Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Αδιέξοδο

I

Υπάρχει σε μια γωνιά της αχανούς Νέας Υόρκης, σε μια φτωχή μακρινή γωνιά, μακρυά από τους ουρανοξύστες, ένας μικρός δρόμος με ραγισμένη άσφαλτο και παλιά πεζοδρόμια. Μικρά μαγαζιά και παλιά μπλοκ διαμερισμάτων στολίζουν τις πλευρές του δρόμου αυτού και σε μια μισοσβησμένη ταμπέλα που κρέμεται στραβά πάνω σε έναν ξεφτισμένο τοίχο αναγράφεται το όνομά του.

Σε μια άκρη του δρόμου αυτού κάθεται πάντα ένας γέρος νέγρος που τον λένε Πόρτερ. Όσο θυμάται κανείς την πόλη και τον μικρό αυτό δρόμο της, θυμάται τον Πόρτερ να κάνει την ίδια δουλειά: να πουλάει χειροποίητα κρεμαστά σταυρουδάκια. Βαθιά θρησκευόμενος, ο σιωπηλός νέγρος χωρίς να έχει μαγαζί ή λαμπερές διαφημίσεις, είναι αρκετά διάσημος στις φτωχές συνοικίες, ιδιαίτερα σε αυτές που κατοικούν Ισπανόφωνοι, γιατί τα σταυρουδάκια του θεωρούνται τυχερά και θαυματουργά.

Ένα Σαββατιάτικο πρωινό ενός ξηρού καλοκαιριού, όταν ο δρόμος ήταν γεμάτος χώμα και ο αέρας γεμάτος κιτρινωπή σκόνη, ένας νεαρός άνδρας ξεπρόβαλε από το κατώφλι της πολυκατοικίας στο νούμερο 9. Το όνομά του ήταν Ρίτσαρντ και έμενε εκεί τα τελευταία 8 χρόνια, αφότου είχε δηλαδή μετακομίσει εκεί από τη Νέα Ορλεάνη. Ο Ρίτσαρντ έτρεφε μια μεγάλη συμπάθεια για τον σιωπηλό Πόρτερ και πολλές φορές, μιας και ήταν εργένης, προτιμούσε να κάνει παρέα με τον Πόρτερ αντί να πηγαίνει για φαγητό με τους συναδέλφους του μετά τη δουλειά. Μπορούσε να κάθεται ώρες ακουμπισμένος στον τοίχο του αριθμού 14, δίπλα στον Πόρτερ καθιστό στο σκαμνί του και να ακούει μετά από μακρά διαλείμματα σιωπής τον Πόρτερ να του εξηγεί και κάποιο εδάφιο της Βίβλου. Όχι πως ο Ρίτσαρντ ήταν θρησκευόμενος, δεν τον ενδιέφερε ποτέ να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο, του άρεσε απλώς να ακούει τον γέρο νέγρο να μιλάει για άλλες εποχές και άλλα μέρη -και αν αυτά ήταν εμπνευσμένα από τη Βίβλο, λίγο τον ένοιαζε.

Εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό, ο Ρίτσαρντ χαιρέτησε τον Πόρτερ και συνέχισε το δρόμο του προς το συνοικιακό παντοπωλείο. Καθώς πήγαινε προς τα εκεί, έριξε μια ματιά στο στενάκι που χώριζε τον αριθμό 14 και τον αριθμό 12. Δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο, ήταν ένα στενό αδιέξοδο δρομάκι χωρίς παράθυρα ή σκαλωσιές στις 3 κλεισμένες πλευρές του, με έναν-δυο κάδους και μερικά σάπια φύλλα. Δεν υπήρχε τίποτα το παράδοξο με αυτό το δρομάκι, ίσως αναρωτιόσουν για λίγο μόνο, τι ήταν αυτή η μικρή κυκλική λακκούβα στο τέλος του αδιεξόδου που έμοιαζε με ρηχό Τούρκικο χαμάμ και είχε το δάπεδο βαμμένο μαύρο. Πέρα από αυτό, ήταν ένα απλό στενάκι όπως άλλα εκατομμύρια σε αυτή την αχανή πόλη και ο Ρίτσαρντ δε θα είχε κοντοσταθεί να το χαζέψει αν δεν τον ενοχλούσε μια μικρή λεπτομέρεια: 8 χρόνια τώρα, δεν είχε προσέξει ποτέ πως το αδιέξοδο δρομάκι ήταν εκεί.

Δυσπιστώντας με τον εαυτό του γύρισε το κεφάλι του να βεβαιωθεί πως τα πόδια του δεν τον είχαν κουβαλήσει παραπέρα στη συνοικία ενώ αυτός είχε χαθεί στις σκέψεις του. Γυρνώντας, είδε πράγματι τον γνώριμο αριθμό 14 και από κάτω τον Πόρτερ να τον κοιτάζει νωθρά. Του φάνηκε όμως πως υπήρχε κάτι περίεργο στα μάτια του γέρο νέγρου, κάτι που δεν άρεσε στον Ρίτσαρντ και ξεχνώντας το παράδοξο του μικρού δρόμου συνέχισε με γοργό βήμα προς το γωνιακό παντοπωλείο.

Στο γυρισμό, σταμάτησε για άλλη μια ματιά στο δρομάκι και πήγε προς τον Πόρτερ.

-Καλημέρα και πάλι, του είπε.
Σταμάτησε. Δεν ήξερε πως ρωτάς κάποιον με τον οποίο έχεις περάσει τόσα χρόνια μαζί, αν αυτό το δρομάκι υπήρχε πάντα δίπλα σας.
Ο νέγρος τον κοίταζε σιωπηλός και περίμενε. Ο Ρίτσαρντ αποφάσισε πως η ερώτηση παραήταν ηλίθια, οπότε αρκέστηκε απλώς να ρωτήσει
-Γιατί δεν κάνεις περισσότερα από αυτά τα σταυρουδάκια Πόρτερ; Φαίνεται να έχουν ζήτηση. Αν έκανες περισσότερα θα μπορούσες να βγάλεις καλά λεφτά, ίσως να άνοιγες και ένα μαγαζάκι, που ξέρεις.
Ο νέγρος κοίταξε για μια τελευταία φορά τον Ρίτσαρντ και απάντησε απλώς
-Δε μπορώ.
-Γιατί όχι; Εγώ βλέπω πως τα καταφέρνεις μια χαρά.
Το απότομο κλάμα ενός μωρού ακούστηκε μέσα στη μεσημεριανή ησυχία. Μια γάτα τρομαγμένη, πετάχτηκε τρέχοντας από το στενάκι.
Ο Ρίτσαρντ γύρισε να κοιτάξει ενώ συνέχιζε:
-Έλα λοιπόν, μη δικαιολογείσαι, αφού τόση ώρα που σε βλέπω καθ...
Καθώς φαίνεται ο γέρο-νέγρος δεν ήταν δύσκολο να πειστεί. Είχε ήδη βγάλει ένα παλιό σουγιά και σκάλιζε ένα κομμάτι γυαλισμένο κόκκαλο.
Εντυπωσιασμένος με την πειθώ του, ο Ρίτσαρντ χτύπησε φιλικά τον γέρο στον ώμο και ανέβηκε στο διαμέρισμά του.

ΙΙ

Την επόμενη μέρα, πρωί Κυριακής, ο Ρίτσαρντ βγήκε στο παράθυρό του με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι.
Όλα ήταν στη θέση τους στο δρόμο, ο Πόρτερ με το σκαμνάκι και τον πάγκο με τα σταυρουδάκια του, το μπακάλικο στη γωνία, το κουρείο λίγο πιο πέρα... Και το μυστηριώδες στενάκι που φαινόταν να αγνοεί η ματιά του Ρίτσαρντ για 8 ολόκληρα χρόνια. Από εκεί ψηλά που στεκόταν τώρα, μπορούσε να περιεργαστεί λίγο την ανεξερεύνητη περιοχή. Το μόνο αξιομνημόνευτο πράγμα σε αυτό το κατά τα άλλα αδιάφορο στενάκι, ήταν η μαύρη γούβα με τα 2 τούβλινα σκαλοπάτια για να κατέβει κανείς σε αυτήν. Για ποιο λόγο να θέλει να το κάνει κανείς αυτό ή για ποιο λόγο η γούβα αυτή υπήρχε, ο Ρίτσαρντ δε μπορούσε να φανταστεί. Και ακριβώς γι' αυτό το λόγο, λόγω της απόλυτης αχρηστίας της, ο Ρίτσαρντ θέλησε να της ρίξει μια ματιά από κοντά.

Κατέβηκε στο δρόμο, χαιρέτησε τον Πόρτερ και πήγε προς το στενάκι. Στάθηκε λίγο να περιεργαστεί την είσοδό του στον κεντρικό δρόμο και ύστερα ξεκίνησε να περπατάει προς αυτήν όταν ξαφνικά η φωνή του Πόρτερ ακούστηκε μέσα στην πρωινή βαβούρα του κόσμου που βόλταρε.

-Ρίτσαρντ.

Ο άνδρας γύρισε. Ο νέγρος τον κοιτούσε επίμονα και του έκανε νεύμα με το χέρι να πλησιάσει.
Ο Ρίτσαρντ έριξε μια ματιά στο αδιέξοδο και τη λακκούβα του και πήγε στον Πόρτερ.

-Ρίτσαρντ, έχουμε μωρά στη γειτονιά;

Η ερώτηση ήταν τόσο παράδοξη που ο Ρίτσαρντ νόμισε πως δεν άκουσε καλά.

-Δεν είμαι βέβαιος Πόρτερ, δεν ξέρω να σου πω την αλήθεια, γιατί;
-Χθες ακούσαμε το κλάμα ενός μωρού.

Ο Ρίτσαρντ προσπάθησε να θυμηθεί. Ανεπιτυχώς.

-Δεν θυμάμαι καθόλου Πόρτερ. Γιατί έχει τόση σημασία;
-Έχεις ακούσει ξανά κλάμα μωρού;
-Όχι εδώ, όχι στη γειτονιά μας αν αυτό εννοείς. Ευτυχώς, δεν υπάρχει πιο φασαριόζικο πράγμα.
-Χθες ακούσαμε. Μαζί ήμασταν.
-Εντάξει Πόρτερ, μπορεί. Έχουμε αρκετά παιδιά στη γειτονιά που κάποτε ήταν μωρά, δεν συνεχίζουν να κλαίνε για πάντα. Μπορεί κάποια γειτόνισσα να έκανε παιδάκι, δεν είναι περίεργο.
-Ποια γειτόνισσα;
-Τι εννοείς "ποια γειτόνισσα"; Δεν ξέρω, κάποια.
-Ξέρεις τους κατοίκους εδώ, είμαστε μικρή συνοικία. Όπως και εγώ. Έχεις δει κάποια γνωστή μας έγκυο ή άκουσες κάτι;

Ο Ρίτσαρντ είχε αρχίσει να βαριέται.

-Που το πας Πόρτερ; Τι σημασία έχει;
-Το αδιέξοδο δεν ήταν πάντα εκεί.

Κάθε τρίχα στο κορμί του Ρίτσαρντ είχε σηκωθεί όρθια. Κοιτούσε αποσβολωμένος τον γέρο που κάπνιζε ράθυμος ένα τσαλακωμένο τσιγάρο κοιτώντας το κενό.

-Τι εννοείς; Πως ξέρεις... Τι λες;
-Ξέρω πως δεν είσαι θρησκευόμενος άνθρωπος Ρίτσαρντ. Μα θες να ακούσεις μια ιστορία που δε θα βρεις κανέναν να σου τη διαβάσει από τη Βίβλο;
-Τι ιστορία; Για το στενάκι; Τι σχέση έχει η Βίβλος; Πως ήξερες πως εγώ δεν είχα...

Μα ο Πόρτερ δίχως να περιμένει απάντηση ξεκίνησε να αφηγείται.

-Στο τέλος του στενού υπάρχει μια μικρή κυκλική λακκούβα, με μαύρο πάτο και δύο τούβλα για σκαλοπάτια που σε κατεβάζουν σε αυτή. Είναι πραγματικά ρηχή και δε θα μπορούσε να είναι ούτε παλιά Ρωμαϊκή ή Οθωμανική μπανιέρα αν βρισκόταν κάπου στην Ευρώπη. Πολύς κόσμος που δεν είχε προσέξει πριν το στενάκι μπήκε να την περιεργαστεί, σε ένα μέρος σαν αυτό υπάρχει πολύ ανία και ακόμα και κάτι τόσο αδιάφορο όσο μια χτιστή λακκούβα σε ένα στενάκι που δεν έχεις προσέξει, σου τραβάει την προσοχή. Είδα πολύ κόσμο να μπαίνει σε αυτό το στενάκι, σαστισμένο και έκπληκτο κόσμο, άλλους συνοφρυωμένους από την περιέργεια και άλλους χαμογελαστούς απ' την έκπληξή τους που δεν είχαν δει το στενάκι τόσο καιρό. Μα ποτέ δεν είδα κανέναν να βγαίνει από εκεί.

Ο Ρίτσαρντ γέλασε ψεύτικα.
-Μα φυσικά Πόρτερ. Δεν βγαίνει καμία πόρτα στο στενάκι.

Ο γέρος κοίταξε τον νεαρό άνδρα. Κράτησε το βλέμμα του μέσα στο βλέμμα του Ρίτσαρντ για μερικά δευτερόλεπτα και στο τέλος είπε απλά

-Όλοι θέλουν να μπουν άπαξ και το προσέξουν. Όλοι θέλουν να μπουν και τους είδα όλους να μπαίνουν.

ΙΙΙ

Ο Ρίτσαρντ αναδεύτηκε μέσα στα σκεπάσματα. Ξύπνησε και ανάβοντας το φως του κομοδίνου, πήγε στην κουζίνα.
Γέμισε ένα ποτήρι γάλα και κοίταξε την ώρα. 3.46. Δεν μπορούσε με τίποτα να τον πάρει ο ύπνος. Πήγε στο παράθυρο.
Τίποτα δεν φαινόταν πέρα από τον φωτεινό κύκλο του δημοτικού φωτισμού. Το στενάκι ήταν χαμένο στο σκοτάδι όπως τόσα χρόνια.
Ο Ρίτσαρντ ήπιε το γάλα του και έπεσε στο κρεββάτι. Κάθισε για λίγο ανάσκελα σκεφτικός πριν όλα τα φώτα σβήσουν ταυτόχρονα.
Χρησιμοποίησε αυτή τη διακοπή ρεύματος ως αφορμή για να ξαναπροσπαθήσει να κοιμηθεί.

Την επόμενη μέρα, γυρνώντας απ' τη δουλειά, χαιρέτησε βιαστικά τον Πόρτερ και ανέβηκε να ετοιμάσει το μεσημεριανό του. Αφού έφαγε, σκότωσε την ώρα του ανάμεσα στην τηλεόραση, το τηλέφωνο και το παράθυρο, στο οποίο πήγαινε ενοχικά γιατί ο νέγρος τον κοιτούσε κάθε φορά λες και περίμενε πότε θα φανεί. Μετά από πολλούς κύκλους μέσα στο σαλόνι του και ενώ ο ήλιος κόντευε να δύσει, ο Ρίτσαρντ δεν άντεξε. Βγήκε έξω στο απογευματάκι. Ήταν αποφασισμένος να δει από κοντά αυτή τη μυστηριώδη χτιστή λακκούβα με το μαύρο δάπεδο και δεν θα άφηνε τον γέρο-θρήσκο να τον αναστατώνει με τις φανταστικές ιστορίες του ξανά.

Προς μεγάλη του έκπληξη όμως ο Πόρτερ δεν ήταν εκεί. Για την ακρίβεια, κανείς δεν ήταν εκεί, ο δρόμος ήταν έρημος και εντελώς ήσυχος. Ακόμα και ο Πόρτερ, τον οποίο ο Ρίτσαρντ δεν είχε δει ποτέ να λείπει από το πόστο του, έλειπε. Επιπλέον, ήταν λες και κάποιος είχε κλέψει τον αέρα. Όλη η συνοικία έμοιαζε σαν να είχε εγκαταλειφθεί ήσυχα και ομαδικά.

Ο Ρίτσαρντ δεν ήταν και ο πιο θαρραλέος άνθρωπος του κόσμου. Αυτή η ξαφνική αλλαγή, αυτή η απέραντη μοναξιά που απλώθηκε αιφνιδίως γύρω του, τον τρομοκρατούσε. Όμως η περιέργειά του και το γεγονός πως η ανοιχτή ακόμα πόρτα της πολυκατοικίας του ήταν μόλις απέναντι απ'το δρόμο, τον κράτησαν σε αυτόν. Πέρασε απέναντι και άρχισε να περπατάει προς το αδιέξοδο δρομάκι.

Πλησιάζοντας, είδε την γωνία φωτισμένη από ένα αμυδρό θαμπό φως. Θα μπορούσε να είναι το φως του ήλιου που έδυε αν δεν ήταν ελαφρώς μπλε. Ο Ρίτσαρντ περπατούσε σαν υπνωτισμένος προς τη γωνία, το θαμπό μπλε φως να τρεμοπαίζει όσο πλησίαζε.

Ο Ρίτσαρντ δεν ήξερε από που ερχόταν.
Ο Ρίτσαρντ ήξερε από που ερχόταν.
Με μια απότομη στροφή, έστριψε στο στενό.

Την ίδια στιγμή, στο ίδιο μέρος, στον γεμάτο βοή από απογευματινούς περιπατητές δρόμο από τον οποίο είχε στρίψει ο Ρίτσαρντ, ο Πόρτερ με ένα λυπημένο βλέμμα πήρε το μάτι του από το στενάκι που μόλις είχε δει το φίλο του να στρίβει και περίμενε.
Ήταν μια μέρα με σχετικά δυνατό αέρα και η φασαρία από τον κόσμο ήταν μεγάλη για να ακούσει κανείς κάτι καθαρά, μα ο Πόρτερ είδε την γάτα που πετάχτηκε τρέχοντας από το στενάκι περνώντας μπροστά από έναν περαστικό.
Σιωπηλός, έβγαλε το σουγιά του και ξεκίνησε να σκαλίζει ένα κοκκάλινο σταυρουδάκι.

1 σχόλιο:

  1. Πουτανιάτικο indigo φως.
    Καμιά ψαρόσουπα παίζει;
    Αρκούμαι και σε ποντίκι.


    Νιάου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή