Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

I got tha powah.

Κάθεστε στον υπολογιστή σας. Κάνετε ό,τι κάνετε, ή αν είστε σαν και μένα, απλώς εκείνη τη στιγμή δεν κάνετε κάτι άλλο, εκμεταλλευόμενοι το ατυχές δικαίωμα του να σπαταλάει κανείς τα νιάτα του κάνοντας απολύτως τίποτα. Τέσπα, κάνετε κάτι στον υπολογιστή που σας ευχαριστεί, έχετε κλειστεί έξω από τον κόσμο, μιλάτε με το ελενάκι_91 ή με τον κτηνάρας_datsun, ή κατεβάζετε μακρόπουλο σε remix agoraphobic nosebleed. Οι μέρες που η μαμά σας σάς έδερνε επειδή αλείφατε την παραπληγική γιαγιά σας με μερέντα, η πρώτη φορά που συνειδητοποιήσατε πως το προηγούμενο βράδυ πηδηχτήκατε με άτομο του ίδιου φύλου, η δέκατη φορά που δε σας σηκώθηκε και η τελευταία φορά που μιλήσατε με τον έρωτα της ζωής σας, ξεφτίζουν με κάθε κλικ αποβλάκωσης. Δυαδικά ρυάκια λήθης ρέεουν γλυκά-γλυκά στις φλέβες σας και ο χρόνος έχει σταματήσει να έχει σημασία, κυλά δεν κυλά. Στη μέση ενός κλικ, τα πάντα μαυρίζουν.

Κοιτάτε γύρω σας. Για τους τύπους κυρίως, γιατί δεν διακρίνετε ούτε ένα σημείο πιο ανοιχτού μαύρου -πόσο μάλλον κάτι πιο ευδιάκριτο. Ψαχουλεύετε με αυτή τη χάρη και βεβαιότητα που μας έχει χαρίσει η φύση μέσω των ανεπτυγμένων μας αισθήσεων. Πιάνετε το ποντίκι, λίγο πιο 'κει το τασάκι, το κουτί με τα μπισκότα, τον αναπτήρα, ξαναπιάνετε το κουτί με τα μπισκότα και τρώτε ένα, πάτε να ξαναβρείτε τον αναπτήρα αλλά δεν είναι εκεί που νομίζατε πως θυμόσασταν πως ήταν μερικά δευτερόλεπτα πριν, πιάνετε ένα πάκο σιντί, ένα σφηνάκι, ένα κουρδιστό χιμπατζή που χτυπάει ταμπούρλο (εδώ ήταν, είχα φάει τον κόσμο προχθες) και εν τέλει βρίσκετε τον αναπτήρα. Που είναι άδειος.

Στην άλλη άκρη του σπιτιού επικρατεί σιγή. Σταδιακά, ένα αχνό "τσιφ. τσιφ. τσιφ." ακούγεται στο βάθος. Όλο και πλησιάζει. Τσιφ. Τσιφ. Τσιφ. Σπίθα-σπίθα, έχοντας πάει το ανθρώπινο είδος 10.000 χρόνια πίσω, όταν οι Bic δεν υπήρχαν και το γρασίδι ήταν πιο πράσινο, το φως πιο λαμπρό, η γεύση πιο γλυκιά με φίλους περιστοιχισμένους, φτάνετε στον πίνακα του ηλεκτρικού. Ψαχουλεύετε, πιάνετε τη σειρά από ασφάλειες, όλες σηκωμένες. Χεχε. Συνεχίζετε, πιάνετε τον γενικό, όρθιος. Ψαχουλεύετε λίγο πιο πέρα και πιάνετε ένα βυζί. Πάτε παρακάτω... Τι; Τι βυζί ρε; Γυρνάτε πίσω, αλλά όπως και με τον αναπτήρα το βυζί έχει κάνει φτερά μες στο σκοτάδι. Συνεχίζετε απογοητευμένος το ψαχούλεμα για να βρείτε εν τέλει το ρελέ. Σηκωμένο.

"Διακοπή" συμπεραίνετε μεγαλοφυιώς. Αν δεν ήταν σκοτάδι ίσως βλέπατε και το προφεσορικό σήκωμα του δεξιού σας φρυδιού.

Κατά τον τρόπο που περιγράψαμε προηγουμένως, και αφού έχετε πιάσει διάφορα τρομακτικά πράγματα στο σκοτάδι, όπως τον Κθούλου, τον Αλαβάνο, τη Σαπφώ Νοταρά, το μπουρλότο, τον κομιστή και την τσιπούρα που είχατε προσπαθήσει να ψήσετε το '97 αλλά σας ξέφυγε, βρίσκετε τα κεριά. Τα ανάβετε και εύχεστε να είχατε γκόμενα και κρασί. Αγνοείτε την παρατήρηση του συνόλου των ζωντανών εγκεφαλικών σας κυττάρων πως οι διακόπτες φωτισμού μπορούν επίσης να κλείνουν τα φώτα -μεταξύ πολλών άλλων!- και πως δεν χρειάζεται να γίνει διακοπή για να ανάψετε κεριά. Εσείς εύχεστε να είχατε μια γκόμενα και ένα κρασί. Θα πίνατε λίγο στο πάτωμα, αυτή με την σατέν τουαλέτα της να γνέθει αστραπές ερωτισμού καθώς το φως των κεριών θα χορεύει πάνω της, εσείς άνετος, με τα 2 πάνω κουμπιά του πουκαμίσου ανοιχτά, το ένα πόδι λυγισμένο και το χέρι να στηρίζεται χαλαρά στο γόνατο. Αυτή χαϊδεύει το λαιμό της. Εσείς την ξεσκίζετε. Ωραίο πράμα οι διακοπές ρεύματος.

Τον έχετε παίξει ήδη 3 φορές, υποθέτουμε πως σας πήρε κάνα δεκάλεπτο η φορά, άλλα 15 λεπτά τα 2 κενά, μια ώρα έχει περάσει και το ρεύμα δεν έχει έρθει. Πάτε να κάνετε ένα μπάνιο, έχει ζεστό νερό γιατί τα καλοριφέρ ήταν αναμμένα. Βάζετε τα κεριά σε σειρά, γεμίζετε τη μπανιέρα, μπαίνετε μέσα. Σκέφτεστε τι ωραία που θα ήταν να είχατε μια γκόμενα τώρα εκεί. Αυτή απεναντί σας, καλυμμένη μέχρι τη βάση του λαιμού σαπουνάδες. Το ποτήρι κρασί στο χέρι, δεν είναι κάτι που αφήνουμε. Προσωπικά άμα δεν υπάρχει πλυμμένο κρασοπότηρο να κρατάω, εγώ δε μπορώ να χέσω. Εσείς κρατάτε το μπουκάλι επειδή το μπάνιο είναι για πιο μποέμ καταστάσεις, το γόνατό σας είναι και πάλι στήριγμα του μπράτσου σας και τα 2 πάνω κουμπιά του πουκαμίσου ανοιχτά. Αυτή σας προτείνει να το βγάλετε ενώ κάνετε μπάνιο. Εσείς την ξεσκίζετε. Ωραίο πράμα οι διακοπές ρεύματος.

Ξυπνάτε μια ώρα μετά, τυφλωμένος από το ταυτόχρονο άναμμα όλων των φωτιστικών, μέσα σε μια μάζα υγρού πάγου, δίπλα σε κεριά που έχουν στάξει λιωμένα παντού. Το τροφοδοτικό σας έχει καεί, έχετε πάθει πάρεση από την ψύξη και άμα γουστάρω, στην επόμενη πρόταση σας έχω γλιστρήσει κι όλας. Εύχεστε να μην είχατε ξεσκίσει δυο γκόμενες δίπλα σε κεριά και μέσα στο μυαλό σας, να μην είχε μείνει εκείνο το κλικ στη μέση, να μη σας έδερνε η μάνα σας μικρό, να μην είχατε γαμήσει το Μπάμπη, να σας είχε σηκωθεί έστω και με τη δέκατη προσπάθεια και ο έρωτας της ζωής σας να μην ήταν συνδικαλίστρια υπέρ των απεργιακών κινητοποιήσεων της ΔΕΗ.

Σελαβί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου