Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Περιμνημόνια.



-Ένα Davidoff μαύρο.
-Ορίστε αγόρι μου.
-Ευχαριστώ.
-Εγώ ευχαριστώ, στο καλό.
-Καλή σας μέρα.

Δεν έχει μεταλλικό ήχο. Δεν έχει φυτίλι.
Όχι σήμερα.
Σήμερα είναι ένας φτηνός πλαστικός αναπτήρας που 'χει πάνω του στάμπα τη διεύθυνση ενός κλαμπ στα Εξάρχεια.

Τη δουλειά του την κάνει.

Το αγόρι κοιτά τον φύλακα. Ψηλός, χαζός και άχαρος μα συμπαθής όπως πάντα. Και ο χρόνος τον συμπαθεί καταπώς φαίνεται.

Μια τζούρα. Το αγόρι περνάει την πύλη και πλησιάζει τον αγαθό ψηλολέλεκα.

-Συγγνώμη, η γραμματεία επάνω έχει ανοίξει;

Το βλέμμα του φύλακα είναι ανάστατο. Κοιτά τα μακρυά μαλλιά του αγοριού, το μαύρο του παλτό και το λευκό του τσιγάρο. Ο φύλακας είναι πρωινός τύπος και όλα αυτά είναι κάπως περίεργα. Κοιτά το ρολόι του, ίσως για να βεβαιωθεί-

-Ανεβείτε, κάποιον θα βρείτε.

Μαρμάρινες σκάλες. Στα δεξιά, ένα μικρό κυλικείο, στα αριστερά τουαλέτες και εργαστήρια φυσικών επιστημών. Το φίλτρο πέφτει στο κεφαλόσκαλο και η στροφή κλειστή.

-Καλημέρα. Ψάχνω τον κύριο ΧΧΧΧΧ. Έχει έρθει ή όχι ακόμα;
-Να κοιτάξω.

Γνωστή φάτσα. Κάποτε με αυτή τη βαριά φωνή μανάβη, έλεγες τα δικά σου για τον βάζελο, τους μιγαδικούς αριθμούς και τους δορυφόρους του Δία. Και με αυτό το χέρι που τώρα μπορώ τόσο εύκολα να σπάσω, κάποτε με είχες αρπάξει από το μανίκι. Μα δε θυμάσαι τίποτα από αυτά γιατί δε θυμόμαστε τα πράγματα που κάνουμε από συνήθεια.

-Στις εννιά έρχεται.
-Καλώς.

Το αγόρι κάθεται στο παγκάκι και κοιτά την πύλη απ' έξω.
Τα μεγάλα κάγκελα, τα βαριά τσιμέντα.
Τους προβολείς στις γωνιές.
Τον αγαθό φύλακα.

Πολλές μικρές σιλουέτες, μικρές τόσο που το αγόρι απορεί για το αν υπήρξε ποτέ έτσι, πλέουν στην μαύρη άσφαλτο του Προαύλιου Ωκεανού, φωνάζοντας μα αμίλητες.

Ένας ήχος που μόνο το αγόρι δείχνει να αντιλαμβάνεται τη λύσσα του, τινάζεται σαν κορδέλα στον κόσμο. Και οι μικρές σιλουέτες φτιάχνουν στρατιές και συντάσσονται.

Η μηχανική φωνή που γεμίζει το σύμπαν, κολλά στα χείλη του αγοριού και αρχίζει να τα κουνά.

"Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς..."

Πόσες φορές το έχει ξανακούσει; Πόσα πράγματα να έχει σβήσει από τον ύπνο που δεν έκανε για να τ' ακούει;

"...γεννηθείτω το θέλημά σου..."

Αλλιώς τι; Αλλιώς έχει ποινολόγιο.

"...αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού, αμήν."

-

Το αγόρι περνάει την πύλη.
Το δεξί του χέρι κρατά το λευκό του τσιγάρο.
Το άλλο, κρατά κάτι σφιχτά και απελπισμένα στην τσέπη του.

Τώρα η γόπα δεν πέφτει στο κεφαλόσκαλο.
Τώρα το θάρρος δεν έρχεται μόνο.

-Ήρθε;
-Θα αργήσει, θα 'ρθει κατά τις 11.30.
-Καλώς, ευχαριστώ.
-Εσύ ποιος είσαι;
-Δε με θυμάστε.

Αλλά εγώ σας ξέρω.
Σας θυμάμαι καλύτερα κι απ' τον εαυτό μου.

Το αγόρι πετάει τη γόπα του μέσα απ' την πύλη και την περνά.
Τραβάει το αριστερό του χέρι μέσα απ' το παλτό του.

Κοιτά την Δανέζικη κορώνα στη χούφτα του.
Χαμογελά.

Η πύλη δεν τον γερνά άλλο.
Και οι ρυτίδες του, ρωγμές στο μαρμάρινο κεφαλόσκαλο.

7 σχόλια:

  1. Συν τις όποιες εναλλακτικές προσεγγίσεις επί του υλικού κόσμου και της φόρτισης αυτού με άυλες έννοιες.

    Εκεί έχει κλικ και φυτίλια, εδώ κορώνες -στη μέση στέμμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Με μια πιστη μιση και στο χερι μια ευχη, λιγη αμμο..." βρεστο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φάλτσα σφυρίζοντας και με λυτά κορδόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή