Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

"Σήμερα ονειρεύτηκα πως χτυπούσα έναν άνθρωπο.

Δεν ήταν κάποιος που ήξερα, ήταν απλώς μια συλλογή χαρακτηριστικών που συνέθεταν ένα πρόσωπο. Η μύτη ενός ηθοποιού, τα μάτια ενός ζητιάνου, το κούτελο κάποιου περαστικού -ένα αρκετά αντιπροσωπευτικό δείγμα του μέσου πληθυσμού, όπως θα έλεγε κάποιος ή κανείς.

Η αλήθεια είναι πως δεν τον πόνεσα πολύ. Κάθε γροθιά μου φαινόταν ή να περνάει από μέσα του, ή να αστοχεί. Λίγες εξαιρέσεις πετύχαιναν τα ωραία του ζυγωματικά, μα γυρνούσε αμέσως να με αντικρύσει, δίχως να δείχνει δυσαρέσκεια, πόνο, οτιδήποτε. Σκέφτηκα πως οι γροθιές μου απλώς του έστρεφαν το κεφάλι και τίποτε περισσότερο. Αποφάσισα να του κόψω το λαιμό, μα κάποιος ή κανείς είχε κλέψει τον Ούγγρικο σουγιά μου. Βρήκα όμως ένα πιστόλι και άρχισα να τον χτυπάω με τη λαβή. Σήκωσε το χέρι να αμυνθεί, πισωπάτησα και τον πυροβόλησα πολλές περισσότερες φορές απ' ότι θα μπορούσε ένας γεμιστήρας όπλου να επιτρέψει αν ήμουν ξύπνιος.

Στην αρχή νόμιζα πως δε θα πέθαινε και αυτό με εξόργιζε περισσότερο με κάθε νέο πάτημα της σκανδάλης. Μα στο τέλος ο τυχαίος αυτός άνθρωπος ξεψύχησε και έμεινε ακίνητος στο λευκό χώμα.

Δεν μπορώ ακόμα να εξηγήσω το γιατί, αλλά τον πήρα αγκαλιά κλαίγοντας μετανιωμένος. Κάποιο κομμάτι συνείδησης μου ψιθύριζε πως είναι φυσιολογικό να σκοτώνεις αγνώστους αλλά παράλογο να κλαις για το θάνατό τους. Δεν έδειχνε να με παρηγορεί ιδιαίτερα. Αναγκαστικά ξύπνησα και υποσχέθηκα στον εαυτό μου, στο επόμενο όνειρο οι νεκροί να έχουν ονόματα.

Όλη την υπόλοιπη μέρα εξαντλούσα την καλωσύνη μου και διατηρούσα την ανώνυμη πίστη μου, μα μεταξύ μας, δε νομίζω πως θα πατσίσω ποτέ. Και το χειρότερο, δε θα μπορέσω κι όλας να βοηθήσω κάποιον άλλο να πατσίσει."

Έσβησε το τσιγάρο του στο χώμα και με κοίταξε.

"Γιατί δε φεύγεις;" με ρώτησε.

Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να μη βλέπει πόσο μη-εφαρμόσιμη ήταν αυτή η ερώτηση.

"Που να πάω;" τον ρώτησα.

Μουρμούρισε κάτι σαν "πίσω".

Δε μπορούσε να διανοηθεί πως στο δικό μου κόσμο δεν υπήρχαν άξονες και διαστάσεις. Υπήρχαν μόνο χρονικές στιγμές οι οποίες δεν ορίζονταν από μένα. Ο θεός να με λυπηθεί αν μπορέσω ποτέ να τις ορίσω εγώ.

"Έτσι" απάντησα και του έκλεψα ένα τσιγάρο.

2 σχόλια:

  1. Αλοίμονο αν μπορέσουμε ποτέ να ορίσουμε οι ίδιοι τις στιγμές μας! Κι ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να τις ορίσουμε δε μπορούμε να πάμε πίσω. Το πίσω δεν είναι μέρος. Το πίσω είναι στιγμές κι αυτό. Πίσω σε τι; Δε μπορείς να πας πίσω. Ούτε εγώ. Ούτε εσύ. Ούτε κανείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αμα με το πισω εννοει το Βερολινο...εκει με εναν μαγικο τροπο μπορει να παει!!!
    χα,χα,χα!!!
    Inside joke!!! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή