Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

The simple task of absolution.



Τραβά μια αργή ρουφηξιά κοιτώντας το κενό. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα, ανυπομονώντας ασυνείδητα για το τέλος της παύσης που σηματοδοτείται από την εκπνοή. Σκέφτομαι πρόχειρα πως "κάθε πράγμα έτσι τελειώνει". Μα η εκπνοή δεν έρχεται.

Τον κοιτάω ενώ κοιτάει το κενό ενώ τον κοιτάω ενώ δε βλέπει τίποτα ή τα βλέπει όλα, δεν ξέρω, δεν εκπνέει όμως και εκνευρίζομαι και ασφυκτιώ και είμαι έτοιμος να βλασφημήσω τη στιγμή, να τη χαλάσω, να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου τέλος πάντων και νοιώθω τον αργό δισταγμό να γίνεται τρέμουλο στο κεφάλι μου, νοιώθω τις άκρες του σώματός μου, αντιλαμβάνομαι, ναι, αντιλαμβάνομαι το μακρόσυρτο νευρικό σινιάλο να κατεβαίνει τη ράχη μου, να περνάει από τους ώμους μου, να γλυκοφιλά τη βασιλική μου φλέβα, κουνήσου, εκπνοή, πρόλαβέ με ρε, οι αρθρώσεις των δακτύλων μου τρίζουν σε μοριακό επίπεδο, τέλειωσέ το πριν-

Κουνάω το χέρι μου και το φέρνω στο πρόσωπό μου. Πιέζω απαλά τα μάτια μου ή τη βάση της μύτης, ξέρω 'γω, με τον δείκτη και τον αντίχειρα. Όταν τα βλέφαρα ξανανοίγουν, βλέπω τον καπνό στον αέρα.

Θα τον σκοτώσω τον γαμ-

-Τους είδες;

Τι λέει;

-Τι λες;

-Την παρέα που καθόταν έξω. Τους είδες;

-Ναι.

Δε μιλάει. Κάνει άλλη μια τζούρα και βασανίζοντάς την και αυτή, κουνάει το χέρι του σε μια χειρονομία που θέλει να υποδηλώσει πως προσπαθεί να βρει τα λόγια. Δεν βοηθάω, δεν μπορώ, δε θέλω, δε θυμάμαι, όλα μαζί, το χέρι κουνιέται, η τζούρα δε φεύγει, επιμένει και ξαφνικά το χέρι πέφτει άτονο και απελπισμένο κάτω. Η εκπνοή είναι της άδοξης φύσης.

Τα χείλη του ανοίγουν διστακτικά και ξανακλείνουν.

Εν τέλει γυρνά ελαφρά προς τα μένα, χωρίς να με κοιτά και τα λόγια βρίσκουν τον εαυτό τους.

-Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

-Ποιοι.

-Όλοι. Αυτοί.

Γυρνά και με κοιτά με ένα βλέμμα σχετικής αγωνίας.

Μορφάζω προσποιούμενος πως το σκέφτομαι.

-Δεν έχει σημασία.

Με κοιτά με παραίτηση.

-Αυτό μόνο;

-Ναι. Δεν έχει σημασία.

Σβήνει το τσιγάρο. Και ξαφνικά ακούω τζαμαρίες στο κεφάλι μου να σπάνε. Και με ακούω να ουρλιάζω.

-Δεν έχει σημασία γιατί όλο αυτό, όλοι αυτοί, όλα, είναι δομημένα πάνω στην ασημαντότητα. Γιατί σημασία έχουν τα πράγματα μόνο όταν τους τη δίνεις και κανένα πράγμα ποτέ, έμβιο ή μη δεν απέκτησε σημασία από μόνο του. Το χρήμα, η ζωή, το οξυγόνο, τίποτα. Και αυτός ο κοντοκουρεμένος με το μπλε πουκάμισο που φιλούσε την διπλανή, θα πεθάνει, αυτός και αυτή και οι επόμενοι που θα κάτσουν εκεί, και οι μεθεπόμενοι και όλοι, όλοι όσοι κάτσουν εκεί θα πεθάνουν, όποιος κάθεται εκεί πεθαίνει, δε το ξέρεις; Δεν πρεφάρεις; Όποιος πίνει καφέ πεθαίνει, όποιος πίνει χυμό πεθαίνει, όποιος φοράει γυαλιά ηλίου πεθαίνει, όποιος βγάζει φωτογραφίες τη θάλασσα με κόντρα τον ήλιο πεθαίνει, όλοι. Ό,τι αγαπιέται πεθαίνει, ό,τι περνάει στο ντούκου πεθαίνει -και εκεί εξισώνονται, εκεί ακροβατούν στην ανεπηρρέαστη από τις ανθρώπινες επιθυμίες σημασία: τη μηδενική. Όλα, όλα πεθαίνουν, ό,τι γερνάει ή δεν προλαβαίνει, ό,τι γεννιέται και ό,τι φτιάχνεται, όλα πεθαίνουν, ο τύπος με το μπλε πουκάμισο και εσύ και ο ήλιος και το σπουργίτι πάνω στην τέντα του περιπτέρου, όλα. Και δε μένει τίποτα, κανείς δεν ξέρει τίποτα, αλλά προσπαθούν, όσοι δε θέλουν να πεθάνουν προσπαθούν να αφήσουν πίσω τους διάφορα και όσοι δε μπορούν, μιλάνε γι' αυτούς που άφησαν και πάει λέγοντας το παραμύθι. Είναι ένα παιδάκι σε ένα σπίτι που καίγεται και πάει και λέει στην πανικόβλητη μάνα του "μαμά, κοίτα, ζωγράφισα ένα γατάκι". Και η μάνα του το κοιτάει και του λέει "εδώ καίγεται το σπίτι Χρηστάκη και εσύ μου μιλάς για γατάκια;" ή κάτι παρεμφερές. Ο Ναπολέοντας κι ο Χίτλερ ζωγράφιζαν γατάκια σε έναν κόσμο που καίγεται -όχι σε 12 ή 24 ώρες, αλλά κάποτε. Κάποτε. Και ελπίζω να είναι σύντομα γιατί έχω βαρεθεί να περιμένω πότε θα εκπνεύσει τελικά ο γαμημένος μύθος της σημασίας και της σημασίας της σημασίας και τέτοιων νεκροβόρων αντιμηδενιστικών ανούσιων φιλοσοφιών.

Παίρνω το χέρι μου από το πρόσωπό μου. Όταν τα βλέφαρα ξανανοίγουν, βλέπω τον καπνό στον αέρα.

-Τους είδες;

-Τι λες;

-Την παρέα που καθόταν έξω. Τους είδες;

-Ναι.

Χειρονομεί προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια.
Τον διακόπτω.

-Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

Με κοιτάει με απορία.

-Τι;

-Τι θα ρωτούσες;

-Αυτόν με το γαλάζιο πουκάμισο....

-Τον είδα.

-Πως γαμάει αυτός ο φλούφλης αυτή τη γκομενάρα ρε φίλε.

Βλεφαρίζω λίγο στο κενό αέρος του κεφαλιού μου.

Τώρα τι να του πω; "Δεν έχει σημασία";

-Έλα ντε.

-Γιατί ρε μαλάκα, το άλλο; Δεν έχεις αναρωτηθεί ποτέ πως γίνεται τόσος κόσμος, και γνωστοί μας ε, η Σούλα, ο Τάκης, ο Αλέξανδρος, ακόμα και η Βάλια να μπορούν να... ... ... .. .. . . . . .

Και 'γω, μην ακούγοντας άλλα ονόματα από το παραμύθι, αναρωτιέμαι.

Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου