Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Που ΄σουν μάγκα το χειμώνα;

Οι φίλοι μου παντρεύονται. Ένας-ένας χάνονται στη μαύρη άβυσσο της αιώνιας δυαδικότητας, των μισών που γίνονται αμετάκλητα (χμ) ένα, των "εμείς" και των διπλών ντουλαπιών στους καθρέφτες του μπάνιου. Βέβαια κατά κύριο λόγο, οι φίλοι μου είναι μεγαλύτεροι από εμένα, οπότε αυτό το αίσθημα απειλής που θα ένοιωθε κάποιος στη θέση μου δεν υφίσταται. Και αυτό είναι και το πιο τρομακτικό.

Υπάρχει κάπου στον κόσμο, στις εθνικά αμφισβητούμενες για έναν τοπικιστή Αθηναίο, περιοχές της Θεσσαλονίκης, ένα κοριτσάκι που δεν έχω γνωρίσει ποτέ. Είμαι απόλυτα βέβαιος πως πρόκειται για ένα αξιοθαύμαστο -παροντικά και μελλοντικά- πλασματάκι, γνωρίζοντας μόνο ψήγματα του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε και έχοντας δει μόνο φωτογραφίες του. Αυτό το πανέμορφο και καταπληκτικό κοριτσάκι λοιπόν, θέλει να γίνει το παρανυμφάκι μου.

Γνωρίζετε φυσικά πως ο αποτελεσματικότερος τρόπος να τρομάξεις έναν άνδρα είναι να κρυφτείς πίσω του και να του πετάξεις ρύζι. Ανήκω σε αυτή την κατηγορία, έχω ξυπνήσει μόνο μια φορά από εφιάλτη και ήταν όταν έβλεπα πως παντρεύομαι -έψαχνα τα χέρια μου μέσα στον αγουροξυπνημένο μου πανικό για κάποια βέρα. Και πλέον, με τις ριπές από hints να σκάνε δίπλα μου με τέτοια συχνότητα, λογικό θα ήταν να περιμένει κανείς από κάποιον κλασσικό μαλάκα "ορκισμένο εργένη" να νοιώθει τουλάχιστον άβολα. Ξέρετε, μιλάμε για το είδος του ανθρώπου που αν διάβαζε κάποτε αυτό το κείμενο θα έχωνε αντιυπερτασικά και στη σούφρα του. Και όμως, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Δεν σκέφτομαι φυσικά να παντρευτώ. Δεν το πάω εκεί. Προφανώς.
Θέλω απλώς να επισημάνω, εστιάζοντας σε μια μικρή λεπτομέρεια του γοητευτικού ψυχισμού μου, πως γίνεται ένα γενικότερο αίσθημα ολοκλήρωσης να αποδυναμώνει τις εκάστοτε πηγές αρνητισμού. Νομίζω πως για πρώτη φορά καταλαβαίνω το υλικά αυτονόητο, την αίσθηση της αδιαφορίας προς τη βροχή επειδή έχεις σπίτι, στέγη και καφετιέρα. Σίγουρα θα υπάρχει κάτι να λυθεί, τα υδραυλικά ή το πως θα διακοσμηθεί ένας τοίχος προς επίτευξη ακόμα μεγαλύτερης οικειότητας και προσωποποίησης, αλλά όλα αυτά αποτελούν τις εσωτερικές ασχολίες που κάνουν τον κόσμο να χτυπάει πάνω στις οχυρωμένες μας πλάτες, τις σκυμμένες πάνω από όλα όσα έχουν πραγματικά σημασία.

Τέλος πάντων. Απλώς μια παρατήρηση επί της καθημερινά αυξανόμενης αίσθησης πληρότητας.

Χθες λοιπόν γύρισα από τη Στουτγκάρδη. Απαίσια πόλη, έπρεπε να το θυμάμαι από την τελευταία φορά που πέρασα από εκεί, αλλά η άσβεστη αφοσίωσή μου στα Γερμανικά χώματα με κάνει να ξεχνάω τα μελανά τους σημεία. Μπαράζ από έρωτα αυτές οι μέρες.

Στη Στουτγκάρδη λοιπόν, γινόταν ένας γάμος μιας λατρεμένης φίλης με έναν -αν είναι δυνατόν- πιο λατρεμένο άνθρωπο και θέλω να πιστεύω, φίλο. Για να είμαι ακριβής: τον έχω δει μόνο δύο φορές και ξέρω πως εγώ είμαι φίλος και χαλί του -αλλά είναι τόσο καλόψυχος άνθρωπος, τόσο αξιοθαύμαστα ευγενής, που δεν τολμώ να θεωρήσω πως με θεωρεί και αυτός "δικό" του άνθρωπο παρά τα άπειρα δείγματα που μου δίνει. Long story short, δύο από τους πιο αξιόλογους και θαυμαστούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, αποφάσισαν να παντρευτούν. Το τραπέζι του γάμου έγινε σε μια μπυραρία, στο γραφικό χωριό του Marbach, τέρμα του S4. Ο φίλτατος Εβραίος που έχει τη μπυραρία (ο οποίος δεν παρέλειψε να επιβεβαιώσει κάθε κλισέ που τους αποδίδεται, με το να μας δίνει οδηγίες πως να τραβάμε το καζανάκι για να μη χαλάμε περισσότερο νερό από το οποίο χρειάζεται -ενώ τρώγαμε- ή να μας δείχνει πως το κάθε χρησιμοποιημένο αντικείμενο μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμο ως νέος Ιωακείμ Μαγκάηβερμποργκ) φτιάχνει τη δική του μπύρα. Φτιάχνει ξανθιά μπύρα, φτιάχνει Heffe, φτιάχνει μαύρη, απ' όλα φτιάχνει. Δε θέλω να ξέρω από τι τις φτιάχνει πλέον (υποψιάζομαι από Γερμανούς) αλλά ήταν πολύ ωραίες και πολύ Εβραϊκές, με την έννοια πως ενώ ήταν ελαφριές, είχαν έναν ύπουλο χρονοδιακόπτη κλασίματος. Αυτό επιβεβαιώθηκε από αφηγήσεις φίλων, του πως είχα πιάσει 3ωρη κουβέντα με μια Καναδή (που όλοι οι ανύπαντροι ήθελαν να γνωρίσουν διεξοδικά και βαθύτερα) για τον Nietzsche και την επίδραση της επιστήμης της ψυχολογίας -που εξασκούσε- πάνω στον ίδιο ψυχισμό του εφαρμοστή της υπέρ της "συγχωρητικής υποκειμενικότητας προς όφελος των ανάξιων" όπως θυμάμαι -περιέργως- πως της έλεγα. Όλα αυτά ενώ ο μαγικός Εβραίος μας έλεγε γρίφους "που πήγε το παραπανίσιο ευρώ;" και ιστορίες από τις εποχές που εργαζόταν ως -get this- λογιστής.

Καταπληκτικές μέρες. Ακολουθεί σάπιο αξημέρωτο ξύπνημα προς το αεροδρόμιο. Παρέα με όλη την αξιαγάπητη κωλοφάρα των συμπατριωτών μας "ιγουώ άμα δη βλέπου ήλιου εν μπουρουώ" και "ωραία η Γερμανία αλλά άμα δεν έχει τρίχα η γκόμενα..." μπαίνουμε στο αεροπλάνο. Ελπίζοντας να μην τύχουμε σε κάποιον μαγικό άνθρωπο σαν τον παππού που καθόταν πίσω μας 2 μέρες πριν... α ναι, αυτό. Παρένθεση.

Είστε στο αεροπλάνο. Και εκεί που κάθεστε ήσυχοι και νυσταγμένοι, ακούτε ξαφνικά από πίσω έναν γραπτώς απερίγραπτο ήχο που μοιάζει με μίζα που δε δίνει, βήχα, γέλιο και ρόγχο ετοιμοθάνατου μαζί. Αν έπρεπε να γραφτεί θα γραφόταν "χχχχχααααααεεεεεεεερργγκκκχχ...".

Το ακούτε μια φορά. Κοιτάζεστε με τον κολλητό σας και χαμογελάτε το χαμόγελο του γουανταφάκ. Περνάνε 5 λεπτά και το ξανακούτε. Και αρχίζετε να κλαίτε από το νευρικό.
Γίνεται αρκετές φορές. Σε κάποια φάση, κάπου πάνω απ'την Ελβετία, αντιλαμβάνεστε πως ο κύριος που παράγει το μαγικό επιφώνημα, λέει και λέξεις. Και στήνετε αυτί.

"Χαααεεε....χααααεεαντεεεε μωρη πουτααανααααργκχ!!!"

Νομίζετε πως θα πεθάνετε από ασφυξία, νομίζετε πως οι φλέβες σας θα σπάσουν και το στομάχι σας θα εκραγεί, πως τα νεφρά σας δραπετεύουν απ'τη μύτη σας και ενώ σκουπίζετε δάκρυα...

"χχχχχααααααεεεεεεεερργγκκκχχ πουταααναααααααγγκχ"

Και όλα γίνονται απ'την αρχή.

Κάποια στιγμή ακούτε μια γυναικεία φωνή στο αυτί σας να σας μιλάει με σπαστά Ελληνικά:

-Χίλια συγκνώμη, ο άντγας μου έχει πάθει εγκεφαλικό, είναι σαν πέντε χγονών παιντάκι...
-...

Δεν έχεις τι να πεις. Νοιώθεις μαλάκας. Έπρεπε να το 'χες σκεφτεί. Το γέλιο πέθανε και απλώς ακούς την ιστορία για να φανείς τουλάχιστον τώρα ευγενικός. Μαλάκα.

-Καλυτερεύει;
-Ντυστυκώς όκι, όσο πάει γκίνεται και κειρότερα...
-ΧΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΕΡΓΚΚΚΧΧΧΧ ΠΟΥΤΑΝΑ

Και εκεί δεν αντέχεις. Δεν αντέχεις ρε πούστη.

-Τυμάται μόνο αυτές τις τγεις λέξεις...
-ΧΑΑΑΑΝΤΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΑΑΝΑΑΑΑ

Και σκέφτεσαι, γιατί να μη θυμάται "καρέκλα, σύρτης, πορτοκάλι" και πρέπει να κρατηθείς, ο άλλος ο μαλάκας ο κολλητός σου έχει πέσει στο πλάι πάνω στο παράθυρο με σπασμούς από τα γέλια, εσύ τον βλέπεις, η Ελληνογερμανίδα όχι, και πρέπει να κρατηθείς, τι φταίει και αυτή, ΧΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΕΕΕΡΓΓΚΚΚΚΚΚΚΧΧ, δακρύζεις, δακρύζεις μαλάκα, η κουβέντα τελειώνει και γυρνάς μπροστά και ΠΟΥΤΑΑΝΑΑΑΑΑΧΧΓΚΚΚΚ και πεθαίνεις.

Μαυρίζουν όλα σιωπηλά και χωρίς οξυγόνο και προσπαθείς να μην τρέμεις γιατί αν το κάθισμα κουνιέται, η πίσω ξέρει ότι σπαράζεις στα γέλια. Και φυσικά αποτυγχάνεις, όλες μα όλες τις φορές που σε πιάνει.

Παρενθέσεως τέρμα. Είμαστε πίσω στο αεροπλάνο, πάνω από τα χιονισμένα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Το αεροπλάνο πλησιάζει το διάδρομο, σχεδόν παράλληλα, πιο κάτω, πιο κάτω...

Οι κινητήρες τα δίνουν όλα, η μύτη σηκώνεται, φεύγεις.
Λόγω κακών καιρικών συνθηκών πας Αθήνα.
Εκεί μένεις, αλλά η κοπέλα σου σε περιμένει στο αεροδρόμιο. Ίσως μαζί με το παρανυμφάκι σου, δεν έχεις καταλάβει. Πω ρε πούστη.

Είσαι στο Ελευθέριος Βενιζέλος. 20 λεπτά από το σπίτι σου, με ελαφρό χανγκόβερ και πολλή νύστα. Πεινάς. Τα σουβλάκια στα φέρνει ο αιώνιος πατέρας. Ο κολλητός σου σού κάνει παρέα έχοντας την ψευδαίσθηση πως ίσως πάρει τις αποσκευές του και πάει σπίτι του, γλυτώνοντας 6 ώρες ταξίδι με το ΚΤΕΛ Σαλονίκη-Αθήνα. Στη χειρότερη θα μείνει εκεί και θα κρατήσω εγώ τη βαλίτσα του επάνω.

Είσαι στην πύλη. Τα σουβλάκια είναι στην πόρτα αλλά εσύ πετάς και πεινάς και σημασία έχει μόνο το πρώτο. Έχουν περάσει 2 ώρες και κάτι, η κοπέλα σου για κάποιο μυστηριώδη λόγο σε αγαπάει αρκετά ώστε να κάθεται ακόμα να σε περιμένει ενώ δεν ξέρει καν αν θα πας, ο κολλητός σου τσακώνεται με ότι έχει άρθρωση επειδή δεν του δίνουν τη βαλίτσα του, πας να μπεις στο αεροπλάνο, ο κολλητός σου φεύγει, δύο γκομενάκια τον κυνηγάνε και του λένε ότι όχι πούστη, θα πετάξεις θες δε θες, θα πας στη Σαλλονίκη να μάθεις να μιλλάς σωστά Ελλληνικά και να προσκυνάς τον ΜΠΑΟΚ, μπαίνουμε στο αεροπλάνο, τρώμε τα κουλουράκια που μας έφτιαξε η νιόπαντρη Σωτηρία, φτάνεις Θεσσαλονίκη, αεροδρόμιο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, αγκαλιές, φιλιά, καφές, ωραίο σπίτι στον 7ο όροφο, ποιον έβδομο ρε πούστη, που είναι το τηλεσκόπιο, οι πολεμίστρες και το ελικοδρόμιο, ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης, σταθμός ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (το κατάλαβες πούστη χαμουτζή ή να στο κάνω και κλύσμα;), στάση στο Χάος έξω απ'την Καβάλα, τρως κάτι που έχει μεταμφιεστεί σε λουκάνικο -από το βρώμικο έξω από την Καβάλα, δεν είσαι γενναίος, αυτοκτονικός είσαι- φτάνεις Κομοτηνή, σπίτι, αγκαλιές, το λουκάνικο ξυπνάει και σκοτώνει τα πάντα, έντερα, στομάχια, πορσελάνες και υδάτινους ορίζοντες, κοιμάσαι και ξυπνάς στις 5 επειδή είσαι πτώμα, πεινάς, είσαι ακόμα κουρασμένος, αν είναι δυνατόν, αλλά τουλάχιστον είσαι επιτέλους μαζί της.

Είναι όλα ένας συνειρμικός αχταρμάς που μπορεί να γαμάει τον εαυτό του.
Θα κατακαθίσουν όλα όμως, πολύ-πολύ σύντομα και κάθε ταξινόμηση σε πράξεις, προγραμμα και λέξεις θα είναι περιττή.
Και όλα θα είναι θερμότητα σώματος και υπέρταση και Βερολίνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου