Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Αρμοδιότητες III



-Και να 'χω κατέβει τώρα εγώ μέσα στην κωλόζεστη, να φέρνει και ο αέρας όλη την άμμο στη μάπα μου, να ζέχνει ο τόπος κοπριά και ιδρωτίλα και να σκάει μύτη ο Κύριος από 'δω και να μου κάνει χαλάστρα. Τσάμπα όλη η μέρα, τσάμπα ετοίμαζα δηλώσεις, χαρτόσημα, όλες τις γραφειοκρατικές μαλακίες. Και τότε ήταν πολύ περισσότερη η χαρτούρα απ' ό,τι σήμερα ε, σήμερα δυο κλικ κάνω και είμαι οκ.

Ο μαυροφορεμένος χλωμός τύπος έδωσε το τρίφυλλο στον μουσάτο στα άσπρα που καθόταν δίπλα του που είχε διπλωθεί στα δύο απ' τα γέλια.

-Έπρεπε να τον δεις, είπε στον τρίτο της παρέας, έναν μορφονιό με κοστούμι και γένια 2 ημερών, λίγο πριν πάρει τζούρα. Ξανάρχισε να γελάει και συνέχισε μέσα από χασκόγελα:

-Να κάθεται εκεί πάνω από το κουφάρι με τη σοβαρή τη μούρη, κανονικός δημόσιος υπάλληλος φάση, και ξαφνικά σκάω εγώ με το πλήθος απ' έξω...

-Και ο μαλάκας δε με προειδοποίησε, καθόμουν εγώ 2 ώρες και περίμενα το σήμα για την εκφόρτωση, καθόμουν μέσα στο χαμόσπιτο, το στάβλο να πούμε και εκεί που αναρωτιόμουν τι διάολο παίζει, ακούω αυτόν εδώ να λέει με αυτή τη μαλακισμένη επίσημη φωνή του "Εγέρθητι". Τι εγέρθητι ρε πούστη λέω, σε ποιον μιλάει, και ξαφνικά βλέπω το Λάζαρο να σηκώνεται. Πανικοβάλλομαι εγώ, πέφτω πάνω του, κάτσε κάτω ρε γαμιόλη του λέω, που πας; "Με φωνάζουνε" μου λέει αυτός. "Λάζαρε" φώναζε ο άλλος ο χίπης απ' έξω, "Λάζαρε". "Να, ακούς; Με φωνάζει ο Κύριος" μου λέει και πάει να ξανασηκωθεί, αρπάζω ένα σφυρί που ήταν εκεί παραδίπλα, πάω να του το φέρω στο κεφάλι, πατάω ένα κιλίμι, γλιστράω, σκάω κάτω, μου φεύγει και το σφυρί, έχω γίνει ρόμπα τελείως τώρα, ο άγγελος του θανάτου να σκοντάφτει σε κιλίμια και ακούω και τον άλλο τον παπάρα απ' έξω "Λάζαρε, δεύρω έξω!". Μπα γαμώ το σπίτι μου, τι με κατέβασε λέω ο ηλίθιος άμα ήταν να τον κάνει ρημπούτ.

Ο ασπροντυμένος μουσάτος χίπης και ο κοστουμαρισμένος μορφονιός είχαν γείρει ο ένας επάνω στον άλλο και δακρύζανε απ' τα γέλια. Ο Θάνατος τους κοιτούσε μισο-θιγμένος και μισο-γελώντας.

-Κοίτα, κοίτα γελάει ο παπάρας, γελάει. Φάτε εδώ έναν σωτήρα της ανθρωπότητας, να κάνει φάρσες στο θάνατο.

-Έλα μωρέ και 'συ, είπε με δάκρυα στα μάτια ο μορφονιός, σιγά τι έπαθες. Αφού ο Λάζαρος πέθανε 3 μήνες μετά όταν του έπεσε στο κεφάλι εκείνο το δοκάρι στο σπίτι του.

-Α ναι, ήθελε να το φτιάξει κάνα δίμηνο αλλά το ανέβαλλε συνέχεια επειδή είχε χάσει το σφυρί του.

Αυτή τη φορά ξέσπασαν και οι 3 σε νευρικό γέλιο. Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος "να πάτε να γαμηθείτε" αλλά γελούσαν και οι 3 τόσο δυνατά που δεν πήραν καν είδηση την πληγωμένη κραυγή του Λάζαρου.

-Να σου πω ρε συ, είπε ο Θάνατος στον Γιο, εσύ θα αλλάξεις ποτέ γκαρνταρόμπα; Σα φάντασμα φεμινίστριας είσαι με αυτή τη ρόμπα και τα μούσια.

-Ναι ρε συ, πρόσθεσε ο μοδάτος μορφονιός, κάνε κάτι να πούμε.

-Γιατί ρε παιδιά, τι έχω; Εγώ το βρίσκω πολύ κλασσικό.

-Τι κλασσικό ρε 'συ, έχεις δει πως είσαι; Μούσια, άσπρη ρόμπα, σταυρός... Σα ράπερ που 'χει πέσει στη χλωρίνη είσαι ρε. Σε λένε και Γιο, άντε πάρε τη Μαγδαληνή και κάντε κάνα βιντεοκλίπ να πούμε.

-Και τι να φορέσω ρε μαλάκες, κοστούμι; Άμα χέσει το περιστέρι το αρμάνι τι θα κάνω εγώ μετά; Θα με σκίσει η Μάνα μου.

-Γιατί ρε, πετάχτηκε ο μορφονιός, εγώ που 'μαι όλη μέρα μέσα στα καζάνια και τα κάρβουνα πως την παλεύω;

-Εσύ έχεις ατμοσίδερο.

-Αυτό δεν είναι για να πλένει, για να σιδερώνει είναι.

-Καλά σου λέει ρε ανεπρόκοπε. Αλλά τι να περιμένει κανείς, 33 χρονών (χώρια τα 2000 φεύγα) και ακόμα μένεις με τη μάνα σου.

-Εντάξει ρε παιδιά που να το ξέρω. Πάντως να άλλος ένας λόγος να φοράω τη ρόμπα, δε θέλει σιδέρωμα.

-Καλά και εγώ αν πόζαρα συνέχεια σαν κεφαλαίο ταφ δε θα ήθελε σιδέρωμα το κοστούμι. Εσύ δεν είσαι Σωτήρας, κρεμάστρα είσαι.

-Να σου πω ρε Θάνο, πετάχτηκε ο κοστουμαρισμένος.

-Πες μου.

-Έχω μια απορία.

-Για πες.

-Ήθελα να σε ρωτήσω...

-Ναι...

-Είναι κάτι που δεν έχω καταλάβει.

-ΘΑ ΜΟΥ ΣΠΑΣΕΙΣ ΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΤΩΡΑ; ΛΕΓΕ.

-Να, αναρωτιόμουν, ρε παιδί μου, πες πως σε 5 λεπτά πεθαίνει κάποιος στη Μογγολία, ωραία;

-Ναι.

-Και ας πούμε πως την ίδια στιγμή πεθαίνει κάποιος και στη Χιλή.

-Ναι...

-Πως την παλεύεις να πηγαίνεις και στους δύο;

-Ε δεν είναι ανάγκη να πάω την ίδια στιγμή και στους δύο.

-Α, πας στον Χιλιανό ας πούμε 5 λεπτά μετά.

-Ναι.

-Αλλά μέσα σε αυτά τα 5 λεπτά πεθαίνει και κάποιος στην Αυστραλία.

-Που το πας;

-Το πάω στο ότι αναβολή στην αναβολή, πεντάλεπτο στο πεντάλεπτο, υπάρχει κάποιος αυτή τη στιγμή που μιλάμε που έχει ζήσει 40 χρόνια περισσότερο επειδή εσύ δε μπορείς να κουμαντάρεις το φόρτο εργασίας.

-Ρε 'συ, δίκιο έχει.

-Τι δίκιο μωρέ, αφού υπάρχουν καταστάσεις. Όποιος ήταν να διακομιστεί έχει διακομιστεί.

-Και ποιος τις ελέγχει τις καταστάσεις;

-Τι ποιος τις ελέγχει, κανείς. Εγώ τις ελέγχω.

Ο μορφονιός ανασήκωσε με νόημα τα φρύδια του και δεν είπε τίποτα.

-Κάτσε ρε, εεε, κάτσε ρε μαλάκα, τι λες τώρα; Λες ότι κλέβω; Αυτό λες;

-Όχι, δε λέω αυτό. Λέω πως ΑΝ έκλεβες, δε θα μπορούσε να το ξέρει κανείς.

-Πως δε θα μπορούσε, αφού ο Γιο είναι πανταχού παρών.

-Πανταχού παρών εις την τρίτη παρακαλώ, συμπλήρωσε περήφανα ο μουσάτος.

-Τι πανταχού παρών ρε μαλάκα; Ο ένας είναι κάτι τρισεκατομμυρίων χρονών, εδώ τον ρώτησαν πως τον λένε και δε θυμόταν, τους είπε "δεν έχω όνομα γιατί είμαι μοναδικός". Αλτσχάημερ σε τελικό στάδιο. Ο άλλος είναι εδώ μαζί μας και την πίνει και ο τρίτος είναι περιστέρι. Τι πανταχού παρών και μαλακίες; Πιο πανταχού παρόντα είναι τα καγκουρώ στην Γροιλανδία παρά αυτός.

Γύρισαν και κοίταξαν τον Γιο. Αυτός, αφαιρεμένος και συνειδητοποιώντας την ξαφνική σιωπή, γύρισε προς το μέρος τους.

-Μμμ; Τι; Ποια Γροιλανδία;

Ο μορφονιός κοίταξε δικαιωμένος τον Θάνατο.
Αυτός με τη σειρά του κοίταξε τον Γιο.

-Να του το πω;

-Δε γαμιέται, φιλαράκι είναι.

-Α ΜΑ ΝΑΙ, ΒΕΒΑΙΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΕΡΕΖΑ ΚΟΛΛΗΤΗ.

-Εντάξει μωρέ, κάναμε και 'μεις μια μαλακία κάποτε και μας έμεινε η ρετσινιά.

-Τέλος πάντων, μου έχει δοθεί ένα μοναδικό χάρισμα. Δηλαδή όχι ακριβώς μοναδικό, το 'χεις και 'συ σε έναν ορισμένο βαθμό...

-Δηλαδής;

-Να, ξέρεις πως όταν τους παρουσιάζομαι για να τους πάω βόλτα, εμφανίζομαι σαν ένας απ' αυτούς;

-Ναι. Ο κλασσικός κανόνας "θνητό όχημα για τον θνητό κόσμο" κτλ.

-Ναι, λοιπόν, μπορώ να το κάνω με περισσότερες από μια μορφές ταυτόχρονα.

-Τι δηλαδή... Να χωρίζεσαι; Σαν αμοιβάδα;

-Νννναι, σε ψυχοπνευματικό επίπεδο. Μπορώ να είμαι δύο θνητά σώματα ταυτόχρονα. Ή περισσότερα.

-Μπορείς να κάνεις παρτούζα με τον εαυτό σου δηλαδή;

-Ρε μαλάκα Λου, μιλάμε σοβαρά τώρα.

-Δεν έχεις τίποτα ανάμεσα στα πόδια σου, γι' αυτό δε το βρίσκεις σοβαρό. Και να σου πω, δηλαδή μπορείς να είσαι ταυτόχρονα στην Αυστραλία και τον Καναδά πχ;

-Ναι. Θεωρητικά μπορώ να είμαι σε κάθε ζωντανό οργανισμό στον πλανήτη. Καλά, όχι σε κάθε ζωντανό οργανισμό, οκ, μόνο σε ανθρώπους.

-Τι λες ρε μαλάκα; Καταλαβαίνεις τι λες;

Ο Λου είχε αναψοκοκκινίσει.

-Τι λέω;

-ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ... ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΟΤΙ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ;

-...Ναι.

-ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ, ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΜΕΝΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ; ΣΤΟ ΕΤΣΙ; ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙΣ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ; ΚΑΙ ΜΕ ΤΗ ΒΟΥΛΑ;

-Ναι.

-ΚΙ ΕΓΩ ΘΕΛΩ!

-Ναι, ακριβώς επειδή εσύ ΘΕΛΕΙΣ δε μπορείς. Για μένα που αυτό μεταφράζεται σε ΔΟΥΛΕΙΑ και ΑΓΓΑΡΕΙΑ όμως μαλάκα, όσοι λιγότεροι πεθαίνουνε, τόσο καλύτερα.

-ΜΕ ΓΑΜΗΣΕΣ ΤΩΡΑ. ΜΕ ΓΑΜΗΣΕΣ. ΧΑΛΑΣΤΗΚΑ ΑΣΧΗΜΑ.

-Κάτσε ρε Λου, πετάχτηκε ο Γιο. Χαλάρωσε, άμα ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα δε θα 'χε πλάκα.

-ΠΟΙΑ ΠΛΑΚΑ ΡΕ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΜΕΝΕ ΚΑΙ 'ΣΥ; ΠΟΙΑ ΠΛΑΚΑ; ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΚΑΝΩ;

-Όχι;

-ΟΧΙ ΗΛΙΘΙΕ. ΕΓΩ ΕΧΩ ΣΚΟΠΟ. ΕΓΩ ΕΧΩ ΕΝΑ ΙΔΕΩΔΕΣ. ΕΙΜΑΙ ΙΔΕΑΛΙΣΤΗΣ ΕΓΩ. ΕΙΜΑΙ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΣ.

-Πόσο κάπνισε ο παπάρας;

-ΓΙΑΤΙ ΞΕΚΙΝΗΣΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΡΕ; ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ; ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΕΦΥΓΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΔΕΜ ΚΑΙ ΚΑΤΕΛΗΞΑ ΝΑ ΞΕΡΟΨΗΝΩ ΤΙΠΟΤΕΝΙΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ ΣΤΟ ΠΥΡ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΟΝ;

-Νόμιζα πως το διασκέδαζες.

-Καλά, ναι, από ένα σημείο και ύστερα συνηθίζεις και βρίσκεις το καλό στο κάθε τι, ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΤΕ ΜΩΡΕ; Και να σας πω, υπάρχει και άλλος που μπορεί να το κάνει αυτό;

Ο Λου κοιτάχτηκε με τον Γιο.

-Όχι, μόνο εμείς οι δύο. Οι τέσσερις τέλος πάντων, δεν ξέρω για πόσους μετράει ο Γιο.

Ο Λου είχε ασπρίσει.

-Δηλαδή... Δηλαδή είναι όλα μάταια.

-Έλα;

-Εννοώ πως ακόμα και αν κατάφερνα να διαφθείρω όλες της ψυχές, αυτός εδώ ο χίπης θα μπορούσε απλώς να τις καταλάβει και να τις... να τις ελευθερώσει, ξέρω 'γω.

-Μμμμναι, θεωρητικά θα μπορούσα. Αλλά δε το κάνουμε ποτέ αυτό.

-Δεν;

-Όχι. Δε θυμάσαι τον κατακλυσμό; Τα Σόδομα και τα Γόμορρα; Την Αίγυπτο, την Ιεριχώ, τη Χιροσίμα; Απλώς τους σκοτώνουμε.

Ο Θάνατος έβγαλε έναν βαριεστημένο αναστεναγμό στο άκουσμα της φράσης.

Ο αποσβολωμένος Λου κοιτούσε τον Γιο με γουρλωμένα μάτια.

-ΓΙΑΤΙ;;; φώναξε εν τέλει.

Ο Γιο ανασήκωσε τα χέρια του.

-Σου είπα, αλλιώς δε θα είχε πλάκα.

-Μαλάκα Γιο, υποτίθεται πως ΕΓΩ είμαι ο κακός της υπόθεσης!

-Έχεις μείνει πολύ καιρό με τους ανθρώπους και έχεις αρχίσει να υιοθετείς την εννοιολογία τους. Θυμήσου, "άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου".

-Ωραία, και ποιες είναι αι βουλαί του Κυρίου γαμώ;

Ο Γιο πήρε μια τζούρα και πέρασε το τρίφυλλο που δεν τέλειωνε ποτέ, στον Θάνατο. Ανασήκωσε τους ώμους του.

-Μαλάκα, δεν έχω ιδέα.

2 σχόλια: