Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Λιθάνθρακας



Το τραγούδι άλλαξε.

Η μελαγχολική μελωδία άρχισε να ξετυλίγεται αργά-αργά, ανακλούσε αιωρούμενη στα καθίσματα, στο μοχλό των ταχυτήτων, στην οροφή -μόνο για λίγο- και κουβαριαζόταν εν τέλει, μια μπερδεμένη μάζα από νότες, στο πίσω κάθισμα.

Πέντε μικροί οδοδείκτες αγκάλιασαν σαν σάρκινη μέδουσα τον μοχλό, μετέδωσαν τη σχέση και το αυτοκίνητο όρμησε μπροστά γρηγορότερα.

Οι στίχοι αναπηδούσαν πάνω στα βλέφαρα και τα χείλη, χώνονταν στα αυτιά και κρέμονταν για λίγο από τον εγκεφαλικό ιππόκαμπο πριν διαλυθούν σε πολλές μικρές μαύρες τρύπες φτηνών όρκων:

Like flies round the orchard that had covered your soul,their empire increasing
And your country
deserted
by yourself...
Παραήταν αστείο για να χαμογελάσει. Αρκέστηκε στο να κοιτάξει μπροστά, τα μυριάδες απαλά φωτάκια στο χώμα, που σκότωναν τα άλλα στον ουρανό. Ή που δημιουργούσαν αυτή την εντύπωση έστω, ποτέ ένα φωτάκι στο χώμα δε θα μπορούσε να σβήσει ένα αστέρι -μόνο αν ξεχνούσε κανείς πως το αστέρι ήταν εκεί και άφηνε το θαμπό, φτηνό φως να τον κατακλύσει. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ να είχε πληρώσει με κιλοβατώρες αντί για αλήθειες...

And the gestures can kill us
Moreover destroy!

And there is one jugdement only.
Ένα χαμόγελο ήρθε να τον βρει. Έκλεισε το παράθυρο για να ακούει καλύτερα. Τα μικρά φωτάκια γύρω του χόρευαν σε κάθε στροφή που τον ανέβαζε προς την κορυφή. Τον περικύκλωναν ομαδικά, στις ισομετρημένες αποστάσεις τους, σχημάτιζαν φάλαγγες, μεραρχίες και έμπαιναν σε τροχιές που όριζε το μικρό ασφάλτινο πεπρωμένο με τις λακούβες και τις ελλειπείς προστατευτικές μπάρες. Κοίταξε τον μαύρο ουρανό και ξανά τα φωτάκια στο χώμα. "Θα μου κλάσετε τα αρχίδια" είπε χαμογελώντας στραβά.

I caught the slow cords
And dry ice fogging your mind...


Έκλεισε τα μάτια ενώ έπαιρνε τη στροφή. Όταν τα άνοιξε, ήταν εκεί που υπολόγισε πως θα βρισκόταν. "Καιρός ήταν" σκέφτηκε.

Σιγά-σιγά το τοπίο καθάριζε. Αργά αλλά σταθερά, τα μικρά φωτάκια, τα χωμένα στο χώμα εκεί χαμηλά, θάμπωναν. 'Ετσι, κρατώντας μια απόσταση, το αδύναμο φως τους δεν ενισχύονταν από την καμπυλότητα του κερατοειδή του και δεν πλημμύριζε το βλέμμα του.

I see all too clearly now
Why you should be discarded...


Μπορούσε να ξεχωρίσει το περίγραμμά τους τώρα. Ήταν μικρές λάμπες, μικρές λάμπες που έφεγγαν κλέβοντας τον μεγάλο Ηλεκτρισμό. Θυμήθηκε λίγο την ανατομία μιας λάμπας, χρειαζόταν κενό, το απόλυτο τίποτα και λίγη άρνηση στη φύση τους, την αντίσταση. Σιγά-σιγά το πείσμα τους, τις γέμιζε θέρμη και έλαμπαν αδύναμα -και αν είχε κανείς τα μάτια του λίγο υγρά ή διψασμένα, του φαινόταν πως είχε βρει έναν φάρο.

Having had my cup filled up with your lies and your makeup...

Έμεναν μόλις δύο στροφές για την κορυφή. Χαϊδεύοντας το υπάκουο τιμόνι, έστριψε το αυτοκίνητο και έβαλε ανάμεσα σε αυτόν και τις λάμπες τον δεξί του καθρέφτη. Έλαμπαν ακόμα πιο θαμπά εκεί μέσα, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν να το δει για να το ξέρει. Κοίταξε μόνο μια φορά τον αριστερό και ήταν σαν την ανάσα που παίρνει κανείς πριν κατεβεί απ'το τραίνο.

You were nothing...

Η τελευταία στροφή έφερε τα χωμάτινα φωτάκια στην πλάτη του. Έφτασε στην άκρη της μικρής αλέας που υπήρχε στην κορυφή, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στη νύχτα ακούγοντας τον τελευταίο στίχο που κατάφερε να διασχίσει το σκοτάδι και να φτάσει σε αυτόν.

Thinking you're something.

Η μελαγχολική μελωδία δεν ακουγόταν ως εκεί που είχε περπατήσει.
Εκεί είχε μόνο σιωπή, δροσιά και σκοτάδι.
Κοίταξε πρώτα τα μικρά φωτάκια και ύστερα τα μεγάλα αστέρια.
Με λίγη αγάπη για τα πρώτα και λίγο σκέρτσο προς τα δεύτερα, φύσηξε τον καπνό του πάνω και στα δύο.

Μόλις που πρόλαβε να διώξει τον οίκτο από το χαμόγελό του όταν είδε τα φώτα να κρύβονται μεμιάς πίσω από τον καπνό.
Έσφιξε το τσιγάρο στη χούφτα του και γύρισε να φύγει.
Στο αυτοκίνητο, το τραγούδι είχε αλλάξει.

1 σχόλιο: