Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

397



"Ένας άνδρας μπαίνει σε ένα υποκατάστημα τράπεζας και παίρνει από το μηχάνημα το χαρτάκι προτεραιότητας. Ο αριθμός είναι το 397 και στο ψηφιακό ταμπλώ γράφει 382. Ο άνδρας βγαίνει έξω από την τράπεζα και ανάβει ένα τσιγάρο. Καπνίζει ρίχνοντας τακτικές ματιές στο ταμπλώ. Στο 389, το τσιγάρο του έχει τελειώσει και στο 395 σβήνει το δεύτερο -και τελευταίο του πακέτου- και μπαίνει στην τράπεζα. Η ταμίας αλλάζει το χαρτί σε έναν dot matrix εκτυπωτή, τον εξυπηρετεί και ο άνδρας βγαίνει έξω και βαδίζει προς το περίπτερο για να πάρει τσιγάρα. Στο δρόμο, κοντοστέκεται και δένει το κορδόνι του παπουτσιού του. Παίρνει τα τσιγάρα, μπαίνει στο αυτοκίνητο και γυρνάει στο γραφείο του. Εκεί ακούει τον τελευταίο χτύπο του τηλεφώνου να σβήνει πριν προλάβει να το σηκώσει. Ύστερα από 3-4 ώρες, επιστρέφει σπίτι."

Λευκό διάφανο καύσιμο στο φτηνό ποτήρι και τα μάτια του αφηγητή επάνω στον φακιδομούρη νεαρό.

-Από εκείνη τη στιγμή, αλλάζει η ζωή του.

Ο φακιδομούρης νεαρός γνέφει.

-Έχεις σκεφτεί ποτέ πως θα ήταν αν τα πράγματα πήγαιναν αλλιώς;
-Ένα παράλληλο σύμπαν;
-Κάτι τέτοιο. Πως θα ήταν το σήμερα, που θα ήμασταν αν ο άνδρας της ιστορίας είχε το 392; Αν δεν είχε πάει για τσιγάρα, αν δεν του είχε λυθεί το κορδόνι. Αν ο εκτυπωτής στην τράπεζα είχε χαρτί και αν τον έπιανε ένα φανάρι λιγότερο.
-Θα προλάβαινε το τηλεφώνημα.
-Θα προλάβαινε, ναι.

Ο φακιδομούρης νεαρός σβήνει τη γόπα.

-Ξέρεις, υπάρχουν αυτοί που γκρινιάζουν για το "νόμο στις κυλιόμενες".
-Μμ;
-Αυτό το "στέκεστε δεξιά, ανεβαίνετε από αριστερά".
-Α.
-Ναι, λένε πως το κέρδος είναι μόλις μερικά δευτερόλεπτα.
-"Μόλις";
-Ναι. Δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται πως για μερικά δευτερόλεπτα μπορεί να χάσεις το λεωφορείο -αμέσως τα λιγοστά δευτερόλεπτα γίνονται δεκαπέντε λεπτά. Ή ακόμα και δεκαπέντε ευρώ αν χάσεις το τελευταίο δρομολόγιο...

Γουλιά και αναπτήρες.

-Και αν ήσουν στον προορισμό σου δεκαπέντε λεπτά πιο πριν, ίσως προλάβαινες κάτι. Ίσως και να μην είχε σημασία. Ίσως να μην έχασες το λεωφορείο αλλά να έκανες μια βόλτα από τη στάση ως το σπίτι, ίσως να μη φταίει κανείς.
-Σίγουρα κάποιος ευθύνεται.
-Ναι, αν είσαι τυχερός, θα βρεθεί μια ευθύνη.

Η σερβιτόρα αλλάζει το τασάκι.

-Είναι κάπως...
-Πιεστικό;
-Ναι. Αγχωτικό, δεν ξέρω. Να ξέρεις πως όλες οι δυνατότητες έχουν έναν αριθμό κολλημένο πάνω τους, μια πιθανότητα και να ξέρεις πως συνεχώς αλλάζει βάσει του πιο απαρατήρητου γεγονότος.
-Και ταυτόχρονα λαμβάνουν χώρα χιλιάδες γεγονότα...
-Ναι, ακριβώς και δεν μπορείς να προβλέψεις ή να αποκλείσεις τίποτα με βεβαιότητα και ταυτόχρονα, δε μπορείς να ξέρεις τι υποκινεί η κάθε πράξη του ίδιου σου του εαυτού.

Λεφτά στο τραπέζι.

-Υπερβάλλεις λίγο, αλλά στέκει αυτό που λες.
-Πως ξέρεις ότι μόλις περάσουμε την πόρτα δε θα μας χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο που έχασε τον έλεγχο;
-Πως ξέρεις πως δε θα το οδηγεί η γυναίκα της ζωής σου;

Χαμογελάνε.

-Πάω τουαλέτα και φεύγουμε.
-Περιμένω έξω.

Αυτοκίνητα περνάνε νωχελικά το δρόμο.
Ανάμεσά τους, περνά αστραπιαία μια εικόνα, ένας άνδρας στο δρόμο, γράφει με το αίμα του στην άσφαλτο "Έκπληξη". Η εικόνα περνάει και στρίβει δεξιά στην επόμενη διασταύρωση.

Η πόρτα τρίζει πίσω από την πλάτη. Κάποιος ίσως έρχεται από την τουαλέτα, ίσως κάποιος χρεοκοπημένος που οπλοφορεί, ίσως ο φακιδομούρης νεαρός, ίσως μια σεξομανής κοκκινομάλλα, ίσως κάποιο παιδάκι, ίσως η σερβιτόρα γιατί έκαναν λάθος στα ρέστα, ίσως ο αέρας.

Ένα χέρι ακουμπάει στον ώμο, μια σκηνή αργής κίνησης προσγειώνεται στα μαλλιά, το χέρι του να μπαίνει στο σακάκι, να τραβά το πιστόλι, να γυρνά, να κοιτά, να τραβά και να αφήνει να πέσει, να απλώσει, να βάψει και να μείνει εκεί. Πριν ο κόσμος να ξεπαγώσει, νοιώθει τον δείκτη να αγκαλιάζει τη σκανδάλη και τη χούφτα να σφίγγει την ψυχρή λαβή.

-Έλα, ήρθα.

Η φωνή πλημμυρίζει το σύμπαν και τα μάτια γεμίζουν ατμούς.
Τα χείλη σαλεύουν.

-Ίσως έπρεπε να είχα κινητό.
-Τι;
-Τότε δε θα είχε σημασία αν ο εκτυπωτής είχε χαρτί.
-Μη το σκέφτεσαι τώρα αυτό.
-Αποδίδω ευθύνες.
-Είναι αργά.

Το χέρι σέρνει αργά το πιστόλι έξω από το παλτό.

-Ποτέ δεν είναι αργά.
-Δε θα αλλάξει τίποτα με το να τα σκέφτεσαι αυτά.

Η θαλάμη καλωσορίζει μια σφαίρα.

-Ό,τι δεν αλλάζει, τελειώνει.
-Τι κρατάς ρε; Τι πας να κάνεις, τρελάθηκες;

-

Ένας άνδρας μπαίνει σε ένα υποκατάστημα τράπεζας και παίρνει από το μηχάνημα το χαρτάκι προτεραιότητας. Ο αριθμός είναι το 416 και στο ψηφιακό ταμπλώ γράφει 382. Ο άνδρας βγαίνει έξω από την τράπεζα και ανάβει ένα τσιγάρο. Καπνίζει ρίχνοντας τακτικές ματιές στο ταμπλώ. Στο 389, ο άνδρας χάνει την υπομονή του και φεύγει. Μπαίνει στο αυτοκίνητό του και οδηγεί προς το γραφείο του. Στο δρόμο, αποφεύγει την τελευταία στιγμή ένα αυτοκίνητο που παραβιάζει την προτεραιότητα και που εξ' αιτίας του αναγκάζεται να αλλάξει δρόμο. Δευτερόλεπτα αργότερα ένα περιπολικό ακολουθεί με τη σειρήνα να ουρλιάζει. Ο άνδρας φτάνει στο γραφείο του, μένει εκεί για 3-4 ώρες και επιστρέφει σπίτι του. Το βράδυ, βλέπει στις ειδήσεις το πρόσωπο ενός φακιδομούρη νεαρού άνδρα που συνέλαβαν οι αρχές αφ' ότου είχε εισβάλλει σε ένα σπίτι μετά από καταδίωξη. Οι ένοικοι του σπιτιού έλειπαν. Η γυναίκα που κάθεται δίπλα στον άνδρα κλείνει την τηλεόραση και μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου