Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Eldorado.



Μια μέρα ένας περιπλανώμενος ιππότης, συνάντησε στο δρόμο του έναν γέρο χωρικό που κουβαλούσε στις πλάτες του έναν μεγάλο σάκο από πλεγμένα χόρτα. Ο σάκος ήταν πολύ ογκώδης για τις στενές πλάτες του μικροκαμωμένου γέρου και πρέπει να ήταν και πολύ βαρύς, γιατί ο γέρος παραπατούσε συχνά πάνω στα λυγισμένα του γόνατα και κάτω από τη σκυφτή του πλάτη, προσπαθώντας να κρατήσει τα βήματά του ίσια. Το μπαστούνι που κρατούσε μάλλον έδειχνε να εμποδίζει παρά να βοηθά τη θλιβερή πορεία του κακόμοιρου γέροντα.

Ο ιππότης ξεπέζεψε και τον πλησίασε με σταθερό βήμα.

-Γέροντα, βλέπω πως κουβαλάς βαρύ φορτίο. Εγώ είμαι νέος και ξεκούραστος και το άτι μου είναι δυνατό. Δώσε μου για λίγο τον σάκο σου να τον φορτώσω πάνω του και έλα να καθήσεις μπροστά από μένα στη σέλα να μεταφέρουμε το φορτίο σου παρέα.

Ο γέρος χωρικός, συνηθισμένος περισσότερο σε ληστές παρά σε βοήθειες, κοίταξε λίγο καχύποπτα τον ιππότη και σφίγγοντας τη μαγκούρα του, κοντοστάθηκε.

-Από το Θεό να το βρεις το καλό που μου προσφέρεις νέε ιππότη, αλλά να με συγχωρείς, δε μπορώ να το δεχτώ. Καλή σου μέρα.

Και ξεκίνησε πάλι να περπατά κουτσά-στραβά με τον σάκο στην πλάτη.

Ο ιππότης, με την απορία ζωγραφισμένη εκεί που πριν λίγο ήταν ζωγραφισμένο το χαμόγελό του, έτρεξε πάλι πίσω από τον γέρο.

-Μα γιατί; Δε μου κάνει κανέναν κόπο και εσύ, γέροντα, φαίνεσαι κουρασμένος. Και εγώ θα ήμουν κουρασμένος αν κουβαλούσα αυτό τον βαρύ σάκο, πόσο μάλλον εσύ που έχεις ζήσει και τόσο περισσότερο αυτή την βασανιστική ζωή που ο Θεός μας χαρίζει.

Ο γέρος έκανε μερικά βήματα παραπέρα πριν απαντήσει, χωρίς να σταματήσει να απομακρύνεται:

-Μπορώ και μόνος μου.

Ο ιππότης άρχισε να θυμώνει.

-Δεν είπε κανείς πως δεν μπορείς ξεροκέφαλε γέρο, το βλέπω πως μπορείς. Είμαι βέβαιος πως αυτό το κάνεις από όταν εγώ ήμουνα παιδάκι και έπαιζα με ξύλινα σπαθιά. Δε το προτείνω επειδή είσαι ανήμπορος, το προτείνω για να μην κουράζεσαι.

-Έχω συνηθίσει.

Ο ιππότης σκέφτηκε να κάνει στα γόνατα του γέρου ό,τι έκανε και στους άπιστους στους Αγίους Τόπους, τότε ο παλιόγερος δε θα μπορούσε να πει ότι θα τα κατάφερνε και χωρίς αυτόν. Μα ο θυμός πέρασε γρήγορα, ο ιππότης παραμέρισε πάλι τον εγωισμό του και παρακαλώντας τον Θεό για κουράγιο, ξαναπλησίασε το γέρο.

-Λοιπόν, έλα, πάμε.

Έπιασε το σάκο και έκανε να τον πάρει από τις πλάτες του γέρου. Μια φοβερή μαγκουριά προσγειώθηκε σαν αστραπή στο κεφάλι του ιππότη και τον έκανε να πισωπατήσει.

Κρατώντας με το ένα χέρι το κεφάλι του και προτάσσοντας το άλλο σε άμυνα, ο ιππότης κοίταξε έξαλλος τον γέρο που τον κοιτούσε με ένα βλέμμα φοβερής ευθιξίας.

-Είσαι με τα καλά σου διαβολόγερε;;; Γλύτωσα από τους άπιστους στην πολιορκία της Δαμασκού για να με ξεκάνεις εσύ στον ίδιο μου τον τόπο με το μπαστούνι σου; Δεν ήξερα να φοράω το κράνος μου όταν είναι να βοηθάω τους γέροντες και τις γυναίκες!

Ο γέρος δεν είπε τίποτα, παρά ξεκίνησε πάλι να προχωράει.

-Στάσου γερό-ξεκούτη, στάσου επιτέλους! Δεν είμαι ληστής, δε με βλέπεις;

-Τεύτονας είσαι, χειρότερος από ληστή. Φύγε γιατί θα σου βαθουλώσω την πανοπλία σου με το μπαστούνι μου, ακούς; Φύγε!

-Μα για το καλό σου νοιάζομαι, με το μέρος σου είμαι! Έλα, αν φοβάσαι μη σου κλέψω τίποτα από το σάκο, κάτσε πίσω μου και κράτα τον πάνω σου.

Ο γέρος δεν απάντησε τίποτα.
Ο ιππότης ήθελε από τη μία να τον σκοτώσει παραπάνω από μία φορά, αλλά από την άλλη δεν ήθελε να αφήσει τον γέρο άνθρωπο να κουράζεται έτσι άδικα. Μπορούσε πράγματι ο τρελόγερος να τον κουβαλάει τον σάκο, το 'χε αποδείξει, αλλά πόσο χαζό ήταν να το ξανακάνει με τον ίδιο κουραστικό τρόπο ενώ δίπλα του έστεκε ένας νέος ιππότης με το αγέρωχο του υποζύγιο; Ο ιππότης σκέφτηκε λίγο και μηχανεύτηκε ένα τέχνασμα για να πείσει τον πεισματάρη γέρο -το οποίο δεν ήταν παρά να πει όλη την αλήθεια.
Έτρεξε πάλι από πίσω του.

-Γέροντα...

Σιωπή.

-Γέροντα.

Καμία απόκριση.

-Ε! ΠΑΛΑΒΕ ΑΝΘΡΩΠΕ! ΑΚΟΥΣ;
-Μα τι θες επιτέλους παλικάρι μου; Γιατί δε με αφήνεις στην ησυχία μου;
-Άκου... Δεν ήμουν απόλυτα ειλικρινής μαζί σου... Εγώ... Ε ΣΤΑΣΟΥ ΛΙΓΟ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

Ο γέρος απίθωσε τον σάκο στο χώμα. Περιφρονητικά στάθηκε και έκανε νόημα στον ιππότη να συνεχίσει.

-Λοιπόν... Δεν είναι ότι ήθελα να σε βοήθησω... Δηλαδή δεν είναι μόνο αυτό.
-ΝΑ ΜΕ ΚΛΕΨΕΙΣ ΗΘΕΛΕΣ ΛΟΙΠΟΝ, ΟΡΙΣΤΕ, ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΧΕΣΑΙ!!!
-Όχι βρε διαβολόγερε, δεν ήθελα να σε κλέψω! Απλώς ήθελα και εγώ τα ανταλλάγματά μου...
-Να σε πληρώσω;;; Αμ δε σφάξανε, δεν είμαι δα και τόσο γέρος και ανήμπορος! Όπως σου 'πα, μια χαρά τα καταφέρνω και μοναχός μου!
-Θα σταματήσεις επιτέλους; Αυτό που εγώ εννοώ ως αντάλλαγμα, είναι η συντροφιά σου. Περιπλανώμαι πολύ καιρό μόνος.

Ο γέρος τον κοίταξε περίεργος.

-Η συντροφιά μου;
-Ναι.
-Μόνο αυτό;
-Ναι.
-Δε θες λεφτά;
-Όχι.

Ο γέρος έδειχνε να το σκέφτεται.

-...Δηλαδή, δεν είναι ότι εγώ σε έχω ανάγκη;
-Όχι, εσύ δε με έχεις ανάγκη. Απλώς μπορώ να σε ξεκουράσω, τίποτα παραπάνω.

Ο γέρος φωτοβόλησε από περηφάνεια.

-Εσύ με έχεις ανάγκη λοιπόν, ε Τεύτονα;
-Όχι γέρο, ούτε εγώ σε έχω ανάγκη. Απλώς μπορείς να με ξεκουράσεις.
-Πρώτη φορά μου το λένε αυτό.
-Αναρωτιέμαι γιατί, έχεις τόσο γοητευτική προσωπικότητα.
-Βρε άει στο διάολο, θα με ειρωνευτείς κι όλας. Θα μπορούσα να 'μαι πατέρας σου.
-Ο Θεός με λυπήθηκε. Θα 'ρθεις μαζί μου λοιπόν;

Ο γέρος κοίταξε μια φορά τον ιππότη και μια φορά τον σάκο. Κοίταξε το άλογο και τον δρόμο μπροστά. Ξανακοίταξε τον ιππότη και γύρισε και κοίταξε για πολλή ώρα πίσω του, το δρόμο που είχε κάνει ως εκεί. Αναστενάζοντας, γύρισε και είπε στον ιππότη,

-Άκουσε να δεις. Αν είχαμε ξεκινήσει μαζί, δε θα σου έκανα τον δύσκολο τώρα. Αλλά μόνος μου ξεκίνησα και μόνος μου πρέπει να τελειώσω.

Ο ιππότης προσπάθησε να καταλάβει τη λογική του γέρου.

-Γιατί "πρέπει";
-Γιατί είμαι περήφανος!
-Μα δεν είμαι ανάγκη, διευκόλυνση είμαι. Ξέρω ότι μπορείς και χωρίς εμένα. Και εγώ μπορώ χωρίς συντροφιά, μα θα 'ναι καλύτερα και για τους δυο μας αν...

Ο γέρος ζεύτηκε πάλι το σάκο του.

-Σε ευχαριστώ ευγενικέ μου ιππότη. Αν θες να με διευκολύνεις και θες τη συντροφιά μου, περίμενέ με στο πανδοχείο του επόμενου χωριού. Εσύ θα φτάσεις πριν από μένα. Αν κάνεις υπομονή, εκεί θα μου πάρεις κάτι να φάω και εγώ θα είμαι εκεί να σου κάνω παρέα. Αλλά ως εκεί, θα φτάσουμε χώρια.

Ο ιππότης σκεφτόταν ταυτόχρονα και αρμονικά, πρώτον πως η βλακεία είναι αήττητη και δεύτερον πως έστω και βλακώδης, αυτός ο τρόπος που πρότεινε ο γέρος ήταν ένας συμβιβασμός σχετικά δίκαιος. Κοίταξε αναστενάζοντας τον γέρο που τραβούσε μπροστά φορτωμένος και χαμογέλασε λυπημένα με το πόσο δέσμιος μιας ποταπής ηλίθιας σκέψης ήταν ένας τόσο περήφανος άνθρωπος. Ανέβηκε στο άλογό του και προσπέρασε αργά τον σκυφτό γέροντα.

-Στο επανιδείν γέροντα! Θα σε περιμένω στο πανδοχείο.
-Εντάξει. Μη και γυρίσεις να με βρεις, θα έρθω εγώ εκεί.

Ο ιππότης έκανε το άλογο να καλπάσει πριν ο πειρασμός να δείρει τον γέρο τον κατακλύσει.

~

Πολλές ώρες μετά, ο ιππότης καθόταν μόνος του στο έρημο πανδοχείο και έπινε το στυφό κρασί που του αναπλήρωνε κάθε τόσο ο χοντρός πανδοχέας. Ο γέρος δεν είχε φανεί ακόμα και ο ιππότης είχε σταματήσει να τον περιμένει εδώ και ώρα. Καθόταν απλώς στο τραπέζι του και έπινε κρασί γιατί δεν είχε πια ούτε σπίτι να γυρίσει, ούτε σταυροφορία προς την οποία να ξεκινήσει. Το νόημα είχε εξαφανιστεί ανεπιστρεπτί από την τσαλακωμένη ύπαρξη του ιππότη πριν αυτός κουραστεί -αυτό ήταν και το πιο λυπηρό.

Ενώ ο ιππότης έκανε αυτές τις σκέψεις, ο γέρος μπήκε στο πανδοχείο με τον σάκο του στην πλάτη. Παραπάτησε ανάμεσα στα τραπέζια, με μόνο σταθερό σημείο την γκρινιάρικη έκφραση στο πρόσωπό του, ώσπου έφτασε μπροστά στο τραπέζι με τον ιππότη, που σκυφτός, ατένιζε κάτι μακρυνό στον πάτο του ποτηριού του.

Ο υπόκωφος γδούπος του σάκου στο τραπέζι, έκανε τον ιππότη να σηκώσει το κεφάλι του.

-Ήρθες τρελόγερε; Δεν το περίμενα.
-Αφού στο είπα, δεν στο είπα;
-Νόμιζα ότι το είπες μόνο και μόνο για να σε αφήσω ήσυχο.
-Μη με θυμώνεις γιατί θα πιάσω πάλι το μπαστούνι μου. Εσείς οι κατσαρόληδες νομίζετε πως μόνο εσείς έχετε λόγο τιμής.

Ο ιππότης χαμογέλασε.

-Τελικά τι κουβαλούσες που ήταν τόσο πολύτιμο;

Ο γέρος άδειασε τον σάκο στο πάτωμα δίπλα στην καρέκλα, που γέμισε χαλίκια, πέτρες και μικρά λιθάρια. Ο ιππότης ήταν πλέον βέβαιος πως ο γέρος ήταν ολοκληρωτικά

-...Τρελός. Είσαι εντελώς τρελός.
-Χεχεχεχεχεχε....
-Αυτά φοβόσουν μη σου κλέψω;
-Δε φοβόμουν μη με κλέψεις, ανησυχούσα μήπως θέλεις να με κλέψεις. Όπως βλέπεις, δεν είχα τίποτα που να θες.
-Και γιατί τα κουβαλάς αυτά τρελόγερε;
-Για να ξέρω ανά πάσα στιγμή πως μπορώ. Ανεξάρτητα από το αν ένας ευγενικός και δυνατός ιππότης προσφερθεί να με βοηθήσει, εγώ πρέπει να μπορώ να το κάνω μόνος μου.

Ο ιππότης σιώπησε. Θαύμαζε τη δύναμη του γέρου μα ήταν απελπιστικά ανόητο αυτό το σκεπτικό. Στο τέλος, μούγκρισε νυσταγμένα:

-Απλώς φοβάσαι γέρο.
-Εγώ; Εγώ φοβάμαι; Τι φοβάμαι;
-Φοβάσαι πως το να κάνεις κάτι μια, δύο, δέκα φορές, δεν αρκεί ως απόδειξη για να ξέρεις πως μπορείς να το ξανακάνεις όποτε θελήσεις. Είναι σα να σου λέω εγώ πως δεν πιστεύω στον εαυτό μου και πως δεν είμαι άξιος της Τάξης μου. Και εσύ θα μου πεις πως το αν είμαι άξιος ή όχι, το απέδειξα στους Αγίους Τόπους και πάρα πολύ δίκιο θα 'χεις. Αυτό σου έλεγα και εγώ στο μονοπάτι ώρες πριν, πως έχεις κουβαλήσει τόσες φορές το φορτίο σου, το να δεχτείς βοήθεια δε σημαίνει πως δεν μπορείς να τις ξανακουβαλήσεις. Φοβάσαι πως το να δεχτείς τη συντροφιά κάποιου όταν είσαι στις δυσκολίες σου, είναι σα να παραδέχεσαι πως δε θα μπορούσες να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Αλλά δεν είναι έτσι γέροντα. Το να δεχόσουν τη βοήθειά μου στο μονοπάτι, αν έπρεπε οπωσδήποτε να σημαίνει κάτι, θα σήμαινε πως έχεις επιτέλους αποδεχτεί πως αρκετά κουράστηκες και πως δε μένει τίποτε άλλο να αποδείξεις σε κανέναν, πόσο μάλλον στον εαυτό σου.

Ο ιππότης σώπασε και ο γέρος δεν απάντησε.
Πέρασαν έτσι αρκετές στιγμές, μέχρι που ο γέρος φώναξε ξαφνικά

-Και εσύ ωραίος ιππότης είσαι, να με αφήνεις έτσι φορτωμένο σα μουλάρι μόνο και μόνο επειδή σου 'πα εγώ να το κάνεις!

Ο ιππότης έβαλε το χέρι του στη λαβή του σπαθιού του, μα πριν προλάβει να το τραβήξει, το κεφάλι του έπεσε βαρύ πάνω στο τραπέζι και τον πήρε ο ύπνος. Στον ύπνο του είδε πως την επόμενη μέρα, ο γέρος ήταν ακόμα εκεί.

2 σχόλια:

  1. Η αυτοκριτική ξεκουράζεται μόνο στο λευκό, που δε λείπει τίποτα. (Στο μαύρο λείπουν τα πάντα)

    Κατά τα άλλα και ο κωλόγερος τις ήθελε τις μπάτσες του ή -λίγο πιο τρυφερά- κάποιον γενναίο ιππότη, να τον ξαλαφρώσει, χωρίς να τον υποτιμήσει.

    Πολύ ωραίο παραμύθι. Και διδακτικόν!


    Άντε καληνύχτα τώρα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή