Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011


Οι μέρες είναι άρρωστες. Τα χρώματα έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους, το ξεβαμμένο πορφυρό μπλέκει με ένα λεπρό γκρι και η χροιά που προκύπτει θυμίζει ιδρωμένο δέρμα.

Ακόμα και η νύχτα δονείται γύρω από τα αυτιά μου, η ζεστή γη τρίζει κάτω απ' τις παλάμες και τα γόνατά μου. Νοιώθω τους κραδασμούς σαν ένα έμβολο μέσα στο κεφάλι μου, που προσπαθεί να σπάσει τον άθραυστο τοίχο ενός αδιεξόδου.

Ο καπνός απ' τις γέφυρες δεν έχει μυρωδιά πια, οι στάχτες δεν έχουν γεύση. Καμιά λέξη δε φτιάχνεται, όλα όσα βλέπω, έγχρωμες σκιές, φευγαλέες και αναμασημένες μέσα στο μηρυκαστικό μου μυαλό.

Προφέρω το όνομά μου δυνατά και δε το νοιώθω δικό μου.
Ξέρω πως έχει γίνει κάποιο λάθος που δε διορθώνεται, μόνο τελειώνει. Όλα με σκοτώνουν και τίποτα δε με νοιάζει, όλα με κόβουν μα δεν τα νοιώθω.

Δεν μπορώ να είμαι τίποτα πια, μα ούτε και θέλω και δεν ξέρω τι θα έπρεπε να πονάει περισσότερο και δεν με ενδιαφέρει.

Με κουβαλάω από νύχτα σε νύχτα κι από σιωπή σε σιωπή και δεν κάνω τίποτε άλλο απ' το να ξεχνώ να μετρώ τη διάρκεια της απώλειας, να ξεχνώ πως παρέρχομαι αναίτια, να ξεχνώ πως υπάρχω και ίσως κάποτε το ξεχάσουν όλοι και τότε είμαι ελεύθερος, ελεύθερος από ώρες και νύχτες, ελεύθερος από χρώματα κι ονόματα, ελεύθερος από οσμές και εικόνες και λέξεις και αίμα από μέρη δίχως πόνο ή τρέλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου