Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

00:00


Ο Arnaud ξύπνησε το πρωί της Τετάρτης με πονοκέφαλο.
Περπάτησε ασταθώς ως την μικρή κουζίνα του, πήρε δυο ασπιρίνες μαζί και έκατσε στην ξύλινη καρέκλα κρατώντας το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Αφού πέρασε έτσι μερικά λεπτά, ετοίμασε το ίδιο σάντουιτς με τόνο που έτρωγε τα τελευταία 11 χρόνια κάθε πρωί την ίδια ώρα, ήπιε τον (εξίσου ίδιο) καφέ φίλτρου του, με 2 κυβάκια ζάχαρης και ελάχιστο γάλα, έβαλε την αριστερή του κάλτσα πρώτη και ακολουθώντας την ίδια και απαράλλαχτη τελετουργία που ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή (όση από αυτή μπορούσε να θυμάται δηλαδή στο δρόμο από τη δουλειά στο σπίτι και αντιστρόφως) βγήκε στο δρόμο. Το μοναδικό πράγμα που στόλιζε τη μέρα του Arnaud, ήταν τα κλιμακούμενα ερεθίσματα πόνου στο κεφάλι του που δεν έλεγαν να κοπάσουν.

Ο Arnaud έδειξε την ταυτότητά του στον φρουρό στην πύλη, τον παρέλαβε ένα στρατιωτικό τζιπ που τον οδήγησε στο κυρίως κτίριο, έδειξε την δεύτερη ταυτότητα πρόσβασης στο επίπεδο Ζ, πληκτρολόγησε τον κωδικό του στο ασανσέρ και πέρασε την τρίτη του ταυτότητα από το ειδικό μηχάνημα ανάγνωσης μη-μαγνητικών δεδομένων -αφού του την επέστρεψε ο τελευταίος φρουρός. Η μεγάλη μεταλλική πόρτα χώρισε στα δύο και ο Arnaud μπήκε στο θάλαμο φύλαξης των οπλισμένων πυρηνικών κεφαλών -που αριθμούσαν περί τις 680.

Όταν ο πρόσχαρος βοηθός του Arnaud ήρθε αντιμέτωπος με μια όχι και τόσο ασυνήθιστη, μα διαφορετικής μορφής ακεφιά στο πρόσωπο του 2ου, αναζήτησε αμέσως τα αίτια. Δεν ήταν τίποτα, διαβεβαιώθηκε, μια πολύ ενοχλητική ημικρανία. Ο πρόσχαρος βοηθός πρότεινε στον Arnaud να κάνει μια εξετασούλα, ποτέ δε μπορείς να είσαι αρκετά προσεκτικός όταν παίζεις με εμπλουτισμούς και κεφαλές. Περισσότερο για να σταματήσει το αλτρουιστικό του κελάηδισμα (το οποίο χτυπούσε σαν καμπάνα στο κεφάλι του) παρά από πραγματική ανησυχία, ο Arnaud δέχτηκε να κάνει εξετάσεις, αμέσως μετά το μεσημεριανό διάλειμμα. Στις 12.52, ο Arnaud διαγνώστηκε με κακοήθη εγκεφαλικό όγκο του πρόσθιου λοβού και 4 μήνες ζωής.

Μετά από μια εβδομάδα άδεια, ο Arnaud επέστρεψε στη δουλειά του. Γεμάτος παράσημα ανδρείας που δέχτηκε να ολοκληρώσει τα τελευταία στάδια της έρευνας του νέου πυραύλου Oubli και καλυμμένος με βλέμματα συμπόνοιας και παλάμες παρηγοριάς, ο Arnaud μπήκε στον θάλαμο ελέγχου των κεφαλών, έκατσε στην καρέκλα του και ζήτησε από τον συντετριμμένο βοηθό του να μείνει για λίγο μόνος. Όταν αυτό συνέβη, πήρε μερικές βαθειές ανάσες, κλείδωσε την πόρτα και ξεκίνησε.

Πληκτρολογώντας γρήγορα και μεθοδικά, ο σκοπός του μοιραζόταν το μυαλό του με το συναίσθημα. Το μέλλον και το παρελθόν μπλέκονταν με τρόπους που όσοι δεν τους βιώνουν, βρίσκουν θαυμαστούς. Θυμόταν την παιδική του ηλικία, όταν παιδάκι ακόμα έτρεχε στα προάστια της Μασσαλίας με την αδερφή του, την αδερφή με την οποία τώρα δε μιλούσε, την αδερφή που είχε παντρευτεί τον μεγαλοδικηγόρο Massim και που δεν καταδεχόταν να πάρει τηλέφωνο την ταπεινής καταγωγής μητέρα της και που δεν άφηνε τα παιδιά της να παίζουν παρά τους παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα νομικής και κοινωνιολογίας -από τα 14.

Θυμόταν την πρώτη του αγάπη, τα φιλιά σε κρυμμένα πάρκα και τα κρασιά που έκλεβε από το κελάρι του παππού του για να ζαλίσει περισσότερη την ήδη μεθυσμένη από αγάπη καρδιά του. Θυμόταν την πρώτη του αγάπη που μια μέρα που είχε πάει να της κάνει έκπληξη, είδε να γαμιέται με δύο σχετικά καλούς του φίλους ενώ απαντούσε στο "παραπλανητικό" τηλεφώνημα που της είχε κάνει την ίδια στιγμή για να είναι η έκπληξη πιο επιτυχής. Και ήταν.

Θυμόταν όλες τις φορές που τελείωνε και φώναζε "δεν είναι για σένα", θυμόταν όλες τις φορές που είχε ζεστάνει τις φέτες φωμιού στη φρυγανιέρα πριν βγάλει τον τόνο από το ψυγείο, όλες τις φορές που πλήρωνε το πάγιο του κινητού του -γιατί από κλήσεις, δεν υπήρχαν-, όλες τις φορές που έβαζε την αριστερή του κάλτσα πρώτη, ένοιωθε το μαλακό ύφασμα να γλυστράει στο πόδι του ακόμα και τώρα, άκουγε την ψιλή εκνευριστική φωνή του βοηθού του, έβλεπε την παλιά του βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία φιλοσοφίας, φυσικής, αστρονομίας, χημείας και ποίησης, θυμόταν τα χάδια της μητέρας του που του έλεγε "δεν είσαι σαν τους άλλους", χρόνια πριν καταλάβει πως όλες οι μανάδες το ίδιο λένε και άρα είναι όλες ίδιες και άρα όλοι είναι σαν τους άλλους, θυμήθηκε τον πρώτο πονοκέφαλο και την πρώτη συναυλία, το πρώτο μεθύσι με τους πρώτους φίλους και την τελευταία χειραψία με τους τελευταίους γνωστούς, τα αμέτρητα πρωινά και τα πρόσωπα όλων των οδηγών ταξί, τα παιδάκια με τα πατίνια και τις όμορφες κοπέλες με τα rollerblades, την Cristine που τον είχε αγαπήσει πραγματικά αλλά δυστυχώς σε καιρό που αυτός περιφρονούσε ήδη όσους τον αγαπούσαν -επειδή τον αγαπούσαν-, θυμήθηκε ότι τα Γερμανικά αμάξια ήταν πολύ καλής ποιότητας και τα κρυστάλλινα ποτήρια έβγαζαν μουσική αν έτρεχες το δάχτυλό σου στην περίμετρό τους, θυμήθηκε πως η γραμμή Μ1 του Παρισιού έκανε τέρμα στο Defence, θυμήθηκε πως η Γαλλία είχε πάρει το μουντιάλ το '98, θυμήθηκε όλα όσα είχε κάνει και όλα όσα είχε αναβάλλει, θυμήθηκε πως είχε πει ψέμματα για τα στάδια έρευνας του πυραύλου Oubli μόνο και μόνο για να ξαναπάει εκεί μέσα, θυμήθηκε πως ο πύραυλος ήταν έτοιμος, θυμήθηκε πως είχε 4 μήνες ζωής και θυμήθηκε πόσο σιχαμένο θα ήταν να ζήσει τους 4 τελευταίους μήνες του όπως είχε ζήσει την υπόλοιπη ζωή του. Πληκτρολογώντας ασταμάτητα στην μεγάλη ψηφιακή κονσόλα, αγνοώντας τις μανιακές κραυγές του κόσμου έξω από τη μεγάλη μεταλλική πόρτα, θυμήθηκε πως η αδερφή του έλεγε πως είναι ευτυχισμένη, η πρώτη του αγάπη έλεγε πως τον αγαπούσε, θυμόταν πως έκλαιγε κάθε φορά που έχυνε, θυμόταν τα ποιήματα που έκαιγε ο πατέρας του, νεκρές νεογέννητες φώκιες, καμμένους ανθρώπους, τέσσερις μήνες ζωής ακόμα, θυμόταν τους Ερυθρούς Χμερ και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θυμόταν τους ζητιάνους στο μετρό και τους βιαστές ανηλίκων στα σοκάκια και ξαφνικά, η μεγάλη ψηφιακή κονσόλα έγραψε αυτό στο οποίο συνιστούσε το μυαλό του και ολόκληρη η αντιληπτή ύπαρξη. Μεγάλα λευκά γράμματα, ακτινοβολούσαν το άθροισμα της ανηλεούς ισορροπίας των πάντων. Κάτω από το φως τεσσάρων μεγάλων μηδενικών, ο Arnaud πρόλαβε να σκεφτεί πως τέσσερις ήταν και οι μήνες του -και σαν μηδενικά θα μετρούσαν- λίγο πριν 684 πυρηνικές κεφαλές μοιραστούν απροειδοποίητα σε όλο τον πλανήτη. Δύο από αυτές, μηδένισαν τον πυροκροτητή τους μέσα στο δωμάτιο που έστεκε ο Arnaud κρατώντας το κεφάλι του. Και τιμούσες το όνομά τους, πήραν αμετάκλητα οποιαδήποτε ανάμνηση υπήρχε σε αυτό μια και καλή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου