Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Εύα.



2723 Μ.Χ.


Ο ανθρώπινος πληθυσμός έχει σταθεροποιηθεί στα 9 δισεκατομμύρια ακολουθώντας τη συνθήκη της Αγίας Πετρούπολης για πληθυσμιακό έλεγχο βάσει καρυοτυπικών αλγόριθμων εξάλειψης δυσμενών προδιαθεσικών παραγόντων. Η παγκόσμια ειρήνη έχει επιτευχθεί και ο έκτος παγκόσμιος πόλεμος, η τελευταία μεγάλης κλίμακας σύρραξη, αποτελεί πλέον ιστορία δύο και πλέον αιώνων.


Κάποια στιγμή, κατά την κρίσιμη καμπή της οικουμενικής περιβαλλοντολογικής πολιτικής στις αρχές του τέταρτου αιώνα της χιλιετίας, το σύνδρομο της Χαϊδελβέργης αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ως γονιδιακά επικρατώς κληρονομούμενη ανωμαλία. Αρχικά είχε υποτεθεί πως τα μαζικά και σε παγκόσμιο επίπεδο συμπτώματα, ήταν απλώς το αποτέλεσμα της αύξησης του ποσοστού των δικλωθηρανών υδρογονανθράκων στον ατμοσφαιρικό αέρα, του μόνου δυσμενούς αποτελέσματος της οικιακής ψυχρής σύντηξης. Όταν έγιναν μελέτες και διαπιστώθηκε πως οι εξωγενείς παράγοντες δεν επηρέαζαν την εξέλιξη των συμπτωμάτων, καταχωρήθηκε ως μια εκ γενετής φερόμενη μετάλλαξη κάποιου γονιδίου. Θεωρίες για μια απλή εξελικτική διαδικασία που ήθελε το ανθρώπινο μάτι να προσαρμόζεται στην έλλειψη ικανών χρωματικών ερεθισμάτων και να αυτορυθμίζει την αξιολόγηση του υφιστάμενου κορεσμού, δεν φάνηκαν ικανές να στηρίξουν την απότομη και παγκόσμιας κλίμακας μεταβολή.


Παρά το πλήθος των επαναστατικών ανακαλύψεων στους τομείς της βιολογίας και της ιατρικής, το σύνδρομο της Χαϊδελβέργης παρέμενε ένα μυστήριο για αιώνες. Με το πέρασμα αυτών των αιώνων και την πανανθρώπινη υποταγή στα συμπτώματα, το σύνδρομο της Χαϊδελβέργης σταμάτησε να αποτελεί μυστήριο, πρόκληση -ακόμα και να θεωρείται ασθένεια- και οι θεωρίες περί εξελικτικής προέλευσής του ήταν το μόνο εναπομείναν συμπέρασμα στο οποίο μπορούσε να καταλήξει το ανθρώπινο είδος μετά την αποτυχία του να ιαθεί.


Όταν η ανθρωπότητα υποδέχτηκε το έτος 2552 Μ.Χ. η δυνατότητα και του τελευταίου ζεύγους ανθρώπινων ματιών να διακρίνει χρώματα πέραν των διαβαθμίσεων του γκρι, είχε οριστικά χαθεί.

Ι.

Η Εύα ξύπνησε για ακόμα μια φορά βήχοντας και προσπαθώντας να αναπνεύσει κανονικά. Χτύπησε εκνευρισμένη με το χέρι της το μαξιλάρι ενώ ταυτόχρονα τραντάζονταν ολόκληρη από τους πνευμονικούς της πυροβολισμούς και πνιχτές βρισιές βγήκαν από το στόμα της με τη μορφή ακατανόητων ήχων.

Για πολλοστή φορά την τελευταία εβδομάδα, η Εύα είχε ξυπνήσει από το ίδιο όνειρο. Έβλεπε πως κολυμπούσε σε ένα πεπερασμένου μα τεραστίου μεγέθους ενυδρείο, κάτω από την επιφάνεια του νερού. Περικυκλωμένη από καρχαρίες, η Εύα προσπαθούσε να ανακαλύψει την σωστή διαδρομή προς τα πάνω, τη διαδρομή που θα την έφερνε ακίνδυνα στην επιφάνεια και το οξυγόνο.

Το πρόβλημα ήταν πως η Εύα κρατούσε την αναπνοή της και στην πραγματικότητα, οπότε κάποια στιγμή η ανοξία που επέβαλλε στο σώμα της, την ξυπνούσε αγενώς και απότομα. Επιπλέον, όσο και αν η Εύα ήθελε να ξεφορτωθεί αυτό το κακό όνειρο που της χαλούσε τον ύπνο, ήταν βέβαιη πως σήμαινε κάτι, πως δεν ήταν τυχαίο το γεγονός πως το έβλεπε τόσο συχνά και τακτικά στον ύπνο της. Το υποσυνείδητό της προσπαθούσε κάτι να της πει, μα τι;

Και ήταν και κάτι άλλο, κάτι πολύ περίεργο στο όνειρο που η Εύα δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει. Μια αίσθηση διαφορετικότητας που ξεπερνούσε την συνήθη απόσταση πραγματικότητας και ονειρόκοσμου, μια υπερκόσμια αντίληψη του περιβάλλοντος που δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να περιγράψει, να μιμηθεί ή ακόμα και να θυμηθεί ακριβώς. Αναπνέοντας γρήγορα και εκνευρισμένα, αποφάσισε πως ήταν καιρός να μιλήσει κάπου.

ΙΙ.

Η Εύα ανακάτεψε τον καφέ της και κοίταξε αφηρημένα το αμυδρά όρια του μεγάλου ενιαίου πεδίου που κάλυπταν με ανελέητη στοργή το βράχο της Ακρόπολης και τον κατάλευκο κύκλο του ήλιου που φωτοβολούσε πίσω από τα γκρι σύννεφα. Μόλις είχε σταματήσει να μιλάει. Ο Κύρος την κοίταξε προβληματισμένος.

-Κοίταξε να δεις, εγώ γενικά πιστεύω πως τα όνειρα σημαίνουν κάτι... Με την έννοια πως μπορεί να μας λένε κάτι που ξέρουμε και δε θέλουμε να παραδεχτούμε ή μια εκδοχή για κάποιο θέμα την οποία δεν είχαμε σκέφτει... Ξέρεις, τέτοια πράγματα, να είναι μια μορφή ερμηνείας καταστάσεων που ζούμε.
-Μμμ, συμφωνώ.
-Σε προφητικά όνειρα και τέτοια, δεν πιστεύω. Άμα δεν μου πει κανείς ξεκάθαρα "είδα να με πυροβολεί διαστημόπλοιο στις 4 του μήνα" και να γίνεται, εντάξει, όχι. Και εγώ μπορεί να δω στον ύπνο μου μια κουκουβάγια και 4 δέντρα και να πω μετά "αααα το είχα προβλέψει". Αλλά αυτά είναι πίπες.
-Μμμ.
-Μούξινος. Το θέμα ρε Εύα όμως είναι πως δε μπορώ να αντιστοιχήσω αυτό που είδες με κάτι που συμβαίνει. Ξέρω τι γίνεται στη ζωή σου επειδή είμαι κολλητός σου, τα βλέπω πιο αντικειμενικά επειδή δεν είμαι εσύ, αλλά και πάλι, δε μπορώ να κάνω τη σύνδεση. Καρχαρίες και ενυδρεία και δεν ξέρω και 'γω τι άλλο που...

Η Εύα γύρισε απότομα το κεφάλι της προς το δρόμο. Έψαξε έντονα με τα μάτια της για κάτι, αλλά η ματιά της γυρνούσε πάντα σε ένα μεγαλόσωμο λυκόσκυλο που είχε βγει βόλτα μαζί με τον ιδιοκτήτη του. Ο Κύρος γύρισε και αυτός να κοιτάξει παραξενεμένος. Η χροιά στη φωνή της Εύας έσταζε αβεβαιότητα:

-Το είδες αυτό;
-...Ποιο;
-Δεν ξέρω.
-Α ναι ρε 'συ, το βλέπω συχνά.
-Ε; Ποιο βλέπεις συχνά;
-Δεν ξέρω.
-Με δουλεύεις ρε Κύρο;
-Εγώ ή εσύ με δουλεύεις μωρέ; Με ρωτάς αν είδα κάτι που δεν ξέρεις τι ήταν;

Η Εύα ξεκίνησε πάλι να ψάχνει έχοντας ως κέντρο της αναζήτησης το λυκόσκυλο.

-Τον σκύλο κοιτάς; Τι κοιτάς;
-Δεν ξέρω, είδα κάτι... Κάτι περίεργο...
-Τι περίεργο; Πως ήταν;
-Δε μπορώ να σου εξηγήσω... Ήταν αλλιώς...
-Ε πως αλλιώς γαμώτο; Είχε φτερά, είχε προβοσκίδα, κέρατα, πως ήταν;
-Το στόμα του...
-Ε;

Η Εύα σιώπησε. Κοίταξε το μεγάλο λυκόσκυλο που είχε κάτσει στα πίσω του πόδια και λαχάνιαζε. Η μεγάλη του γλώσσα κρεμόταν έξω από το στόμα του καθώς το όμορφο ζώο ξεκουραζόταν. Η Εύα έμεινε καρφωμένη πάνω του για λίγες στιγμές ακόμα και μετά γύρισε πάλι στον Κύρο.

-Τέλος πάντων, γάμα το. Της φαντασίας μου θα ήταν.

ΙΙΙ.

Την επόμενη μέρα η Εύα ξύπνησε πάλι από το ίδιο όνειρο, πλύθηκε όπως πάντα, έφαγε το ίδιο πρωινό όπως κάθε άλλη μέρα και κάνοντας τη μοναδική εξαίρεση στην συνήθη πρωινή της ρουτίνα, ξεκίνησε για το πανεπιστήμιο. Σε μια καφετέρια έξω από την είσοδο είδε τον Κύρο να κάθεται με μια κοπέλα που δεν ήξερε. Αν ο Κύρος δεν ήταν ανοιχτά γκέυ, η Εύα θα το σκεφτόταν και δεύτερη φορά πριν αποφασίσει να κάτσει μαζί τους, μα όπως είχαν τα πράγματα, δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάποιου είδους χαλάστρα. Τους πλησίασε και τους χαιρέτισε χαμογελώντας νυσταγμένα.

-Καλημέρα παιδάκια. Τι κάνετε;
-Ωπ, τι κάνεις εσύ εδώ ρε; Ποιος φούρνος γκρεμίστηκε;

Η κοπέλα δίπλα στον Κύρο ανακάθισε και ρώτησε χασκογελώντας,

-Αλήθεια αυτή η έκφραση από που έχει προκύψει;
-Νομίζω πως "φούρνοι" ήταν κάποιες συσκευές πριν πεντακόσια και βάλε χρόνια, που ετοίμαζαν το φαγητό χρησιμοποιώντας ακατέργαστη θερμότητα.

Ο Κύρος χαμογέλασε περήφανα και δείχνοντας την Εύα, είπε

-Χρύσα, να σου συστήσω την Εύα, τον μεγαλύτερο ξερόλα της ηπείρου. Εύα, από 'δώ η Χρύσα, η πηγή των πιο απρόβλεπτων και μυστήριων αποριών της οικουμένης.
-Χάρηκα πολύ Εύα.
-Και εγώ, έχεις και ωραίο όνομα.
-Το "Χρύσα"; Σ' αρέσει;
-Ναι, έχει κάτι το αρχαϊκό.
-Αλήθεια; Δεν ξέρω καν τι σημαίνει.
-Βγαίνει από το "χρυσό", ήταν ένα μέταλλο, κατά βάση άχρηστο...
-Χαχαχα ευχαριστώ ρε!
-...περίμενε! Κατά βάση άχρηστο, μα φοβερά πολύτιμο. Σκέψου ότι κάποτε και για πολλές χιλιετίες, ήταν η μόνη οικονομική μονάδα που δεν έχανε την αξία της.
-Και διαλέξανε ένα άχρηστο μέταλλο για κάτι τέτοιο;
-Ναι... Δεν ήταν σκληρό, δεν ήταν ιδιαίτερα ελαφρύ ή ιδιαίτερα ηλεκτραγώγιμο...
-Και του δώσανε και ένα όνομα που μόνο εύηχο δεν είναι!
-Καλά, αυτό ναι...

