver numbers we shot against the flesh and all the crimson strikes that blurred our purpose; they unexpectedly allied themselves against their individual inviability. Too grand to fit in our joy, too much to fit in our cups; a home, a truth, a pair of wings, something between a gift and a reward, all the faces are gone.

I tell you again, in a voice now become too expensive:

The faces are gone and only moments remain and
The turn has come for others
To weave songs about us.

At long last yours,


Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Hauptstadt














I walked tonight
Beneath the stars and ancient ruins
Among elated crowds
Laughing old men
Staring young women
Travelers and tourists
And locals and people like me
In-between-men.

And my city let me know
Or perhaps I let her say
That, finally, she knew me.

And I drew her breath
When the breeze was off course
The remnant of a thousand gifts
I took so much for granted
For too long.

I bled in foreign places
Some strange, some small
Revisiting small dents
In the low doors of memory.

And this place
Was always a point in my head
For departures or retreats
Never a home, mostly a castle
Where the spoils would be brought
To be feasted upon.

But I walked on her skin
And for a second, she crept beneath my own
Spreading the warmth of a million wars
A city that can suffer anything
And still remain eternal
A city feared by those outside
Who know simplicity as order
A city where the girls wear no masks
A right you earn under a teargas sun
And as I sank in her skin
Like the smallest of lovers
Like a mite on the left hand of god
I drank, again and again
I drank and I slid
Slid from her lips down to her bosom
No longer a man of in-between
No longer a lie scrawled on the mirror
I slid into what I could do
And with our common lips, I smiled.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Centurion










Deep beneath the petty scars
Sleep the legions.

Their slumber is finally deep
Their dreamless rest forever earned.

Only one pair of footsteps marches
Only one voice commands.

Behind the back, the shield hangs scorned
Beside the words, the blade rests sheathed.

We killed too many monsters
We scorched too much of what we owned.

The fortress is complete, impregnable
No longer necessary in its might.

We grew too much for any vandal;
Only our torches need be heeded now.

We took too many with us as we fell
As we fell to our own immunity.

And now they dwindled and grew small
What was their war became mere anger.

We killed too many monsters;
Now they must endure watching us live.

Their fear is now their own
Their homes are now their burden.

We let them be, let them remember
How we sent our legions to sleep.

We let them flee, let them be free
Let them go perish as they wish.

From deep beneath the petty scars
Our conquered peace has spent them.

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Function.














0. For every event, pattern and/or dynamic equilibrium, there is an encompassing temporal space on which it/they is/are dependent.

1. For all events, patterns, and/or dynamic equilibriums existent, there is a threshold of temporal entropy.

2. The series of events towards entropy is neither unpredictable nor chaotic, rather a system rooted in causality.

3. The influence of every underlying factor is present, applied and potentially measurable.

4. Temporally inviable structures have no systemic solution.

5. Temporally inviable structures are, by definition, finite within their parent pattern.

6. Every action or absence of action, is essentially an influential force.

7. There is always a specific number of events that constitute not only a structural, but also a temporal threshold for an irreversible causal effect within every pattern.

8. The necessary number of the aforementioned events varies with the causal influence of each one, separately.

9. There is always at least one outlier event that may render not only the structural, but also the temporal threshold adjustable.

10. The aforementioned outlier must function before the temporal threshold is met in order to constitute any readjustment probable.

11. The outlier is subject to prediction, construction and adjustment.

12. The outlier is itself dependent on entropic degeneration, albeit potentially eterochronous with that of the parent pattern.

13. The force required to influence the outcome of the pattern is reversely analogous to the number of systemic possibilities. See 16.

14. The number of systemic possibilities decreases in accordance with the entropic proximity.

15. Entropic proximity is dependent only on the pattern's temporal position.

16. The pattern's temporal position can be adjusted. See 13 to 15.

17. The pattern will always and inevitably collapse into singularity.

18. The conclusive singularity should be addressed as the first temporal point of an entirely new pattern.

19. Resulting from finite building blocks, there is a measurable structure of similarity between any two patterns.

20. Every calculation consumes temporal space and affects it accordingly and measurably.

21. Structural limitations exist beyond temporal systemics and vice versa.

22. Structural limitations can be predicted on the expense of viable temporal probabilities.

23. Structural limitations accelerate the entropic rate.

24. Nullification and restarting of the entropic process is only possible with the adoption of a new parent pattern. See 18.

25. Completeness is structurally and/or temporally impossible.

26. Dynamic equilibriums are structurally and/or temporally viable but not inevitable.

27. Dynamic equilibriums should be considered as two parent patterns in synchronous entropic rates.

28. Dynamic equilibriums cannot exist between two parent patterns with dependent systemic limitations.

29. Any principle of uncertainty is a conscious attempt [event] to influence the nature and number of possibilities in temporal space.

30. Any axiom of certainty is a conscious attempt [event] to influence the nature and number of possibilities in temporal space.

31. Chaotic factors are merely unconsidered outliers.

32. The only limitation of sentience in every finite structure [parent pattern/event] is strictly temporal in nature.

33. As every finite structure is, by definition, subject to the effects of temporal entropy, there are no outside variables that influence the degeneration of temporal space.

34. Causal functions do not imply purpose, merely effects.

35. There is at least one causal function in every parent pattern that results in structural loops. See 4.

36. A systemic solution to a parent pattern is certain only at the temporal point where this pattern emerges. See 4.

37. The existence or recreation of identical parent patterns, synchronous or otherwise, is temporally impossible.

38. Synchronous systemic retrofitting of events within a parent pattern, constitute the emergence of a dynamic equilibrium. See 27.

39. Collapse of a dynamic equilibrium always constitutes a new parent pattern.

40. Collapse of a dynamic equilibrium does not always constitute a new dynamic equilibrium. See 5.

41. Transcendent parent patterns are bound to temporal space thresholds, but are independent from structural limitations of previous individual parent patterns. See 0.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Miss Feuerzeug


As the last unused bedheets are spread on the bed
The image lingers for a minute
Like a miracle explained
A deja-vu with photographic evidence.
Like your body, undressed
We strip our days to knowledge.
With all glory unsung
The present flows through our veins
Never again magical
Never again surprising
But on the contrary, expected
Demanded
Deserved.
With a disdain for words as absolute
As only memories allow
I let my fingers loose upon your skin
As surefooted and swift
As only habit can forge.
The endwords of our ritual
We've said aloud a hundred times
We've heard them spoken past a thousand
And we mourned for the loss of the singular
The unique, the high, the final missing piece.
The one in the billion, complementary and needed
Has slipped between our fingers times untold.

As the last unused bedsheets are spread on the bed
The image lingers for a minute
Like a trodden path behind my back.

Death becomes it well
For you cut deep in your scorn for fairytales.
As the last unused bedsheets are spread on the bed
I laugh at the child the years have made me become
Yearning for things unsolvable rather than bright
But death becomes me well
As do all ends.

So I let my cigarette end on my pillow
Let the fire feast on my dreams.
I have done, I have been
I have named and have been named:
Our words and our fingers
Have echoed in thoughts and slithered on faces
Of an army of ghosts and meat.
Buried deep in our silence
We keep the log of every round
With losses and gains
Stacked in the same column.
And as the bed shakes down its cinders
As the sheets turn to smoke
I let my self lay on the blaze
Invincible in my smile.

I lay there, midst the fire
Warm in my past
And safe in your present.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Lydia.













When Lydia was a little girl, she wanted -like all little girls do- a pony. And, of course, she didn't get one. No little girl who wants a pony ever gets one, cause you're either too poor a family to afford one, or too rich so you probably already own more than just one. Of anything. So, no, Lydia does not get herself a pony in this story. She's not a member of some rich family. Her parents are lower to middle class workers and they do work hard to keep things from falling apart. They're workhorsepeople. So that probably makes Lydia a ponygirl.

But you know, time goes by and Lydia grows up to be a woman. She doesn't flourish, and she doesn't bloom and all that bible-belt fucked-up terminology. She just grows up. Nothing dramatic, too. First sex in highschool, first abortion at 21, first shoot at 24, gets clean when she turns 27, gets a job as a lap dancer (part time) but quits after just 3 months, pregnant again, second abortion 29, that's that.

So you got yourself the average mid-state 30 year old, complete with "There ain't no mileage, only experience" trampstamped and probably with the deluxe set of STDs as well.

And that girl, she wakes up one morning and she thinks, how after all moments of passing glory, missionary, doggie, all that jazz, how after each, well, exultation, she became nothing again. How this happens to everyone, that's what she's thinking. That no matter how desired, worshiped, irreplaceable, unique and complementary you may be for someone when you're doing each other, after the body gives up, after all you're left with is your brain, then you're nothing.

So, with that in mind, she takes a dump and she lights a fag, and decides that she should be someone other than her body. Which was a pretty good decision, cause between guys, there ain't no experience, there's mileage. Straight up use and misuse. Like a car. That's why where people are more conservative girls "flourish" and "blossom" and "bloom" into women. Cause no one wants to say "worn down to".

Anyway, she killed herself like two years later. Found out she'd gotten the big virus somewhere. That wasn't what made her flip, it's cause she tried to call everyone she had sex with to tell them to get tested. She got to a payphone and she was almost halfway down the list, then she ran out of credit. And she couldn't make money cause she couldn't bring herself to screw another guy now. So, she writes down the rest of the names and adds a message too. Then she puts the note in her pocket and jumps in front of a truck.

I kinda think she stopped being that much of a nothing then.