Ο Κύρος μπήκε στην κουβέντα.

-Ναι, να σας πω, αν αρχίσετε εσείς να λέτε τα δικά σας, εμένα θα με πάρει ο ύπνος. Εύα, θα κάτσεις ή θα στέκεσαι σα το χάρο από πάνω μου;
-Καλά, θα αράξω λίγο.
-Μην αρχίσετε να λέτε για ονόματα πάλι.
-Όχι, θα πίνω ήσυχη τον καφέ μου σαν καλό κορίτσι.

Ένα πονηρό χαμογελάκι σχηματίστηκε στα χείλη της Χρύσας.

-Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί τον λέμε "καφέ";

Την κοίταξαν με κενό βλέμμα.
Αυτή άρχισε να γελάει.

-Εντάξει πλάκα κάνω, δεν το 'χω όντως απορία, είπαμε.
-Προς στιγμήν νόμιζα πως μιλούσες σοβαρά και λέω πάει, μετά θα ρωτήσει γιατί "γάτα", γιατί "τοίχος", γιατί "πορτοκάλι"...

Η Εύα και η Χρύσα ξέσπασαν σε ταυτόχρονα γέλια την ώρα που η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να ρωτήσει την Εύα αν θα πάρει κάτι. Εκείνη, χασκογελώντας ακόμα, ζήτησε έναν καπουτσίνο με λίγη κανέλλα και γύρισε πάλι προς την παρέα της. Χαμογέλασε στη Χρύσα και ετοιμαζοταν να μιλήσει στον Κύρο, όταν ξαναγύρισε απότομα το κεφάλι της και κοίταξε ξανά την Χρύσα. Εκείνη ξαφνιασμένη και ανήσυχη έκανε το κεφάλι της μερικά εκατοστά πίσω.

-Τι...;
-Βασικά...

Η Εύα δε μπορούσε να καταλάβει.
Ο Κύρος κοιτούσε και αυτός με ένα παραξενεμένο χαμόγελο.

-Εύα; Την πέφτεις στη Χρύσα;

Η Χρύσα χασκογέλασε ζεστά μα λίγο αμήχανα και δεν έπαιρνε το βλέμμα της από την Εύα που την κοιτούσε λες και έψαχνε απελπισμένα κάτι στο πρόσωπό της.

-Τι είναι ρε 'συ; Τι έχω;
-Ρε δεν πάω καλά... Τα μάτια σου...
-Τι έχουν;
-Δεν ξέρω... Τίποτα. Αλλά για λίγο μου φάνηκαν πολύ ωραία.

Ο Κύρος πετάχτηκε:

-Δε σου πα 'γω, στην πέφτει...
-Ρε όχι, σοβαρά, όχι, Χρύσα έχεις ωραία μάτια, όντως, απλώς για λίγο νόμισα πως είδα...
-Τι;
-Δεν ξέρω ρε γαμώτο, δε μπορώ να το περιγράψω. Είναι σαν έκτη αίσθηση, σα να βλέπω κάτι...
-...που δεν υπάρχει.
-Σκάσε ρε Κύρο.
-Τα ίδια έκανες και χθες μωρέ, που κοιτούσες εκείνο το λυκόσκυλο λες και έβλεπες δεινόσαυρο.
-Είναι η ίδια αίσθηση...

Κόμπιασε λίγο στη συνειδητοποίηση.

-...η ίδια αίσθηση που έχω όταν βλέπω αυτό το όνειρο.

Η Χρύσα, προσπάθησε να καταλάβει ενώ ο Κύρος ξεφυσούσε.

-Πως είναι αυτή η αίσθηση;

Η Εύα δίστασε.

-Όμορφη...

Η Χρύσα συνέχισε να την κοιτά σιωπηλή.

-...αλλά τόσο, μα τόσο εξώκοσμη.

Η Εύα αναστέναξε και βύθισε το πρόσωπό της στις παλάμες της.
Η φωνή της βγήκε από μέσα τους πνιγμένη.

-Μαλάκα, το χάνω.

IV.

Εννιά μέρες αργότερα, η Εύα ξυπνούσε προσπαθώντας να βρει την αναπνοή της. Μια έκφραση απέραντης ανίας ήταν χαραγμένη στο πρόσωπό της, ερχόμενη σε αντίθεση με το βίαιο λαχάνιασμα και τις βροντές στο στήθος της. Ετοιμάστηκε πρόχειρα και περπατώντας βαριεστημένα, βγήκε στο δρόμο και κίνησε προς τον κοντινότερο σταθμό τηλεφορείου. Στην έκτη στάση στην οποία είχε τηλεμεταφερθεί το ευρύχωρο όχημα, ανέβηκε η Χρύσα. Τα μάτια της συνάντησαν την Εύα που καθόταν απαθής και ισορροπούσε ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο και πήγε προς το μέρος της.

-Εύα;

Η Εύα σήκωσε αργά τα μάτια της και χαμογέλασε.

-Επ, γεια σου όμορφη. Τι κάνεις;

Φιλήθηκαν σταυρωτά.
Η Χρύσα έκανε μια γρήγορη επισκόπηση στο πρόσωπο της Εύας και τη ρώτησε χωρίς περιστροφές

-Τι έχεις;
-Δεν κοιμάμαι πολύ καλά...
-Το όνειρο που έλεγες τις προάλλες;
-Ναι...
-Θες να έρθεις σπίτι για ένα καφέ να μου τα πεις; Εκεί πάω τώρα, είμαστε 2 στάσεις.
-Έλεγα να πάω για ψώνια μωρέ...
-Έλα μωρέ, ένας καφές είναι.
-Καλά, αλλά να θυμάσαι πως εσύ πήγαινες γυρεύοντας!

Η Χρύσα χαμογέλασε ζεστά και σκύβοντας, έδωσε ένα τρυφερό φιλί στα χείλη της Εύας, που αμέσως σκούρυνε και κατέβασε το βλέμμα χαμογελώντας.

-

Η Χρύσα μπήκε στην κρεββατοκάμαρα κρατώντας μια κούπα καφέ στο κάθε χέρι. Η γυμνή κοριτσίστικη σιλουέττα της έμοιαζε να λάμπει κάτω από το πάλλευκο φως του πρωινού ήλιου. Κάθησε στο κρεββάτι δίπλα στην Εύα, που σκεπασμένη ως το λαιμό με ένα σεντόνι, προσπαθούσε να καταλάβει που έπρεπε να βρίσκεται η κάθε τούφα των ανακατεμένων και κατάμαυρων μαλλιών της. Η Χρύσα άφησε τον ένα καφέ στο κομοδίνο.

-Για πες.
-Το όνειρο;
-Μμμ.

Η Εύα αναστέναξε. Έπιασε το τσιγάρο που σιγόκαιγε δίπλα της στο τασάκι, πήρε μια τζούρα και ξεκίνησε να λέει στη Χρύσα για το ενυδρείο και τους καρχαρίες. Όταν τελείωσε, γύρισε, κοίταξε τη φίλη της στα μάτια και πρόσθεσε κάπως επισταμένα:

-Απλώς έχει κολλήσει το κεφάλι μου. Κατά βάση δεν είναι και τίποτα συγκλονιστικό.
-Ναι, σεναριακά αν το δεις, δεν έχει πολύ ψωμί...

Η Εύα γέλασε.

-Άντε χέσου ρε, εγώ σου ανοίγω την καρδιά μου και εσύ με δουλεύεις...
-Ε τι να σου πω ρε Ευάκι, έτσι όπως το 'χες παρουσιάσει νόμιζα και εγώ πως είχες δει κανένα θρίλερ. Και εσύ ονειρεύεσαι πως είσαι χρυσόψαρο.
-Έλα, ρώτα με τώρα γιατί τα λένε χρυσόψαρα...
-Ξέρω γιατί, γιατί είναι σαν εμένα.
-Μικρά και με μεγάλα χείλη;
-Όχι, όμορφα και με ασθενή μνήμη. Ξεχνάνε εύκολα, ακούς;;;

Γελώντας η Εύα, έριξε μια απαλή τσιμπιά στον ώμο της Χρύσας.
Η τελευταία, άφησε τον καφέ στο κομοδίνο και έσκυψε αργά προς την Εύα. Έπιασε με τα δυο της χέρια το πρόσωπο της Εύας που είχε σιωπήσει και κοιτώντας την έντονα και με δέος, έσκυψε προς τα χείλη της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Εύα άρχισε να ουρλιάζει.

Έντρομη η Χρύσα τινάχτηκε προς τα πίσω αφήνοντας την Εύα στο κρεββάτι που προσπαθούσε να καλυφθεί όπως-όπως με το σεντόνι.

-Τι έγινε; Εύα; Εύα τι έχεις;
-Τα μάτια σου! Τα μάτια σου!
-Τι έχουν... Εύα τι λες, είσαι καλά; Πονάς;
-ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ!!!

Πανικόβλητη και μπερδεμένη η Χρύσα έτρεξε ως το μπάνιο, πλησίασε τον καθρέφτη και κοίταξε σε αυτόν τα μάτια της. Βολβός, ίριδα, κόρη, όλα στη θέση τους. Βλεφάρισε μια-δυο φορές, έκλεισε πρώτα το ένα μάτι, μετά το άλλο, τα γούρλωσε, τα μισόκλεισε... Όλα καλά. Τι διάολο την είχε πιάσει την άλλη;

Περπατώντας αργά, γύρισε στο δωμάτιο.

-Εύα...
-ΜΗ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙΣ!
-Εύα μου τι σε έπιασε; Τι έπαθες;
-Τα είδες;;;
-Τα μάτια μου;
-ΝΑΙ! ΤΑ ΕΙΔΕΣ;
-Ναι, γι' αυτό πήγα στο μπάνιο. Για να κοιταχτώ στον καθρέφτη.

Η Εύα έκλαιγε με αναφιλητά χωρίς να αφήνει τη Χρύσα από τα μάτια της.
Η Χρύσα έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

-Ευάκι...
-ΜΕΙΝΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ! ΜΗ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙΣ!
-Εντάξει, εντάξει. Ορίστε, πάω πίσω στην πόρτα.
-ΜΕΙΝΕ ΕΚΕΙ!
-Εντάξει, δε σε πλησιάζω. Να, εδώ στέκομαι.
-Μη πλησιάσεις!
-Όχι.
-Τι είναι αυτό στα μάτια σου;
-Εύα μου, δεν ξέρω τι λες. Δεν έχουν τίποτα τα μάτια μου.
-ΨΕΥΤΡΑ! ΑΦΟΥ ΤΑ ΒΛΕΠΩ!
-Τι βλέπεις;
-ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ!
-Φυσικά και δεν είσαι ομορφιά μου, φυσικά και όχι...
-ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΛΕΣ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ!
-Δεν είσαι τρελή...
-Το ξέρω! Εσύ κάτι έχεις στα μάτια σου!

Η Χρύσα αναστέναξε κουρασμένα.

-Τι έχω στα μάτια μου;
-Δεν ξέρω.
-Πως δεν ξέρεις, αφού επιμένεις πως κάτι έχω.
-Δεν ξέρω τι είναι.
-Πως είναι;
-...
-Εύα; Πως είναι;
-Δεν ξέρω γαμώτο. Δεν ξέρω πως λέγεται.
-Είναι το σχήμα τους; Το μέγεθός τους;
-Όχι. Είναι το... Η σκιά τους. Η σκιά τους δεν είναι σωστή.
-Η σκιά τους;
-Ναι. Εμένα πως είναι τα μάτια μου;
-Όπως όλου του κόσμου.
-Σκούρο γκρι;
-Ναι.
-Εσένα δεν είναι γκρι.
-Δεν είναι γκρι; Τι είναι;
-ΔΕΝ ΞΕΡΩ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ!

Εκείνη τη μέρα, η Χρύσα είχε καλύτερα πράγματα να κάνει από το να ηρεμεί γυμνές, ψυχωσικές 25χρονες. Εκείνη τη μέρα επίσης, η Χρύσα απλώς γούσταρε την Εύα σαν άτομο και της άρεσε η εμφάνισή της. Η Εύα, με το να επιμένει πως έβλεπε περίεργα πράγματα στα μάτια της Χρύσας και με το να κάθεται ζαρωμένη και τρομοκρατημένη μυξοκλαίγοντας, άλλαζε και τις δύο αυτές παραμέτρους. Ήταν λογικό επόμενο λοιπόν για τη Χρύσα να της πει εν τέλει

-Ίσως θα ήταν καλύτερα να πας σπίτι σου να ηρεμήσεις.
-Δεν είμαι τρελή Χρύσα...
-Ναι, αλλά ίσως πρέπει να φύγεις.
-ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ!
-Εύα, σε παρακαλώ, φύγε.

Η Εύα σηκώθηκε κλαίγοντας, φόρεσε τα ρούχα της και έφτασε στην πόρτα της εισόδου προσπαθώντας να κρατήσει την απόσταση ανάμεσα στην ίδια και τη Χρύσα όσο γινόταν μεγαλύτερη. Στάθηκε στην κάσα της πόρτας, κοίταξε για μια ακόμη φορά τη Χρύσα και ψιθύρισε κλαίγοντας

-Αλήθεια δε τα βλέπεις και 'συ ρε γαμώτο;
-Εύα, φύγε από το σπίτι μου σε παρακαλώ. Με τρομάζεις.

Η Εύα γύρισε την πλάτη της στη Χρύσα και τράβηξε πίσω της την πόρτα. Η Χρύσα, όρθια στη μέση του δωματίου, αναστατωμένη και γυμνή, ίσα που ξεχώρισε την σπασμένη φωνή της Εύας να ψιθυρίζει για τελευταία φορά

-Δεν είμαι τρελή...

V.

Η Εύα βύθισε με μια αργή, μεθοδική κίνηση το ξυράφι στον καρπό της. Μόλις ικανοποιήθηκε από το βάθος της πληγής, το έσυρε γρήγορα και απότομα μέσα από το χέρι της, κόβοντας οτιδήποτε την κρατούσε δέσμια της παράνοιάς της.

Με το χαμόγελο κάποιου που αποδεικνύεται σωστός, η Εύα κοίταξε τη μικρή λιμνούλα αίματος στο λευκό πάτωμα καθώς αυτή απλωνόταν όλο και πιο πολύ. Ήταν λοιπόν ολοκληρωτικά τρελή, αυτό συνέβαινε. Ακόμα και το ίδιο της το αίμα είχε αυτή την τρομακτική σκίαση, αν και διαφορετική από αυτή που είχαν τα μάτια της Χρύσας. Αυτή έμοιαζε περισσότερο με αυτή που νόμιζε πως είχε δει εκείνη τη μέρα στο στόμα του λυκόσκυλου. Καλά, όχι πως είχε σημασία, απλώς εγκυκλοπαιδικές παρατηρήσεις...

Έπιασε ένα κομμάτι χαρτί και ένα στυλό με το δεξί της χέρι και άφησε ένα γρήγορο σημείωμα στον Κύρο:

"Δεν ήμουν ποτέ καλή στο να καταλαβαίνω τα όνειρά μου."

Πέταξε το χαρτί στο κρεββάτι, ξάπλωσε δίπλα του και συνέχισε να χαζεύει τη λιμνούλα που μεγάλωνε.
Λίγο πριν την πάρει ο παράξενος ύπνος, σκέφτηκε πως αυτή η σκιά της τρέλας της, δεν ήταν και τόσο άσχημη. "Ίσως ο κόσμος να μπορούσε να είναι ωραίος ακόμα και αν δεν ήταν όλος ασπρόμαυρος", σκέφτηκε πριν κλείσει τα μάτια της και γίνουν όλα το πιο σκούρο δυνατό γκρι.

~

Το κείμενο είναι, φυσικά, αφιερωμένο στην Εύα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου